Ενημέρωση για την εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στο εκτεταμένο λαθρεμπόριο και νοθεία καυσίμων, τη χρήση παράνομων λογισμικών για εξαπάτηση των καταναλωτών με ελλειμματικές παραδόσεις και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παραχώρησε η Ελληνική Αστυνομία, την Πέμπτη.
Το κύκλωμα είχε αναπτύξει δράση σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Τρίκαλα, Λακωνία, Άρτα και Βόλο, ενώ διατηρούσε διασυνδέσεις σε Ρουμανία, Πολωνία, Βουλγαρία και Αλβανία. Χθες, συνελήφθησαν 22 μέλη της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων ο αρχηγός και οι διευθύνοντες των δύο υποομάδων, ενώ για την υπόθεση κατηγορούνται επιπλέον οκτώ άτομα.
Η εγκληματική οργάνωση λειτουργούσε μέσα από δύο διακριτές υποομάδες: η πρώτη ασχολούνταν με τη συστηματική εισαγωγή χημικών διαλυτών από το εξωτερικό και την ανάμειξή τους με καύσιμα, ενώ η δεύτερη μεθόδευε εικονικές εξαγωγές βενζίνης, αποφεύγοντας την καταβολή φόρων και δασμών. Η δεύτερη υποομάδα είχε αναλάβει τη συστηματική προμήθεια και διάθεση στην ελληνική επικράτεια μεγάλων ποσοτήτων αμόλυβδης βενζίνης, οι οποίες προέρχονταν από Χώρες του εξωτερικού (Ρουμανία και Βουλγαρία). Η δράση της βασιζόταν σε ένα σύνθετο σχήμα εικονικών εξαγωγών προς την Αλβανία, με κατάχρηση τελωνειακών διαδικασιών (παραποιημένα τελωνειακά έγγραφα) και ψευδείς δηλώσεις.
Τα πρατήρια υγρών καυσίμων στα οποία κατέληγαν τα νοθευμένα καύσιμα βρίσκονταν σε περιοχές της Αττικής (Άνω Λιόσια, Καματερό, Άγιοι Ανάργυροι, Παλαιό Φάληρο) καθώς και σε περιοχές των Τρικάλων, της Ηπείρου και της Λακωνίας.
Η παράνομη δραστηριότητά τους ωστόσο δεν περιοριζόταν εκεί. Τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν και παράνομα λογισμικά σε αντλίες καυσίμων και συστήματα εισροών-εκροών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, προκαλώντας ελλειμματικές παραδόσεις στους καταναλωτές και κατ’ επέκταση οικονομική ζημία στο Δημόσιο. Για να πετύχουν τον σκοπό τους, που δεν ήταν άλλος από τον παράνομο πλουτισμό τους, μετέρχονταν τεχνάσματα που απαιτούσαν οργανωμένες διαδικασίες, καθώς προχωρούσαν στη σύσταση εικονικών εταιρειών και χρησιμοποιούσαν ψευδή παραστατικά, αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο φορολογικές και τελωνειακές επιβαρύνσεις.
Το modus operandi
Ως προς τον τρόπο δράσης τους, τα μέλη, υπό τις οδηγίες του αρχηγού της υποομάδας, προμηθεύονταν από την Ιταλία ποσότητες ελαίων πετρελαίου, τα οποία ήταν διαφορετικής δασμοφορολογικής κλάσης και είδους από το δηλωμένο στην εκάστοτε διασάφηση εξαγωγής φορτίο. Τα προϊόντα αυτά, τα οποία δεν υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, δηλώνονταν προσχηματικά ότι προορίζονταν για ελληνική εταιρεία, με τόπο παράδοσης περιοχή της Θεσσαλονίκης, δήθεν έδρα ανύπαρκτης νομικής οντότητας, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιούνταν για να «κλείνουν» οι εκκρεμείς διασαφήσεις εξαγωγής βενζίνης προς την Αλβανία.
Έτσι, κατά τις διελεύσεις από το αρμόδιο Τελωνείο εξόδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα βυτιοφόρα οχήματα ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, παρουσίαζαν διαφορετικό φορτίο από το δηλωθέν, και συγκεκριμένα το ιταλικό φορτίο αντί της βενζίνης, δίνοντας την εντύπωση ότι είχαν πράγματι εξαχθεί ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, ενώ στην ουσία η πραγματική βενζίνη είχε ήδη διοχετευθεί στην εγχώρια αγορά, χωρίς καταβολή των προβλεπόμενων φόρων και τελωνειακών επιβαρύνσεων.
Με τον τρόπο αυτό, το κύκλωμα επιτύγχανε διπλό όφελος: αφενός την αποφυγή καταβολής των νόμιμων φορολογικών επιβαρύνσεων και αφετέρου τη διασφάλιση της νομιμοφάνειας μέσω παραπλανητικών εγγράφων και δηλώσεων.
Περαιτέρω, οι ποσότητες της βενζίνης που δεν εξάγονταν αποθηκεύονταν προσωρινά σε εγκαταστάσεις σε περιοχή της Θεσσαλονίκης, που μισθώνονταν από τον αρχηγό της υποομάδας και εν συνεχεία, με τη χρήση εικονικών παραστατικών μεταφέρονταν σε χώρους της Δυτικής Αττικής. Εκεί, διοχετεύονταν σε πρατήρια καυσίμων, τα οποία συνδέονταν με τον κεντρικό πυρήνα της οργάνωσης.
Για την κάλυψη της δράσης τους, τα μέλη της δεύτερης υποομάδας, είχαν αναπτύξει ένα ολόκληρο πλέγμα μεθοδεύσεων:
- εφοδίαζαν τους οδηγούς των βυτιοφόρων με εικονικά παραστατικά (τιμολόγια και φορτωτικές που εμφάνιζαν νόμιμες εταιρείες ως προμηθευτές και πρατήρια ως τόπους παράδοσης), προκειμένου να παραπλανούν τις ελεγκτικές Αρχές σε τυχόν ελέγχους,
- εγκαθιστούσαν παράνομα λογισμικά στις αντλίες και στα συστήματα εισροών- εκροών πρατηρίων καυσίμων, προκαλώντας ελλειμματικές παραδόσεις έως και 25% σε βάρος των καταναλωτών, οι οποίοι χρεώνονταν κανονικά για ποσότητες καυσίμων που δεν παραλάμβαναν και
- εφάρμοζαν προγράμματα και εφαρμογές παραποίησης δεδομένων, ώστε να μην καταγράφονται οι πραγματικές ποσότητες βενζίνης και να αποφεύγεται η διαβίβαση στοιχείων στην Α.Α.Δ.Ε., καθώς και προγράμματα που παρήγαγαν ψευδείς αναφορές πωλήσεων, με αποτέλεσμα να αποκρύπτεται σημαντικό μέρος των συναλλαγών.
Μέσω της πρακτικής αυτής, τα πρατήρια της οργάνωσης πωλούσαν νοθευμένα καύσιμα εξαπατώντας τους καταναλωτές και παράλληλα αποκομίζοντας υπερκέρδη.
Τα παράνομα έσοδα που αποκόμιζε η οργάνωση από την εγκληματική της δραστηριότητα διοχετεύονταν σε εικονικές εταιρείες και επενδύονταν σε νέα πρατήρια καυσίμων, επιχειρήσεις εστίασης και άλλες εμπορικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδίδεται νομιμοφάνεια και να αποκρύπτεται η πραγματική πηγή των χρημάτων.
Από τις αρχές του 2025 έως και την εξάρθρωση της οργάνωσης, έχουν καταγραφεί 38 περιπτώσεις προμήθειας, με τη συνολική ποσότητα που έχει διακινηθεί στην Ελλάδα να υπερβαίνει τα 1,3 εκατομμύρια λίτρα βενζίνης, προκαλώντας τεράστια οικονομική ζημία στο ελληνικό Δημόσιο.
Μάλιστα, κατά τις έρευνες που διενεργήθηκαν την Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2025, δεν ανευρέθησαν τα ισόποσα αποθέματα, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι οι ποσότητα αυτή είχε ήδη διανεμηθεί στα μέλη του κεντρικού πυρήνα της οργάνωσης.
Μάλιστα, όπως προέκυψε, οι κατηγορούμενοι, αξιοποιώντας την υποδομή που είχαν δημιουργήσει, λειτουργούσαν και εκτός των πλαισίων της εγκληματικής οργάνωσης. Ειδικότερα, προμηθεύονταν ποσότητες ναυτιλιακού πετρελαίου, χωρίς παραστατικά αγοράς και εν συνεχεία το διέθεταν με βυτιοφόρα οχήματα, σε οικίες πελατών σε διάφορες περιοχές της Αττικής, χωρίς φορολογικά στοιχεία σε χαμηλή τιμή, κατόπιν παραγγελιών που λάμβαναν για εφοδιασμό με πετρέλαιο θέρμανσης. Ενδεικτικά, σε διάστημα ενός μήνα έλαβαν 29 παραγγελίες για το εν λόγω προϊόν.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του αρμόδιου Τελωνείου, οι συνολικές δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αντιστοιχούν στις ποσότητες λαθραίας και νοθευμένης αμόλυβδης βενζίνης και του πετρελαίου θέρμανσης και ναυτιλίας που διακίνησαν τα μέλη της οργάνωσης, κατά το ερευνώμενο χρονικό διάστημα ανέρχονται συνολικά σε -1.560.020- ευρώ, χωρίς τις χημικές ουσίες- διαλύτες, ενώ εκτιμάται ότι, από τη συνολική τους δράση, από τις αρχές του 2025, τα μέλη της οργάνωσης αποκόμισαν τουλάχιστον -3.000.000- ευρώ.
