Εχουν περάσει επτά χρόνια από την τελευταία φορά που είδε από κοντά την κόρη της η Αμάλ. Τον Δεκέμβριο του 2015, τέσσερις μήνες μετά τη γέννηση της μικρής, η Αμάλ, τότε 28 χρόνων, αναγκάστηκε να φύγει από το Μαρόκο και ήρθε στην Ελλάδα για να ζητήσει άσυλο, αφήνοντας τη μικρή στην αδελφή της, με την υπόσχεση ότι θα ξαναβλέπονταν το συντομότερο. Δεν υπολόγιζε τις παθογένειες ενός συστήματος που έδειξε ότι αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες και δικαιώματα των προσφύγων και ότι ενδιαφέρεται για τη ζωή τους μόνο όταν είναι ορατός ο κίνδυνος να είναι πια πολύ αργά.
Τον Ιούλιο του 2017, ενάμιση χρόνο μετά τον ερχομό της στην Ελλάδα, η Αμάλ αναγνωρίστηκε πρόσφυγας μετά την εξέταση του αιτήματός της από την υπηρεσία Ασύλου και, τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα της υπηρεσίας αίτηση οικογενειακής επανένωσης, ώστε να έρθει να ζήσει μαζί της στην Ελλάδα η κόρη της. Ηταν η αρχή μιας βασανιστικής διαδικασίας μακροχρόνιων αναμονών, ματαιώσεων και οδυνηρών εκπλήξεων, η οποία δεν έχει τελειώσει.
Αφού πήρε ταχυδρομικά από το Μαρόκο το πιστοποιητικό γέννησης και το αντίγραφο του διαβατηρίου της μικρής επικυρωμένα με τη σφραγίδα της χώρας και αφού υπέβαλε για επίσημη μετάφραση στα ελληνικά το πιστοποιητικό γέννησης, τα κατέθεσε στην υπηρεσία, τον Μάιο του 2018.
Η συνέντευξη για την οικογενειακή επανένωση ορίστηκε για τον Ιούνιο, αλλά αναβλήθηκε -η Αμάλ, λόγω της μεγάλης ουράς στην είσοδο για τον έλεγχο, δεν κατάφερε να μπει στην υπηρεσία πριν κλείσουν οι πόρτες- κι έγινε τελικά τον Ιούλιο. Κράτησε πέντε ώρες και, όταν τελείωσε, η Αμάλ πίστευε ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο να κάνει και ότι σύντομα θα έπαιρνε τη θετική απόφαση.
Αλλά απόφαση δεν ερχόταν ούτε γνώριζε κανείς να της πει κάτι συγκεκριμένο. Τους επόμενους έξι – επτά μήνες, η απάντηση της δικηγόρου της οργάνωσης, στην οποία είχε απευθυνθεί, ήταν «περίμενε», ώσπου, στις αρχές του 2019, την ενημέρωσε πως χρειάζεται δικαστική απόφαση ότι έχει την προσωρινή κηδεμονία της κόρης της, που σημαίνει πρακτικά ότι ο σύζυγός της, με τον οποίο είχαν χωρίσει, συναινεί να ζήσει το παιδί με τη μητέρα του.
Προσωρινή κηδεμονία
Το δικαστήριο έγινε στις αρχές Απριλίου και η απόφαση βγήκε στα τέλη Νοεμβρίου. Ηταν θετική. Η Αμάλ πίστεψε ότι λύθηκε το ζήτημα και ότι θα έβλεπε επιτέλους την κόρη της, σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που την είχε αφήσει μωρό λίγων μηνών στο Μαρόκο και περισσότερα από δύο χρόνια από τότε που ξεκίνησε στην Ελλάδα τη διαδικασία οικογενειακής επανένωσης.
Αρχισε να κάνει ενέργειες μέσω συμβολαιογράφου, για να εξουσιοδοτήσει την αδερφή της να κάνει τη διαδικασία προσωρινής κηδεμονίας στο Μαρόκο και να μπορέσει να ταξιδέψει το παιδί, όταν η δικηγόρος την ενημέρωσε ύστερα από εβδομάδες ότι είχε γίνει λάθος. Η υπηρεσία Ασύλου δεν ζητούσε χαρτί προσωρινής κηδεμονίας, αλλά πλήρους κηδεμονίας, και χρειαζόταν να ξεκινήσουν νέα δικαστική διαδικασία, καθώς αυτή που είχαν κάνει δεν χρησίμευε πουθενά.
Στις αρχές του 2020, τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Η δικηγόρος ενημέρωσε ότι φεύγει από την οργάνωση χωρίς να παραδώσει την υπόθεση σε άλλον και ότι η οργάνωση δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί περαιτέρω. Με τα πολλά, η Αμάλ βρήκε ιδιώτη δικηγόρο για να ξεκινήσει τη διαδικασία, έστω κι αν θα της κόστιζε εκατοντάδες ευρώ.
Αλλά η δικηγόρος ισχυριζόταν ότι δεν μπορούσε να δει τα έγγραφα που είχε η υπηρεσία Ασύλου. Τότε ξέσπασε η πανδημία του κορονοϊού, τίποτα δεν λειτουργούσε κανονικά και η υπόθεση έπεσε σε βαθύ τέλμα για δυόμισι χρόνια.
Στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ
Το καλοκαίρι του 2022, η Αμάλ είχε χάσει κάθε επαφή και εμπιστοσύνη σε δικηγόρους και υπηρεσίες και είχε βυθιστεί σε απόγνωση. Της πέρασε η ιδέα να πάει έξω από τη Βουλή να κάνει φασαρία, για να τραβήξει την προσοχή στο πρόβλημά της κι έπειτα αποφάσισε να πάει να βρει τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ στην Κουμουνδούρου να του ζητήσει βοήθεια.
Εδωσε τα στοιχεία της στην υποδοχή και πράγματι επικοινώνησε κάποιος από το κόμμα, άκουσε την ιστορία και είπε ότι θα το ψάξει. Μετά από λίγο, η Αμάλ δέχτηκε με έκπληξη τηλεφώνημα από την οργάνωση που είχε πρωτοασχοληθεί με την υπόθεση. Ηταν μια άλλη δικηγόρος, η οποία πήρε ξανά το ιστορικό της υπόθεσης και ζήτησε λίγο χρόνο για να συζητήσει με την οργάνωση αν πρέπει να ξεκινήσουν τη διαδικασία για την πλήρη κηδεμονία.
Τότε η ιστορία πήρε τραγική τροπή. Σε μια από τις βιντεοκλήσεις με την κόρη της, που είχε κλείσει πια τα επτά, η Αμάλ πρόσεξε με ανησυχία ότι το πόδι του παιδιού έτρεμε και δεν πατούσε κανονικά στο έδαφος. Είχε διαπιστώσει από καιρό ότι η μικρή ήταν αδύνατη, λιγότερο αναπτυγμένη από τα παιδιά της ηλικίας της, και σκεφτόταν ότι ίσως τα χρήματα που έστελνε στην αδελφή της δεν φτάνουν και ότι η μικρή δεν έτρωγε, παρόλο που η αδελφή της τη διαβεβαίωνε για το αντίθετο.
Εκείνη τη φορά, η Αμάλ επέμεινε ότι η μικρή πρέπει να δει γιατρό. Ξεκίνησαν επισκέψεις σε νοσοκομεία και ιδιώτες γιατρούς, πανάκριβες εξετάσεις και ξανά εξετάσεις, μέχρι την τελική διάγνωση που στο άκουσμά της η Αμάλ λέει ότι ένιωσε σα να τη βρήκε σφαίρα στην καρδιά. Μια μορφή τετραπληγίας που εκδηλώνεται βαθμιαία από την ηλικία των δύο ετών και που, από όσα γνωρίζει η Αμάλ, η θεραπεία της είναι δύσκολη και με απλησίαστο κόστος και τα προγνωστικά δεν είναι καθόλου καλά.
Η τραγική εξέλιξη απλοποίησε τη διαδικασία της οικογενειακής επανένωσης. Η Αμάλ προσέλαβε ξανά ιδιώτη δικηγόρο, η οποία κατέθεσε την ιατρική διάγνωση στην υπηρεσία Ασύλου, που ανταποκρίθηκε μέσα σε δύο μέρες. Λόγω της κατάστασης της υγείας της μικρής, δεν χρειαζόταν πια το χαρτί της κηδεμονίας, μόνο μια απλή αίτηση και μια γραπτή συγκατάθεση του πατέρα, όπως και σημερινό διαβατήριο, γιατί το παλιό είχε λήξει.
Εκρήξεις θυμού
Ενα μεσημέρι πριν από λίγο καιρό, στα γραφεία της οργάνωσης Μέλισσα, όπου παρακολουθεί από χρόνια μαθήματα ελληνικών και συμμετέχει σε δημιουργικά εργαστήρια, η Αμάλ διηγείται την ιστορία της ξεσπώντας σε κλάματα και σε εκρήξεις θυμού, καθώς περιμένει την άφιξη της κόρης της στα τέλη Φεβρουαρίου.
«Το πιο δύσκολο», λέει, «είναι να μην έχεις κάποιον να σε ακούσει όταν χάνεις το δίκιο σου. Ολα αυτά τα χρόνια, είχα την ελπίδα ότι θα έρθει η κόρη μου, θα μεγαλώσει κοντά μου, θα αναπληρώσουμε τον χαμένο χρόνο, θα ξεχάσω. Οταν άκουσα το νέο, ένιωσα ότι όλα κατέρρευσαν. Δεν είδα την κόρη μου να μπουσουλάει και να περπατάει, δεν άκουσα τη λέξη “μαμά”, δεν την έσφιξα στην αγκαλιά μου επτά ολόκληρα χρόνια.
»Στερήθηκε τη μητέρα της, τον πατέρα της, τα αδέλφια της, δεν είχε καλή ιατρική περίθαλψη, δεν έζησε μια φυσιολογική ζωή. Εκανα την αίτηση όταν ήταν δύο ετών. Επρεπε από τότε να βρίσκεται εδώ, να μπει στο προνήπιο όπως τα άλλα παιδιά, να μάθει ελληνικά, να μη φτάσει επτά χρόνων χωρίς να ξέρει τη γλώσσα, ξένη στην κοινωνία όπου θα ζήσει. Τίποτα δεν μπορεί να αναπληρώσει πια τα χαμένα χρόνια. Δεν θα σωπάσω. Δεν θα σταματήσω αν δεν αποδοθούν ευθύνες, για να μη συμβεί σε άλλες η αδικία που έζησα εγώ».
