ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Παπαδοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Οταν ανοίγει ένα σχολείο, λένε, κλείνει μια φυλακή. Για να παραφράσω, όταν ανοίγει ένα σχολείο μέσα στη φυλακή φαντάζεσαι πόσο μεγάλη επίδραση μπορεί να έχει;».

Το ερώτημα που θέτει η Ειρήνη Λιανδρή είναι ασφαλώς ρητορικό: η ίδια αφιέρωσε έναν χρόνο από τη ζωή της, το περισσότερο που γινόταν, στο Δημόσιο ΙΕΚ των Φυλακών Κορυδαλλού – ένα από τα δύο σχολεία στις μεγαλύτερες φυλακές της χώρας, το οποίο η κυβέρνηση οδηγεί σε αργό θάνατο.

Πριν από περίπου ένα μήνα, οι κρατούμενοι με επιστολή τους κάλεσαν τη γενική γραμματέα Αντιεγκληματικής Πολιτικής, που υπάγεται πλέον στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, και το υπ. Παιδείας, που είναι αρμόδιο για την εκπαίδευση στα καταστήματα κράτησης, να στελεχώσουν πλήρως με εκπαιδευτικό δυναμικό το σχολείο δεύτερης ευκαιρίας του καταστήματος και το ΔΙΕΚ. Το υπουργείο δεν έδωσε ποτέ σαφή απάντηση και το αίτημά τους δεν έχει ικανοποιηθεί ακόμα…

«Η φυλακή που κλείνει το σχολείο της εγκαταλείπει ουσιαστικά κάθε προσπάθεια για σωφρονιστική πολιτική, με συνέπεια να χάνεται η προοπτική για την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων», αναφέρει η επιστολή. «Το σχολείο της δεύτερης ευκαιρίας και το ΙΕΚ, που λειτούργησε με απόλυτη επιτυχία τα τελευταία χρόνια, είναι ό,τι έχει απομείνει για να θυμίζει πως οι φυλακές είναι σωφρονιστικά καταστήματα και όχι αποθήκες ψυχών».

Το ΔΙΕΚ ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2014 με μόλις 27 καταρτιζόμενους σε μία ειδικότητα, τη Γραφιστική Εντύπου και Ηλεκτρονικών Μέσων, με δεδομένο ότι λειτουργούσε τότε στη φυλακή τυπογραφείο. Αργότερα προστέθηκε η Τέχνη Σκίτσου, Εικονογραφίας και Γραφικών, ενώ φέτος λειτούργησε εργαστήριο χαρακτικής και η πρακτική ειδίκευση. Είναι μεταλυκειακή εκπαίδευση και παρέχει επαγγελματική κατάρτιση, γεγονός που μπορεί να συμβάλει στην ομαλή κοινωνική επανένταξη του κρατουμένου.

Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η εύρεση εργασίας μετά την αποφυλάκιση, ο ρόλος της εκπαίδευσης, ιδίως για ανεπάγγελτους και ανειδίκευτους κρατουμένους, είναι καταλυτικός. Η επιλογή γίνεται από το Συμβούλιο της φυλακής, που αποφασίζει με κύριο κριτήριο την ασφάλεια και των καταρτιζόμενων και των εκπαιδευτικών, με τον ρόλο των τελευταίων να είναι γνωμοδοτικός. Ελέγχουν τις τυπικές προϋποθέσεις, όπως το απολυτήριο Λυκείου, και βοηθούν τους υποψηφίους να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

«Αν δεν περάσεις από ένα κατάστημα κράτησης για να δεις τις ιδιαιτερότητες, δεν μπορείς να καταλάβεις…» λέει η κ. Λιανδρή που ήταν η διευθύντρια του 2ου ΔΙΕΚ Κορυδαλλού μέχρι τον Αύγουστο (φέτος έχει αναλάβει το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Αγυιάς Χανίων).

Και αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα: ο υπερπληθυσμός και το χωροταξικό πρόβλημα, οι κρυφές συναλλαγές, ο συγκερασμός μεταξύ του υπουργείου Παιδείας και του υπουργείου Δικαιοσύνης που οδηγεί σε χάσματα και οι πολύμηνες καθυστερημένες στις χρηματοδοτήσεις προκειμένου να εφοδιαστεί το ΔΙΕΚ με την απαραίτητη γραφική ύλη.

Διευθυντική θέση

Το βασικότερο πρόβλημα είναι η υποστελέχωση. Ενώ πέρυσι δίδασκαν 27 καθηγητές, φέτος δεν έχουν ανοίξει ακόμα οι θέσεις καθώς προαπαιτείται η κάλυψη διευθυντικής θέσης.

«Πάνω από 120 άτομα μέσα στη φυλακή έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον να φοιτήσουν και αγωνιούν, όπως άλλωστε και οι μαθητές μας. Φοβούνται όμως να έρθουν καθηγητές, και από αυτά που ακούγονται για όσα συμβαίνουν στις φυλακές», λέει η κ. Λιανδρή. Ειδήσεις για τις Φυλακές Κορυδαλλού μεσουρανούν συχνά στα μέσα με τίτλους για αιφνίδιους ελέγχους σε πτέρυγες, αστυνομικούς που κάνουν φύλλο και φτερό κελιά κρατουμένων, στα οποία ανακαλύπτουν ναρκωτικά, κινητά τηλέφωνα, «μικρά οπλοστάσια» που έφτασαν στα χέρια τους από το πουθενά. Ομως δεν είναι μόνο ο φόβος που κρατά τους καθηγητές μακριά από τα σωφρονιστικά καταστήματα: τις περισσότερες από τις θέσεις αυτές καλύπτουν ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί και εθελοντές.

Οι εκπαιδευτικοί έχουν επικαλεστεί πολλές φορές την ανάγκη δημιουργίας οργανικών θέσεων μέσα στις φυλακές, αλλά η απάντηση του υπουργείου είναι πως δεν θέλει τη μονιμότητα μέσα στα καταστήματα κράτησης για να αποφευχθούν διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ κρατουμένων και εκπαιδευτικών.

«Πρέπει, όμως, να υπάρχει μια συνέχεια στην εκπαιδευτική διαδικασία και όχι κάθε σχολική χρονιά να βρισκόμαστε στην ίδια δύσκολη θέση υποστελέχωσης ή και μη στελέχωσης των εκπαιδευτικών μονάδων εντός των καταστημάτων κράτησης. Εχει σημασία η συνέχεια και η συνέπεια του εκπαιδευτικού έργου μέσα σε μια φυλακή» επισημαίνει η κ. Λιανδρή.

Και όλα αυτά σε ένα περιβάλλον με χρόνιο χωροταξικό πρόβλημα. Η Ελλάδα, σύμφωνα με έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2018, έχει το υψηλότερο ποσοστό ισοβιτών και βρίσκεται στην ένατη θέση με τις πιο πυκνοκατοικημένες φυλακές στην Ευρωπαϊκή Ενωση: ο υπερπληθυσμός υπολογίζεται στο 102,6%, το οποίο σημαίνει ότι η χώρα έχει εξαντλήσει τη χωρητικότητα των σωφρονιστικών της καταστημάτων. «Ουσιαστικά στοιβάζονται οι άνθρωποι. Οποιον από εμάς κι αν έκλειναν σε έναν τέτοιο χώρο, σε πολύ λίγο διάστημα θα μεταμορφωνόταν…» συμπληρώνει η κ. Λιανδρή.

Ομως στο τέλος αυτό που θυμάται η καθηγήτρια δεν είναι οι δυσκολίες ούτε τα προβλήματα: «Η εξέλιξη των παιδιών, αυτό μένει. Το ανέκφραστο, παγωμένο πρόσωπό τους που μέχρι το τέλος της χρονιάς έχει φωτιστεί. Η ματιά των ανθρώπων αλλάζει από τη γνώση και την αποδοχή. Είμαστε οι δικοί τους άνθρωποι, συμπορευτές στο ταξίδι της γνώσης. Είμαστε ο σύνδεσμός τους με τον έξω κόσμο. Εμάς δεν μας ενδιαφέρει ο ποινικός φάκελος του καθενός, εμείς τους βλέπουμε σαν μαθητές που έχουν δικαίωμα στη γνώση, στη διόρθωση του λάθους».

Οι καταρτιζόμενοι του ΔΙΕΚ και του ΣΔΕ έχουν πολλές φορές συμμετάσχει σε διαγωνισμούς, εγχώριους και διεθνείς, και εκθέσεις ζωγραφικής. Στην πιο πρόσφατη, στο πλαίσιο του 4ου Φεστιβάλ Εφαρμοσμένων Τεχνών, φιλοξενήθηκαν στην Γκαλερί Ορνεράκης έργα των καταρτιζόμενων. Περίπου 120 ήταν οι μαθητές που φοίτησαν στο ΔΙΕΚ πέρυσι. Ενας από αυτούς είναι και ο Γιώργος.

Ο Γιώργος στα 50 του διανύει το τρίτο εξάμηνο Τέχνης Σκίτσου, Εικονογραφίας και Γραφικών στο ΔΙΕΚ Πειραιά. Τα προηγούμενα δύο εξάμηνα, όμως, βρισκόταν στο 2ο ΔΙΕΚ Φυλακών Κορυδαλλού. Είναι ένας από τους πολλούς που ξεκίνησαν να φοιτούν επειδή «ξέμεινε από μεροκάματο».

Το μεροκάματο, στην αργκό της φυλακής, είναι η δουλειά μέσω της οποίας οι κρατούμενοι εκτίουν μειωμένη ποινή. Και το σχολείο έχει και αυτό τα δικά του μεροκάματα. Ομως δεν ήταν αυτό που τον κράτησε. Ενώ αποφυλακίστηκε τον περασμένο Μάιο, πριν ολοκληρώσει το 2ο εξάμηνο φοίτησης, έδωσε εξετάσεις στο τέλος της χρονιάς έξω γιατί θεώρησε πως «κάποιοι χάλασαν πολύ χρόνο από τη ζωή τους για μένα».

«Ο,τι έκανα όλη μου τη ζωή, το έκανα και στη φυλακή: ένα τίποτα με μπόλικο καθόλου…» λέει γελώντας. «Πάντα με τους ίδιους ανθρώπους, τα ίδια νταραβέρια, τίποτα διαφορετικό. Μέχρι που μπήκα στο ΔΙΕΚ. Πριν ξεκινήσω, δεν ήξερα να πιάνω μολύβι, πόσο μάλλον να ζωγραφίζω. Στη φυλακή βρίσκεσαι στην… πηγή της πληροφορίας: θες αλκοόλ, πας στον τάδε σωφρονιστικό υπάλληλο, θες κόκα, πας στον δείνα. Και κάπως έτσι συνεχίζεις κι αφού βγεις, αυτό έχεις μάθει να κάνεις. Αλλά από κει που έβλεπες δυο άτομα σε ένα κελί να πίνουν, ξαφνικά έβλεπες δυο άτομα να ζωγραφίζουν. Αλλαξε η ζωή μου, πήρα αλληλεγγύη. Αυτό εισέπραξα και αυτό δίνω τώρα πίσω».

Ο Γιώργος πηγαίνει πια κάθε μέρα σε ένα αυτοδιαχειριζόμενο στέκι κάπου στα δυτικά προάστια. Και συμμετέχει όπως μπορεί: βάφει, κουβαλάει, καθαρίζει, βοηθά σε μετακομίσεις. Κάθε Παρασκευή μαζεύονται κάτοικοι από τη γειτονιά και κάνουν προβολές ταινιών.

Η μικροκοινωνία της φυλακής όμως αντικατοπτρίζει τη δική μας και μας υπενθυμίζει πως ο κόσμος μας είναι πέρα και πάνω απ’ όλα ταξικός: κάποιοι έχουν καλύτερη αφετηρία μόλις βγουν.

Οπως ο Φίλιππος. Οταν με υποδέχεται στο γραφείο του, τίποτα δεν υποδηλώνει πως ο κύριος μπροστά μου πριν από έξι μήνες ζούσε σε ένα ανήλιαγο κελί. «Εχω δύο πτυχία, Νομικής και Οικονομικών. Πηγαίνοντας στο ΔΙΕΚ δεν περίμενα να πάρω κάποια επιπλέον μόρφωση, όμως έκανα γραφιστική με την οποία δεν είχα ασχοληθεί ποτέ μου. Μου έβγαλε μία πτυχή του εαυτού μου που δεν ήξερα».

Ο Φίλιππος κάθε πρωί φεύγει από το σπίτι του, πάει στην έτοιμη, στρωμένη δουλειά του, όπως λέει ο ίδιος, μία μεταφορική που έχει με τον αδερφό του, και όταν σχολάει, γυρνά στη γυναίκα του και τα παιδιά του. «Σαν να μην έγινε ποτέ τίποτα. Η υπόθεσή μου είχε καλή έκβαση και αθωώθηκα» παραδέχεται. Μια μεταφορά ναρκωτικών, ένα λάθος που πέρασε απαρατήρητα κάτω από τη μύτη του τον έκανε να βρεθεί υπόδικος για 18 μήνες.

«Σ’ αυτό το διάστημα η δυνατότητα του ΔΙΕΚ είναι λυτρωτική. Οχι μόνο γιατί είναι ευεργέτημα, αλλά βοηθάει να μην μπλέξεις. Οι καθηγητές κάνουν πάρα πολύ καλή δουλειά και αντιμετωπίζουν μαθητές που έχουν πολλά προβλήματα από τον εγκλεισμό τους. Δεν θέλουν τους κρατούμενους να σπουδάζουν, οι έγκλειστοι θεωρούνται σκουπίδια, αλλά τα σκουπίδια αυτά μαζί μας ζουν. Για κάποιο λόγο μπήκε ο άλλος μέσα. Για να κλέψει, ας πούμε, κάποιο λόγο έχει. Αν δεν δώσεις τη δυνατότητα σε αυτό το παιδί να σπουδάσει, να του δώσεις ένα κίνητρο να κάνει κάτι άλλο, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι όταν βγει θα ξανακλέψει. Το ΔΙΕΚ βοηθά σε όλα τα επίπεδα τους κρατούμενους. Η κοινωνία, όμως, δεν τους βοηθάει καθόλου».

Το παράπονο

Η συντριπτική πλειονότητα των ΜΜΕ μεταχειρίζεται περιστατικά ανομίας στις φυλακές ως άλλη μια επιτυχία, ένα success story των αστυνομικών δυνάμεων, μια καλή ευκαιρία για πιπεράτα αφηγήματα, ακολουθώντας την ίδια συνταγή που συνήθως ακολουθείται και για εκκενώσεις κτιρίων όπου στεγάζονται πρόσφυγες, για εφόδους σε κινηματογράφους, για επιχειρήσεις καταστολής σε πιάτσες τοξικοεξαρτημένων. «Ποτέ δεν προβάλανε τις δράσεις μας», μου λέει ο Γιώργος, «και ποτέ δεν προβάλλουν πόσες φασαρίες δεν γίνονται λόγω αυτών των δράσεων».

«Το σωφρονιστικό σύστημα είναι τιμωρητικό, όλο λάθος από τα θεμέλια» λέει η κ. Λιανδρή. «Εχεις τους ανθρώπους μέσα και σαπίζουν. Δεν είναι σωφρονισμός να κάθεσαι και να μην κάνεις τίποτα. Στο περιβάλλον αυτό δεν υπάρχουν ούτε ερεθίσματα ούτε διέξοδοι και το πρώτο που βάλλεται είναι η ψυχολογία: χάνει ο άλλος την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, νιώθει άχρηστος. Ο δικός μας στόχος είναι να γεννήσουμε την ελπίδα, να τους δείξουμε ότι όλοι κάνουμε λάθη, αλλά υπάρχει ένα παράθυρο μπροστά σου και είναι στη δική σου ευθύνη να το ανοίξεις. Ολοι έχουμε δυνατότητες και ικανότητες, αρκεί να μας δοθεί η ευκαιρία».