Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Τα Πειραγμένα είμαστε εμείς»
O Δημήτρης Λάππας και η Ιφιγένεια Ιωάννου / Φωτογραφία: Ελπίδα Μπούμπαλου
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Τα Πειραγμένα είμαστε εμείς»

  • A-
  • A+

Μια υπέροχη συναυλία με την «πειραγμένη πραγματικότητα» τραγουδιών από σχεδόν έναν αιώνα έκανε πρεμιέρα χθες στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, όπου για ακόμα τρεις Παρασκευές οι εξαιρετικοί δεξιοτέχνες Γιώτης Κιουρτσόγλου, Στέφανος Δημητρίου, Δημήτρης Λάππας και Ιφιγένεια Ιωάννου, για πρώτη φορά μαζί στη σκηνή, μεταμορφώνουν διαχρονικές μελωδίες και τις φέρνουν στη σημερινή εποχή.

Οι δύο τελευταίοι, που παίζουν από την πρώτη δεκαετία της ζωής τους μέχρι σήμερα και μέσω της δουλειά τους έχουν ταξιδεύσει στην Ελλάδα και τον κόσμο, μίλησαν στην «Εφ.Συν.» για «Τα Πειραγμένα», για το πώς αναδεικνύουν με φαντασία και διεθνισμό κομμάτια από το σμυρναίικο, το ρεμπέτικο, το λαϊκό και το σύγχρονο ρεπερτόριο μέσα από στοιχεία τζαζ, μπλουζ, φανκ, ροκ και σόουλ.

Πώς από τόσο μικρή ηλικία περάσατε από το στάδιο του ακροατή στου μουσικού; Πώς είναι η σχέση σας με τη μουσική σήμερα μετά από τόσα χρόνια;

Ι.Ι.: Ξεκίνησα να ασχολούμαι με την μουσική σε πολύ μικρή ηλικία λόγω των γονιών μου που είναι και οι δυο μουσικοί. Μετά από τόσα χρόνια ανακαλύπτω συνεχώς πόσο ανεξάντλητη πηγή είναι και ανακαλύπτω πόσα δεν γνωρίζω. Η μουσική είναι μια διαδρομή χωρίς τέλος και αυτό είναι ένα από τα πολλά ωραία της υπόθεσης.

Δ.Λ.: Ο πατέρας μου ήταν ο δάσκαλός μου, είχε παίξει με τον Νταράλα, τον Νικολόπουλο κ.α. στην Αυστραλία όπου ήμασταν μετανάστες. Το ’84 ήρθα στην Ελλάδα κι από τότε, από τα 11 παίζω ασταμάτητα. Είναι σαν διάλεξε το όργανο εμένα κι όχι εγώ αυτό. Θα μπορούσα να έχω γίνει ζωγράφος, όπως η μάνα μου, αλλά δεν το καλλιέργησα. Είμαι επαγγελματίας session παίκτης, με πολλά συναισθήματα και μειονεκτήματα τόσο όσα και πλεονεκτήματα. Κι αν δεν παίζω όπως έπαιζα παιδί δεν μπορώ. Τότε είχαμε πιο μικρές κιθαρούλες, τώρα μεγαλύτερες, τότε είχαμε μικρή ευθύνη, τώρα μεγαλύτερη. Όλα έχουν ένα διαφορετικό βάρος, αλλά το πιο βασικό συστατικό είναι η αλήθεια. Την αυταπάτη μας εμείς την φτιάχνουμε, γιατί είναι αυταπάτη να νομίζεις ότι ξέρεις την αλήθεια. 

Ιφιγένεια γεννήθηκες στην Αθήνα, εσύ Δημήτρη στην Αυστραλία. Κάποιοι από τους μουσικούς σταθμούς πόλεων για εσάς; Πού σας έχει ταξιδεύσει η μουσική κυριολεκτικά και μεταφορικά;

Ι.Ι.: Μουσικοί σταθμοί είναι όλοι οι χώροι της Αθήνας, όπου γεννήθηκα, στους οποίους μπορούν οι μουσικοί να εκφράζονται και να παρουσιάζουν τις δουλειές τους. Ευτυχώς υπάρχουν τέτοιοι χώροι που στηρίζουν την μουσική και το μη εμπορικό τραγούδι. Αν ψάξει κανείς μέσα στο διαδίκτυο, μέσα από τους μουσικούς θα ανακαλύψει και αυτούς τους χώρους. Η μουσική δημιουργεί συναισθήματα και εικόνες και υπό αυτή την έννοια έχω ταξιδέψει και σε μέρη που δεν υπάρχουν, κάποια από αυτά είναι πολύ σκοτεινά και άλλα έχουν πολύ φως. Αλλά και κυριολεκτικά έχω ταξιδέψει πολύ με την μουσική, Ευρώπη, Αμερική… με μεγάλη χαρά είδα ότι όλος ο κόσμος αγαπάει πολύ την ελληνική μουσική.

Δ.Λ.: Ταξιδεύω από 15  χρονών, όταν πήγα στο «Συρτάκι» στη Γερμανία για να παίξω πλήκτρα. Έπαιξα μπουζούκι στο Βέλγιο, κιθάρα στη Σερβία. Αντί να κάνω άλλες δουλειές, επέλεξα αλλάζω όργανα κι έμαθα όλη την οικογένεια των εγχόρδων. Πατρίδα μου θεωρώ την Κωνσταντινούπολη. Με έζησε και την έζησα, με μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο, πέρασα από ένα στάδιο παρατεταγμένης εφηβείας και παρατεταμένης ενηλικίωσης εκεί. Πήγα να δουλέψω για δύο εβδομάδες και έμεινα τέσσερα χρόνια. Όλες οι αναπνοές των ανθρώπων που έζησαν, είναι ακόμα εκεί. Η πόλη είναι ζωντανή, αν κάτσεις να αφουγκραστείς την ενέργεια του τόπου, θα καταλάβεις. Ας πούμε στην Αγιά Σοφιά, άλλοτε έβλεπα πολύ αίμα, άλλοτε πολύ αγάπη. Έχω κολυμπήσει στο Βόσπορο, ήταν τα δυο πιο ωραία λεπτά της ζωής μου. Έκανα βουτιά στο άνοιγμα της μαύρης θάλασσας και απλά αφέθηκα. 

Δημήτρης Λάππας / Φωτογραφία: Τομπάζης Βασίλης

Πως ξεκινήσατε οι δυο σας την ιδέα των «Πειραγμένων»;

Ι.Ι.: Ήθελα να πειραματιστώ και να δοκιμάσω κάτι καινούργιο και αυτή η χρονική στιγμή συνέπεσε με μια τυχαία συνάντηση που είχα με τον Δημήτρη, όπου ήπιαμε καφέ και κανονίσαμε να βρεθούμε ξανά για να παίξουμε παρέα.

Δ.Λ.: Πριν βρεθούμε με την Ιφιγένεια, την είχα δει στη Θεσσαλονίκη πριν αρκετά χρόνια και είχα δει κάτι σε αυτό το κορίτσι, έχει μια περιέργεια και μια με την καλή έννοια φιλοδοξία να εξερευνήσει. Εγώ ποτέ δεν έπαιζα κάποιο κομμάτι έτσι όπως ήταν. Πάντα το μάθαινα όπως ήταν αλλά είχα την ανάγκη να το πειράξω λίγο. Στην αρχή από εγωισμό, μετά έκανα τον εγωισμό να αγαπήσει τόσο πολύ, που ξέχασε ότι ήταν εγωισμός. Εμείς είμαστε αγωγοί. Μόνο όταν εξαφανίζεσαι φαίνεσαι στη μουσική. Κι αν δεν σεβαστείς, δεν μπορείς να αγαπήσεις. Αγαπώντας κάτι βγαίνει ένα αποτέλεσμα που σε οδηγεί αυτό. Για παράδειγμα, τα τραγούδια αυτών των εμφανίσεων τα πειράξαμε όπως πειράζεις ένα παλιό αυτοκίνητο του ’60 και του βάζεις καρμπιρατέρ, λάστιχα, αμορτισέρ, νέα τεχνολογία για να μπορεί να αντέξει τους τριγμούς και την πίεση της εποχής. Κι έτσι «Στα πειραγμένα» βάλαμε λίγο περισσότερα άλογα και τρέχουν τα κομμάτια.

Ποιό είναι το πλεονέκτημα αυτής της ομάδας των «γκανιάν», των τεσσάρων σπουδαίων δεξιοτεχνών;

Ι.Ι.: Το αβαντάζ αυτής της ομάδας είναι ότι αποτελείται από εξαιρετικούς και έμπειρους μουσικούς στα δρώμενα της ελληνικής μουσικής σκηνής, που έχουν αφομοιώσει πολλά και διαφορετικά στοιχεία της μουσικής, με αποτέλεσμα η world music για αυτούς να είναι ένα παιχνίδι. Η αγάπη για την μουσική και η ανάγκη για πειραματισμό με συνδέει με τους υπόλοιπους.

Δ.Λ.: Ναι, το μεγαλύτερο ατού της ομάδας είναι η αγάπη. Δεν το κάνουμε για να εντυπωσιάσουμε, για να ανταγωνιστούμε κάτι. Προσωπικά δεν συνεργάζομαι με κανέναν που δεν αγαπώ. Την Ελένη Βιτάλη, την Λιζέτα Καλημέρα, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Γιώργο Νταλάρα. Η Αρλέτα και ο Σωκράτης είναι στην καρδιά μου. Και ο Βασίλης Λέκκας που στη στροφή μου, από τα μπουζούκια το ’98 , ξαφνικά έπρεπε να παίξω 50 κομμάτια Σπάθα, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, να αποκτήσω το ύφος, το ήθος. Όμως, «Τα πειραγμένα» είμαστε εμείς. Ο Γιώτης Κιουρτσόγλου είναι ο πρώτος μπασίστας που μ’ έκανε να κλάψω. Τον άκουσα στον Μύλο Θεσσαλονίκης όταν είχε έρθει από Αμερική. Λέω δεν είναι δυνατόν να υπάρχει αυτός ο συνδυασμός. Με βοήθησε να καταλάβω τι θέλω, τα θέλω όλα. Το παραδοσιακό, το μπλουζ κ.α. σε μια κατσαρόλα. Ανόμοια υλικά αλλά επειδή βράζουν χρόνια μαζί κάνουν πολύ ωραίο ζουμί. Ο Στέφανος Δημητρίου είναι ένας εμβληματικός ντράμερ των εποχών μας, ο οποίος έχει παίξιμο ιδιαίτερο και στιβαρό. Και μαζί η Ιφιγένεια η οποία έχει παραδοσιακή κατάρτιση αλλά με μοντέρνους προβληματισμούς. Είναι όλοι βιρτουόζοι στο είδος τους.

Έχετε επιλέξει τραγούδια σχεδόν ενός αιώνα. Πώς συνδυάζεται το διαφορετικό ύφος τόσων ειδών; Τι διαφορετικό έχει η πρόταση αυτού του μουσικού εγχειρήματος;

Δ.Λ.: Πώς θα ήταν η Ρόζα αν ζούσε σήμερα; Πώς θα έπαιζε ο μπασίστας του Τζέιμς Μπράουν την Καμωματού, που σήμερα πηγαίνει στα μπαράκια, χορεύει και συνέχεια πειράζει τριγύρω αντί να φοράει ντε και καλά παραδοσιακό φόρεμα. Εγώ θα ήθελα ένας Νιγηριανός να την χορέψει. Το σύγχρονο Χαρικλάκι μπορεί να σύχναζε στο φάνκι κλαμπ. Ή σύγχρονη Λιλή τι θα έκανε; Μπορεί να ερωτευόταν τον τρισέγγονο του Jack the Ripper, ο οποίος είναι μετανάστης τώρα στην Ελλάδα γιατί δεν πήγαν καλά τα πράγματα στην Αγγλία (γέλια). Πώς θα έπαιζε ένας Γάλλος ένα ρεμπέτικο της δεκαετίας του ’30, όπως το «Θα τα πιω, θα γίνω φέσι». Πώς θα έπαιζε ένας τζαζίστας ένα ζεϊμπέκικο; Σε κάποιο τραγούδι επικρατεί το φανκ, σε άλλο το μπλούζ, σε άλλο το ροκ, σε άλλη η τζαζ, η οποία σημαίνει free thinking. Σύμφωνα με τις δικές μας γνώσεις τα περνάμε από φίλτρα. Αυτό κάνουμε, όμως το επίκεντρο είναι η ελληνική μουσική γιατί ελληνικά τραγουδάμε, γιατί ο άλλος άξονας είναι ο στίχος. Για ποιον παίζουμε και γιατί, είναι πολύ σημαντικό αυτό.

Ι.Ι.: Θα παίξουμε λοιπόν τραγούδια από το σμυρναίικο και ρεμπέτικο ρεπερτόριο, αλλά και κάποια λαϊκά και σύγχρονα. Τσιτσάνη, Χιώτη, Απέργη αλλά και τραγούδια πιο άγνωστων συνθετών της Σμύρνης, όπως ο Σταύρος Παντελίδης. Το χιούμορ σίγουρα πρέπει να υπάρχει πάντα, γιατί πρέπει να γνωρίζουμε ότι τίποτα δεν είναι τόσο σοβαρό. Όπως αναφέρουμε και στο δελτίο τύπου το blues, η jazz, η gypsy, το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο γεννήθηκαν από την ανάγκη έκφρασης του λαού για να κρατηθούν οι άνθρωποι όρθιοι απέναντι στις αντιξοότητες της καθημερινότητας. Σε υπόγεια παιζόντουσαν και τα blues και τα ρεμπέτικα. Άρα σίγουρα υπάρχουν διακριτές διαφορές μεταξύ των ειδών, αλλά υπάρχουν και ομοιότητες και γέφυρες και εμείς απλώς εστιάζουμε στις ομοιότητες. Διανύουμε την εποχή της world music και θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλα τα επαναστατικά μουσικά ρεύματα του περασμένου αιώνα συνθέτουν αυτό που κάνουμε σήμερα με «Τα Πειραγμένα».

Ιφιγένεια Ιωάννου / Φωτογραφία: Ελπίδα Μπούμπαλου

Πως βλέπετε τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στη λαϊκή και την παραδοσιακή μουσική; Τους διαχωρισμούς και τις ταμπέλες;

Ι.Ι.: Νομίζω ότι έχουμε κάνει πολλά βήματα μπροστά στον τομέα της μουσικής, κυρίως γιατί υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι μουσικοί στην Ελλάδα που δουλεύουν εδώ και χρόνια προς αυτή την κατεύθυνση της κατάρριψης των διαχωρισμών. Διανύουμε νομίζω μια επαναστατική περίοδο, με την έννοια ότι υπάρχει ένας αναβρασμός κοινωνικός, πολιτισμικός και πιο συγκεκριμένα στον χώρο της μουσικής πιστεύω ότι κάτι καινούργιο θα γίνει σε βάθος χρόνου. Για παράδειγμα, οι καινούργιοι δίσκοι με πρωτότυπες μουσικές τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με την παραγωγή της προηγούμενης δεκαετίας. Προσωπικά ελπίζω στο καινούργιο και το περιμένω, αλλά και το ψάχνω.

Δ.Λ.: Όλα είναι μουσική, όλα τα άλλα είναι ρατσισμός. Κάθε νότα έχει δικαίωμα να υπάρχει, από οποιονδήποτε είναι παιγμένη. Δικαίωμά σου αν θα τα ακούσεις. Είμαστε όλοι κομμάτι της αλήθειας, η αλήθεια σου στη μουσική είναι κομμάτι της αλήθειας της μουσικής. Από τον Μότσαρντ, τον Αριστόξενο, τον Τζίμι Χέντριξ. Το κλαρίνο δεν υπήρχε στην Ελλάδα, υπήρχαν οι ζουρνάδες. Μεταλλασσόμαστε συνεχώς. Στην παράδοση  το πιο ωραίο και δείγμα εφυίας είναι να παραδίδουμε στον επόμενο κάτι άλλο. Υπάρχουν πόσα παραδοσιακά με τον ίδιο στίχο, σε κάποιον ήρθε άλλη μελωδία.

Έξω από τη μουσική, η διαφορετικότητα δεν γίνεται συνήθως το ίδιο εύκολα σεβαστή; Πώς βρίσκεται την ισορροπία στην δύσκολη πραγματικότητα που ζούμε;

Ι.Ι.: Δυστυχώς ισχύει ότι η διαφορετικότητα γενικώς δεν είναι σεβαστή και χρειάζεται πολλή δουλειά η κοινωνία με πολιτικές αποφάσεις προς την άλλη κατεύθυνση, κάτι που δεν φαίνεται μπροστά μας αυτή την στιγμή. Υπάρχουν όμως πολλές παρέες, σύλλογοι, δραστηριότητες αλληλεγγύης, που δίνουν τον παλμό που όλοι χρειαζόμαστε. Αν κινηθεί κανείς έξω από αυτό που το «σύστημα» προβάλλει θα ανακαλύψει ένα πλήθος νέων ανθρώπων και όχι μόνο, που κινούνται διαφορετικά στην ζωή σε όλους τους τομείς. Κάπως έτσι δραστηριοποιούμαι κι εγώ και έχω οργανώσει τον μικρόκοσμό μου, που περιστρέφεται γύρω από την μουσική και τους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτήν.

Δ.Λ.: Γιατί δεν αποδεχόμαστε τα πράγματα και να προχωρήσουμε; Δεν μπορώ να προχωρήσω με τραβάν τα κόμπλεξ πίσω (γέλια). Θεωρώ ότι είμαστε όλοι τρελοί απλά κάποιο δεν ξέρουν πότε πήδηξαν ή όχι από την άλλη πλευρά. Εγώ πηγαινοέρχομαι αλλά ξέρω. Όταν έρχεται κάτι που δεν επιτρέπω στους κανόνες τους δικούς μου, αμέσως το εξοστρακίζω με ένα μπλε λουλούδι, μια άλλη σκέψη που θα διώξει κάτι αρνητικό ή κακό. Ο καθένας έχει το ύφος του και το ήθος του. Το πιο βασικό συστατικό είναι η αλήθεια. Χρειάζεσαι μια ισορροπία να ισορροπεί την ανισορροπία. Όλα είναι αλληλένδετα στη ζωή. Δεν υπάρχει καμία στιγμή που να μην δένει την άλλη στιγμή. Η μία καθορίζει την επόμενη στιγμή. Δεν είναι νότα, είναι η επόμενη νότα που μπορεί να είναι λάθος. Με τη μουσική πάντως δεν μπορείς να πεις ψέματα. Ή ίδια θα σε εμπιστευτεί όσο εσύ. Είναι πιο σοφή από εμάς, είναι οντότητα από μόνη της.

Info: 22, 29 Νοεμβρίου και 6 Δεκεμβρίου. Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, λεωφ. Συγγρού 143, Νέα Σμύρνη. Τιμές από  13 ευρώ με μπύρα ή κρασί. Τηλ. 210 9315600.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Βαγγέλης Καζαντζής: Γράφω χωρίς περιορισμούς, δεν ψάχνω για σουξέ
Λίγο πριν την παρουσίαση του νέου του δίσκου με τίτλο «Το μεταξύ μας διάστημα» ο τραγουδοποιός Βαγγέλης Καζαντζής μιλάει στην efsyncity για τα νέα του τραγούδια, τις επιρροές του και τη σχέση του με την...
Βαγγέλης Καζαντζής: Γράφω χωρίς περιορισμούς, δεν ψάχνω για σουξέ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Δημήτρης Μητσοτάκης: Θεραπευτική η μουσική μέσα σε ένα δυστοπικό τοπίο
Μία συνέντευξη για το ροκ και το ρεμπέτικο, την ταξική εποχή της δισκογραφίας και τον αγώνα των νέων καλλιτεχνών, το ΚΕΘΕΑ και τη θεραπευτική ιδιότητα της μουσικής.
Δημήτρης Μητσοτάκης: Θεραπευτική η μουσική μέσα σε ένα δυστοπικό τοπίο
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Babo Koro: Το γλέντι είναι κομμάτι της ψυχής μας
Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους Babo Koro πριν ανέβουν στη σκηνή του Σταυρού του Νότου έχοντας στις αποσκευές τους τον πρόσφατο δίσκο τους με τίτλο «Σίσυφος».
Babo Koro: Το γλέντι είναι κομμάτι της ψυχής μας
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
String Demons: Με σεβασμό και φαντασία, η μουσική είναι μία
Οι Κωνσταντίνος Μπουντούνης και η Λυδία Μπουντούνη συνεννοούνται «με ένα βλέμμα» εντός και εκτός σκηνής, νιώθουν σαν «μουσική συμμορία» στις φετινές τους εμφανίσεις με τον Χρήστο Θηβαίο και τονίζουν ότι η...
String Demons: Με σεβασμό και φαντασία, η μουσική είναι μία
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Μια μεγάλη σύνοδος κορυφής για το ρεμπέτικο
Τρεις σπουδαίοι δεξιοτέχνες, οι Δημήτρης Μυστακίδης, Ηρακλής Βαβάτσικας και Κυριάκος Γκουβέντας πριν ανέβουν στη σκηνή του «Γυάλινου Μουσικού Θεατρού» μας μιλούν για το ρεμπέτικο.
Μια μεγάλη σύνοδος κορυφής για το ρεμπέτικο

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας