Στα χέρια της αστυνομίας έπεσε κύκλωμα που, επί σειρά ετών, λυμαινόταν τον ΕΟΠΥΥ μέσω εικονικών συνταγογραφήσεων, προκαλώντας ζημία που ξεπερνά το 1,2 εκατ. ευρώ. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από πολύμηνη έρευνα της ΕΛ.ΑΣ., με τις συλλήψεις και τις κατασχέσεις να αποκαλύπτουν ένα καλά οργανωμένο δίκτυο γιατρών και φαρμακοποιών σε Αττική και Κορινθία.
Το κύκλωμα, που δρούσε από το 2017, φέρεται να εξέδιδε ψευδείς ιατρικές συνταγές για φάρμακα υψηλού κόστους, ανάμεσα στα οποία και σκευάσματα που περιείχαν ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες εκτελούνταν χωρίς τη γνώση ή συναίνεση των ασφαλισμένων. Οι συνταγές (ακόμα και στα ΑΜΚΑ ανθρώπων που είχαν πεθάνει) «περνούσαν» από τα φαρμακεία, οι πλαστές υπογραφές εξασφάλιζαν τυπική κάλυψη και ο ΕΟΠΥΥ κατέβαλλε αποζημιώσεις για αγωγές και θεραπείες που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν. Συχνά, το κύκλωμα εντόπιζε τα θύματά του κρατώντας τα ΑΜΚΑ έπειτα από τεστ διάγνωσης του κορονοϊού.
Κατά τη διάρκεια των αστυνομικών επιχειρήσεων εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν περισσότερες από 17.000 συσκευασίες φαρμάκων, ενώ βρέθηκαν ακόμα όπλα, μετρητά και πειστήρια που ενισχύουν το σενάριο της συστηματικής δράσης. Μέχρι αργά χθες το απόγευμα είχαν συλληφθεί 7 άτομα, ενώ τουλάχιστον ακόμα 15 συμπεριλαμβάνονται στην ογκώδη δικογραφία.
Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, η εγκληματική οργάνωση λειτουργούσε με ιεραρχική δομή και τα μέλη είχαν συγκεκριμένους ρόλους, ενώ λειτουργούσε σαν «εταιρεία» με μαύρο ταμείο, τιμοκατάλογο και πελατολόγιο. Παράλληλα, η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος ερευνά εάν διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα και ναρκωτικές ουσίες κατέληγαν και με ποιο τρόπο στη μαύρη διαδικτυακή αγορά.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το περιεχόμενο συνομιλιών που καταγράφηκαν από τον κοριό της ΕΥΠ, με μέλη του κυκλώματος να δίνουν εντολές «να μη λέγονται πολλά από το τηλέφωνο» και να οργανώνουν τις επόμενες κινήσεις τους. Η υπόθεση δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Τον Σεπτέμβριο του 2024 είχαν εξαρθρωθεί δύο αντίστοιχα κυκλώματα, που είχαν ζημιώσει τον ΕΟΠΥΥ με ποσά μεγαλύτερα των 3,5 εκατ. ευρώ, γεγονός που αναδεικνύει για άλλη μια φορά τις σοβαρές «τρύπες» στο σύστημα ελέγχου και αποτροπής τέτοιων πρακτικών.
