Έχασε τη μάχη με τον θάνατο ο παλαίμαχος γκολκίπερ του Παναθηναϊκού και της Εθνικής ομάδας, Τάκης Οικονομόπουλος. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες τερματοφύλακες διαχρονικά.
Υπενθυμίζεται ότι πριν από λίγες ημέρες υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και είχε διακομιστεί στο «Σεισμανόγλειο» και στη συνέχεια στον Ερυθρό Σταυρό, όπου νοσηλευόταν διασωληνωμένος με εγκεφαλική αιμορραγία. Η κατάσταση της υγείας του είχε χαρακτηριστεί ως κρίσιμη.
«Έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών, ακριβώς 17 μέρες μετά τον θάνατο ενός άλλου τεράστιου «μύθου» του ελληνικού ποδοσφαίρου, του Μίμη Δομάζου. Ο Οικονομόπουλος μάλιστα, εμφανώς καταβεβλημένος, είχε δώσει το «παρών» στην κηδεία του «Στρατηγού» στις 27 Ιανουαρίου, τέσσερις μέρες πριν υποστεί το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Ο Τάκης Οικονομόπουλος είχε γεννηθεί στις 19 Οκτωβρίου του 1943. Η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) τον επέλεξε στην καλύτερη 11άδα όλων των εποχών του ελληνικού ποδοσφαίρου το 2021. Έχει μείνει γνωστός με την προσωνυμία «Πουλί», λόγω των εντυπωσιακών του εκτινάξεων.
Μεγαλύτερη στιγμή στην καριέρα του ήταν η συμμετοχή, ως βασικού, στον τελικό του Γουέμπλεϊ το 1971, ενώ είναι ο κάτοχος του πανελληνίου ρεκόρ ανέπαφης εστίας για 1.088 λεπτά, το οποίο πέτυχε το 1965 και συγκεκριμένα από τις 17 Ιανουαρίου μέχρι τις 27 Μαΐου.
Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τις αλάνες και το 1959 εντάσσεται στην Αθλητική Ένωση Καλλιθέας. Εκεί παρέμεινε μερικούς μόλις μήνες, όταν στην ηλικία των 16 ετών πήρε μεταγραφή στον Απόλλων Αθηνών, όπου τον απέκτησε με το ποσό των 5.000 δραχμών, μετά από προτροπή του Αριστείδη Καμάρα. Το 1962 πήγε στην Προοδευτική ως έμψυχο αντάλλαγμα για τη μεταγραφή του Γιάννη Βαραμέντη στον Απόλλωνα Αθηνών και το 1963 στον Παναθηναϊκό, όπου επί 13 συνεχή έτη υπήρξε ο βασικός του τερματοφύλακας. Το 1965 έκανε ένα μεγάλο ρεκόρ, διατηρώντας την εστία του ανέπαφη για 1.088 αγωνιστικά λεπτά, από τις 17 Ιανουαρίου μέχρι και τις 27 Μαΐου.
Το 1976 μετακόμισε στην Πάτρα για την Παναχαϊκή, με τα χρώματα της οποίας αγωνίστηκε έναν χρόνο, σημειώνοντας 25 συμμετοχές. Το 1977 επέστρεψε στον Απόλλωνα Αθηνών, με τη φανέλα του οποίου έκλεισε την καριέρα του το 1979.
Το ντεμπούτο του με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1965 στην εντός έδρας αναμέτρηση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης για τα προκριματικά του Μουντιάλ 1966. Αγωνίστηκε συνολικά 25 φορές με το εθνόσημο, από το 1965 έως το 1974.
Με την αποχώρησή του από την ενεργό δράση ανέλαβε προπονητής τερματοφυλάκων στον Παναθηναϊκό από το 1979 μέχρι το 2006. Το 2002 ανέλαβε προσωρινά για λίγους αγώνες προπονητής του Παναθηναϊκού, αντικαθιστώντας τον Σέρχιο Μαρκαριάν. Το 2017, ανέλαβε πρόεδρος του Ερασιτέχνη Παναθηναϊκού, ως επικεφαλής της διοίκησης που όρισε το Πρωτοδικείο Αθηνών.
