Κάθε άνοιξη στις χώρες τις Μεσογείου δεν ξεκινάει μόνο η τουριστική αλλά και η αντιπυρική περίοδος. Ο απολογισμός της αντιπυρικής του 2025 χαρακτηρίζεται «αξιοπρεπής» για την Ελλάδα παρά τα περίπου 500.000 καμένα στρέμματα αγροτοδασικών εκτάσεων σε μία πολύ δύσκολη χρονιά για την υπόλοιπη Ευρώπη όπου εκατομμύρια στρέμματα έγιναν στάχτη, ακόμα και σε βόρειες χώρες δίχως μεγάλο ιστορικό καταστροφικών πυρκαγιών.
Στη χώρα μας ψηφίστηκε την προηγούμενη εβδομάδα το νομοσχέδιο του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας με τον τίτλο «Ενεργή Μάχη» που φιλοδοξεί και εκσυγχρονίσει το πλαίσιο της πολιτικής προστασίας δίνοντας περισσότερη έμφαση στην πρόληψη, την καλύτερη εκπαίδευση των πυροσβεστών και την ενεργότερη εμπλοκή της τοπικής αυτοδιοίκησης. Έστω και καθυστερημένα, η χώρα μας δείχνει να προσαρμόζεται θεσμικά στις επιταγές της κλιματικής αλλαγής πρώτα με την ψήφιση του ν. Χαρδαλιά για την πολιτική προστασία το 2020, διατάξεις του οποίου έμειναν τελικά ανεφάρμοστες λόγω γραφειοκρατίας, έλλειψης πόρων και προσωπικού. Το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας συστάθηκε μόλις το 2021 και το πρόσφατο νομοθέτημα είναι ίσως το πρώτο που του αποδίδεται εξ ολοκλήρου με τις διατάξεις του νομοσχεδίου να προσπαθούν να συγκλίνουν και με τη δασική στρατηγική της ΕΕ με ορίζοντα το 2030.

Η δασική στρατηγική
Η δασική στρατηγική της ΕΕ για το 2030 θέτει τις βάσεις για την ενίσχυση της πρόληψης των πυρκαγιών και της ανθεκτικότητας των δασών στην κλιματική αλλαγή. Επίσης, οι κατευθυντήριες γραμμές για την πρόληψη των πυρκαγιών σε χερσαίες εκτάσεις απαιτούν τη διαχείριση της βλάστησης και την αποφυγή της συσσώρευσης καυσίμων στο έδαφος, προκειμένου να διευκολυνθεί η κατάσβεση των πυρκαγιών. Η Ε.Ε. επεξεργάζεται πολιτικές για τον μετριασμό των αναπόφευκτων επιπτώσεων των πυρκαγιών και δημοσίευσε τη στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή τον Μάρτιο του 2021. Η στρατηγική υπογραμμίζει ότι η προσαρμογή πρέπει να γίνει ταχύτερη, εξυπνότερη και πιο συστημική.

Η μάχη πρέπει να ξεκινά πριν την αντιπυρική
Πηγές του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας σημειώνουν στην «Εφ.Συν.» ότι στόχος ήταν το νομοσχέδιο να ψηφιστεί μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου, όπως κι έγινε, ώστε να προστεθεί το καλοκαίρι του 2026 μία σειρά από καινοτομίες στη φαρέτρα της Πυροβεστικής, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ακόμα και των εθελοντικών οργανώσεων.
Ανάμεσα τους η εφαρμογή προδιαγεγραμμένων καύσεων σε δασικές εκτάσεις, με στόχο τη μείωση της καύσιμης ύλης, καθώς και η αναβάθμιση της εκπαίδευσης του προσωπικού της Πυροσβεστικής. Παράλληλα, προβλέπεται η ενίσχυση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (ΔΑΕΕ), ενώ σχεδιάζεται η δημιουργία 13 επιχειρησιακών κέντρων σε επίπεδο Περιφέρειας, κατά τα πρότυπα του Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων (ΕΣΚΕΔΙΚ).

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η υποχρεωτική εκπόνηση σχεδίων προστασίας από πλημμύρες και πυρκαγιές από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επιπλέον, προβλέπεται η συγκρότηση εξειδικευμένων επιτροπών, όπως για την εκτίμηση πλημμυρικού κινδύνου, καθώς και η αξιοποίηση πυρομετεωρολόγων στο πεδίο για την επιστημονική υποστήριξη του επιχειρησιακού σχεδιασμού. («Με όπλα επικοινωνίας στην «ενεργή μάχη» με τη… φωτιά», «Εφ.Συν.», 19/2/2026).

Η μία μάχη μετά την… άλλη
Μιλώντας στη Βουλή κατά την υπερψήφιση του νομοσχεδίου, ο υπουργός Γιάννης Κεφαλογιάννης τόνισε ότι η διαχείριση των φυσικών καταστροφών «δεν είναι πολιτική μιας χρήσης, αλλά πολιτική διάρκειας. Ένα σύστημα πολιτικής προστασίας μαθαίνει σωρευτικά, χτίζει μνήμη, ενσωματώνει εμπειρία». Παράλληλα, ο ίδιος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο Δεκαετές Στρατηγικό Σχέδιο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα πλαίσιο μακροπρόθεσμου σχεδιασμού που φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο αντιμετώπισης του κινδύνου. Όπως ανέφερε, το σχέδιο προβλέπει συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους στον τομέα της πρόληψης, συστηματική ανάλυση κινδύνου σε επίπεδο Περιφέρειας και Δήμου, καθώς και εξειδικευμένες παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει και η ψηφιακή χαρτογράφηση κρίσιμων στοιχείων, όπως δίκτυα, μονοπάτια και βασικές υποδομές, με στόχο την καλύτερη προετοιμασία και τον ταχύτερο επιχειρησιακό συντονισμό σε περίπτωση πυρκαγιάς. Σημειωτέον ότι αρκετά από τα άρθρα του νομοσχεδίου ψηφίστηκαν και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Νέα Αριστερά, Ελληνική Λύση).
Το σοβαρό ερώτημα που μπαίνει βέβαια εδώ είναι εάν το ελληνικό σύστημα «χτίζει μνήμη» και μαθαίνει από τα λάθη του κι εάν η πολιτική προστασία συνεχίζει να βρίσκεται και πάλι ένα βήμα πίσω από την κλιματική κρίση.

Εξάλλου, δεν λείπουν οι επιφυλάξεις από την αντιπολίτευση, επιστήμονες και άλλους φορείς. Αρκετοί κάνουν λόγο για περαιτέρω διόγκωση της γραφειοκρατίας και για μια τάση «στρατιωτικοποίησης» της διαχείρισης κρίσεων, που συνάδει και με το νέο «πολεμικό δόγμα» της ΕΕ που δεν βλέπει πλέον την πολιτική προστασία ως ανάγκη μόνο για τις φυσικές καταστροφές. Όπως υποστηρίζουν, η ενίσχυση των διοικητικών δομών και η δημιουργία νέων επιχειρησιακών σχημάτων κινδυνεύει να προσθέσει επίπεδα ελέγχου και συντονισμού, χωρίς να διασφαλίζεται ότι θα ενισχυθεί ουσιαστικά η πρόληψη και η αποτελεσματικότητα στο πεδίο.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης των φορέων στη Βουλή, ο εκπρόσωπος του ΓΕΩΤΕΕ, δασολόγος Νικόλαος Μποκάρης, υπογράμμισε ότι η ελεγχόμενη καύση δεν μπορεί να αποτελέσει οριζόντια και γενικευμένη πρακτική αντιπυρικής προστασίας, επισημαίνοντας πως απαιτείται αυστηρή επιστημονική τεκμηρίωση, συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εξατομικευμένη εφαρμογή ανά οικοσύστημα. Από την πλευρά της ΠΟΓΕΔΥ, η εκπρόσωπος Μαργαρίτα Γεωργιάδου εξέφρασε ακόμη πιο έντονους προβληματισμούς, τονίζοντας ότι το μέτρο ενδέχεται, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσει ως παράγοντας επιδείνωσης αντί για πρόληψης, οδηγώντας σε μεγαλύτερη υποβάθμιση και καταστροφή δασικών εκτάσεων. Οι τοποθετήσεις αυτές αναδεικνύουν το χάσμα που καταγράφεται γύρω από τον σχεδιασμό της αντιπυρικής πολιτικής και τη μεθοδολογία που θα ακολουθηθεί τα επόμενα χρόνια.

Η WWF Ελλάς χαιρετίζει τη θεσμοθέτηση δύο καινοτόμων για τα ελληνικά δεδομένα πρακτικών, οι οποίες εφαρμόζονται ήδη σε άλλες μεσογειακές χώρες: την προδιαγεγραμμένη καύση και την ελεγχόμενη βόσκηση. Όπως επισημαίνει, τα συγκεκριμένα εργαλεία μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά τις αρμόδιες υπηρεσίες, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση πιο ανθεκτικών και καλύτερα διαχειριζόμενων δασικών οικοσυστημάτων. Παράλληλα, ωστόσο, η οργάνωση υπογραμμίζει ότι η ψήφιση ενός νόμου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την αποτελεσματική εφαρμογή του. Όπως τονίζει, πολλές από τις προβλέψεις του νομοσχεδίου απαιτούν επαρκή χρόνο και πόρους, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων, συνεχή εκπαίδευση και ουσιαστικό συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία η ενίσχυση σε προσωπικό και μέσα υπηρεσιών όπως η Δασική Υπηρεσία, ο ΟΦΥΠΕΚΑ και το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, καθώς και η έκδοση των απαραίτητων εφαρμοστικών διατάξεων, ώστε το θεσμικό πλαίσιο να μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά στην πράξη. Όπως δήλωσε, ο Νίκος Γεωργιάδης, επικεφαλής του Χερσαίου Προγράμματος στη WWF Ελλάς, «το πραγματικό ζητούμενο είναι η έγκαιρη, οργανωμένη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των πυρκαγιών, με τη μικρότερη δυνατή οικολογική, κοινωνική και οικονομική απώλεια. Αυτό προϋποθέτει σοβαρή επένδυση στην πρόληψη πριν από τη φωτιά, επιστημονικά τεκμηριωμένη και ενεργή διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων, ενίσχυση της ετοιμότητας και ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών».
Για τον πυρομετεωρολόγο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Θεόδωρο Γιάνναρο, η ψήφιση του νομοσχεδίου ανοίγει μία πόρτα για τη ριζική αλλαγή του τρόπου που η Ελλάδα διαχειρίζεται τις δασικές πυρκαγιές. Η πυρομετεωρολογική ομάδα Flame στην οποία συμμετέχει χαιρετίζει την ψήφιση του νομοσχεδίου, ενώ ο ίδιος αναφέρει σε ανάρτηση του: «Αυτό που έχουμε μπροστά μας δεν είναι μια ζητούμενη τεχνική αναβάθμιση ή παροχή τεχνικο-επιστημονικής υποστήριξης. Είναι μια θεσμική μεταμόρφωση. Απαιτεί χρόνο και δομημένη προσπάθεια. Τα παραδείγματα χωρών με ώριμα προγράμματα ενσωμάτωσης της επιστήμης στην επιχειρησιακή πράξη της διαχείρισης των πυρκαγιών (π.χ., ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδάς) δείχνουν ότι απαιτείται υπομονή και εμπιστοσύνη στη διαδικασία».

Φιλόδοξοι στόχοι
Παρά τις διαβεβαιώσεις για «ολιστικό σχεδιασμό», το κρίσιμο ερώτημα παραμένει η υλοποίηση. Η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι η επιτυχία ή η αποτυχία της αντιπυρικής περιόδου δεν κρίνεται μόνο από τα θεσμικά εργαλεία, αλλά από την επιχειρησιακή επάρκεια στο πεδίο: από τον αριθμό των δασικών υπαλλήλων που θα κάνουν προληπτικές ενέργειες, καθαρισμούς και θα ανοίξουν αντιπυρικές ζώνες, από τα συνεργεία που θα καθαρίσουν έγκαιρα κρίσιμες ζώνες, από τη διαθεσιμότητα προσωπικού στα πυροφυλάκια και στα περιφερειακά κλιμάκια. Εξάλλου, σύμφωνα με συνδικαλιστές της Πυροσβεστικής με τους οποίους συνομίλησε η «Εφ.Συν.» και παρά τις διαβεβαιώσεις για τους «περισσότερους πυροσβέστες από ποτέ» είναι κοινό μυστικό ότι συχνά το σύστημα φτάνει στα όρια του με τον κίνδυνο φυσικής και ψυχολογικής εξάντλησης των στελεχών της πυροσβεστικής. Χωρίς επαρκή μόνιμη στελέχωση και σταθερή χρηματοδότηση, ακόμη και το πιο φιλόδοξο δεκαετές σχέδιο κινδυνεύει να παραμείνει ένα συνεκτικό αλλά θεωρητικό πλαίσιο.
Ταυτόχρονα, η κλιματική κρίση συμπυκνώνει τους χρόνους. Τα «παράθυρα» χαμηλού κινδύνου μικραίνουν, οι ημέρες ακραίου κινδύνου πολλαπλασιάζονται και η φωτιά αποκτά ολοένα και πιο απρόβλεπτη συμπεριφορά. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόληψη δεν μπορεί να εξαντλείται σε τεχνικές παρεμβάσεις ή σε νέες διοικητικές δομές, αλλά απαιτεί αλλαγή φιλοσοφίας: ευρύτερα έργα πρόληψης (ενώ το πολυδάπανο πρόγραμμα-μαμούθ δασικών καθαρισμών Antinero έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2025), σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Δασικής Υπηρεσίας και Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς και ενεργή συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών με υποστήριξη, όχι μόνο με υποχρεώσεις και πρόστιμα για τους μη καθαρισμούς οικοπέδων (σ.σ. που παρατείνονται ως τις 15 Ιουνίου) και μηνύματα από το 112 κατόπιν της καταστροφής.
Η αντιπυρική περίοδος του 2026 θα αποτελέσει, επομένως, ένα πρώτο τεστ για το εαν το νέο πλαίσιο μπορεί να φέρει απτά αποτελέσματα. Μέχρι τώρα η κυβέρνηση πανηγύριζε για το δόγμα της ταχείας προσβολής με τα εναέρια μέσα που ως ένα βαθμό έφερε αποτελέσματα αλλά και πάλι βασιζόταν στην καταστολή. Ο φιλόδοξος στόχος είναι η συζήτηση να μην επανέλθει το φθινόπωρο στον μαύρο απολογισμό εκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων καμένων εκτάσεων και περιουσιών. Μάλιστα, με την «ενεργή μάχη» θεσμοθετείται για πρώτη φορά η υποχρέωση εκπόνησης μίας ολοκληρωμένης έκθεσης απολογισμού της αντιπυρικής περιόδου στο πλαίσιο της λογοδοσίας και των μετρήσιμων στόχων, όπως και της αναζήτησης ευθυνών.
Στην υπόλοιπη Ευρώπη
Ο κίνδυνος δεν αφορά πλέον μόνο τη Μεσόγειο αλλά ακόμα και την κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Τα τελευταία χρόνια χώρες που παραδοσιακά δεν αντιμετώπιζαν εκτεταμένες δασικές πυρκαγιές όπως η Γερμανία, η Πολωνία και η Σουηδία έχουν βιώσει παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών που οδήγησαν σε μεγάλες πυρκαγιές σε δασικά και περιαστικά οικοσυστήματα.

Η επιστημονική κοινότητα συνδέει αυτή τη μετατόπιση με την επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής: αυξημένες θερμοκρασίες, μειωμένη εδαφική υγρασία και συχνότερα κύματα καύσωνα δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν τη γρήγορη εξάπλωση της φωτιάς ακόμη και σε περιοχές με διαφορετικό τύπο βλάστησης από τα μεσογειακά οικοσυστήματα. Έτσι, η συζήτηση για την αντιπυρική πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μεσογειακή ιδιαιτερότητα.

ΙΤΑΛΙΑ
Το τελευταίο διάστημα, η Ιταλία έχει περάσει σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου πυρκαγιών, ξεπερνώντας την προσέγγιση που εστίαζε αποκλειστικά στην καταστολή. Αυτή η αλλαγή περιλαμβάνει την εφαρμογή προγραμματισμένων και ελεγχόμενων καύσεων για τον περιορισμό των φορτίων καύσιμης ύλης και την ανάπτυξη ολοκληρωμένων αξιολογήσεων του κινδύνου πυρκαγιών. Οι περιφερειακές πρωτοβουλίες συμπληρώνουν τις εθνικές στρατηγικές. Για παράδειγμα, η Τοσκάνη συνεχίζει να επενδύει στην πρόληψη και την αντιμετώπιση των πυρκαγιών, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας κοινοτήτων πρόληψης δασικών πυρκαγιών και της ανάπτυξης ενός περιφερειακού στόλου ελικοπτέρων. Πάνω από 4.000 εκπαιδευμένοι εθελοντές συμμετέχουν σε αυτές τις προσπάθειες και έχουν εφαρμοστεί ειδικά σχέδια για την πρόληψη δασικών πυρκαγιών, με έμφαση σε στρατηγικές παρεμβάσεις βάσει ιστορικών δεδομένων για τις πυρκαγιές. Παρομοίως, η Σαρδηνία ενέκρινε το περιφερειακό της σχέδιο για την πρόληψη και την ενεργή καταπολέμηση των δασικών πυρκαγιών το οποίο περιλαμβάνει την έγκαιρη έκδοση δελτίων κινδύνου πυρκαγιάς, την ενίσχυση του αεροπορικού στόλου και τη μέγιστη συμμετοχή επιχειρησιακών φορέων, όπως το Σώμα Δασοπροστασίας και Προστασίας του Περιβάλλοντος, η Πυροσβεστική Υπηρεσία και εθελοντικές οργανώσεις. Αυτά τα ολοκληρωμένα μέτρα υπογραμμίζουν τη δέσμευση της Ιταλίας για τον μετριασμό των κινδύνων από τις πυρκαγιές και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας έναντι μελλοντικών περιστατικών.
ΑΥΣΤΡΙΑ
Παρότι η Αυστρία δεν πλήττεται τόσο σοβαρά από τις δασικές πυρκαγιές όσο άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο κίνδυνος αυξάνεται. Οι πυροσβεστικές υπηρεσίες στην Αυστρία εκπαιδεύονται τακτικά για να είναι προετοιμασμένες για δασικές πυρκαγιές, ειδικά σε ορεινές περιοχές. Γίνονται επίσης προσπάθειες για την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τις δασικές πυρκαγιές, καθώς αυτές είναι ακόμα σχετικά σπάνιες στην Αυστρία, αλλά σε πολλές περιπτώσεις ανθρωπογενείς. Λαμβάνονται μέτρα και για την αραίωση των δασών και τη βελτίωση της συγκομιδής των πεσμένων φύλλων, καθώς και οι δύο αυτοί παράγοντες συμβάλλουν στις πυρκαγιές. Από το 2013, υπάρχει αυστριακή βάση δεδομένων για τις δασικές πυρκαγιές, η οποία παρέχει μια γενική εικόνα της κατάστασης.
ΤΣΕΧΙΑ
Στην Τσεχία, καταγράφονται κάθε χρόνο από 1.500 έως και 2.500 δασικές πυρκαγιές. Ο αριθμός αυτός κινείται σε άμεση συνάρτηση με την έκταση της ετήσιας καλοκαιρινής ξηρασίας, αλλά γενικά αυξάνεται σταδιακά με την πρόοδο της κλιματικής αλλαγής. Το τσεχικό τοπίο χαρακτηρίζεται από ένα πυκνό δίκτυο αγροτικών και δασικών δρόμων, οπότε οι πυροσβέστες συνήθως δεν έχουν πρόβλημα να φτάσουν στον τόπο του συμβάντος. Η τσεχική πυροσβεστική υπηρεσία προετοιμάζεται πάντα για την εποχή με μια σειρά συγκεκριμένων ασκήσεων και ελέγχων του συστήματος για τη διασφάλιση επαρκούς νερού για την κατάσβεση πυρκαγιών σε όλες τις τοποθεσίες, ενώ προωθείται και η διεθνής συνεργασία.

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι SILVIA MARTELLI, IL SOLE 24 ORE (ΙΤΑΛΙΑ), Kim Son Hoang, Der Standard (ΑΥΣΤΡΙΑ), Petr Jedlička, Denik Referendum (ΤΣΕΧΙΑ).
