Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν στο πάνθεον των κορυφαίων ποδοσφαιριστών του 20ού αιώνα, μαζί με τους Ντιέγο Μαραντόνα, Πελέ, Γιόχαν Κρόιφ, Εουσέμπιο, Φέρεντς Πούσκας, Αλφρέδο ντι Στέφανο. Από χθες, βρίσκεται μαζί τους στον ουρανό… Το μεγαλύτερο όνομα που έχει βγάλει το γερμανικό ποδόσφαιρο, ο Φραντς Μπεκενμπάουερ, πέθανε στα 78 χρόνια του. Αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας τα τελευταία χρόνια, που τον είχαν κρατήσει μακριά από τη δημόσια ζωή. Η καρδιά του δεν άντεξε και ο «Κάιζερ» άφησε την τελευταία του πνοή, ύστερα από μια τεράστια καριέρα ως παίκτης, προπονητής και παράγοντας.

Τι να πει κανείς για τα επιτεύγματά του… Κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο ως παίκτης (1974) και προπονητής (1990) – κάτι που πέτυχαν επίσης οι Μάριο Ζαγκάλο και Ντιντιέ Ντεσάν. Είναι επιπλέον ο μοναδικός αμυντικός στον οποίο έχει απονεμηθεί δις η Χρυσή Μπάλα (1972, 1976). Και ήταν ο πρώτος που ως αρχηγός σήκωσε τα τρόπαια του Μουντιάλ (1974), του Euro (1972) και του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (1974, 1975, 1976). Η τροπαιοθήκη του επίσης μετρά έξι τίτλους στην Μπουντεσλίγκα (πέντε με την Μπάγερν και έναν με το Αμβούργο), τέσσερα Κύπελλα Γερμανίας, ένα Κύπελλο Κυπελλούχων και ένα Διηπειρωτικό, όπως και τρία πρωταθλήματα Βόρειας Αμερικής με τον «Κόσμος» της Νέας Υόρκης.

Γεννήθηκε στο Μόναχο το 1945, τη χρονιά της συνθηκολόγησης της Γερμανίας μετά την ήττα της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα 13 χρόνια του, το 1958, εντάχθηκε στα φυτώρια της Μπάγερν Μονάχου και το 1964 έκανε το ντεμπούτο του. Ηταν πρωταγωνιστής στον πρώτο τίτλο που κατέκτησαν οι Βαυαροί στην ιστορία τους, σκοράροντας το 4-2 στον τελικό επί της Ντούισμπουργκ που τους χάρισε το Κύπελλο Γερμανίας το 1966. Είχε γίνει διεθνής από το 1965 και, έναν χρόνο αργότερα, εμφανίστηκε στα μουντιαλικά γήπεδα της Αγγλίας. Εκεί πέτυχε τέσσερα τέρματα και έπαιξε και στον πρώτο παγκόσμιο τελικό του.

Τότε αγωνιζόταν ως επιθετικός μέσος, με εσωτερικούς τους Χάλερ και Οβερατ. Τράβηξε την προσοχή από την πρώτη μέρα για τη σοφία, την ακρίβεια και την κομψότητα του παιχνιδιού του. Με τον καιρό όμως βρήκε τον ιδανικό του ρόλο στην οπισθογραμμή. Εξελίχθηκε σε έναν επιβλητικό λίμπερο – μάλιστα συχνά πιστώνεται με τη δημιουργία της συγκεκριμένης θέσης, ήτοι του αμυντικού που παρεμβαίνει διορατικά στο επιθετικό παιχνίδι της ομάδας του. Είχε άριστες τοποθετήσεις, ήταν εξπέρ στα κοψίματα και σίγουρος στις πάσες του. Από το «παρατηρητήριό» του, πίσω από τους στόπερ, κινούσε τα νήματα της ομάδας με εντυπωσιακή ακρίβεια. Ηταν τόσο τέλειο το παιχνίδι του, που σχεδόν σε κάθε φάση προκαλούσε εκδηλώσεις θαυμασμού από την εξέδρα.

Χαρακτηριστική έχει μείνει η εικόνα του «Κάιζερ» από τον ημιτελικό του Μουντιάλ 1970, το αλήστου μνήμης ματς με την Ιταλία (4-3 για τους «Ατζούρι»). Είχε πάθει εξάρθρωση δεξιάς ωμοπλάτης, αλλά δεν το συζήτησε να γίνει αλλαγή και έπαιξε με τον ώμο δεμένο ολόκληρη την παράταση.

Η δεκαετία του 1970 σήμανε τη χρυσή εποχή του γερμανικού ποδοσφαίρου, με τη «Νατσιοναλμάνσαφτ» να κερδίζει τον ευρωπαϊκό και τον παγκόσμιο τίτλο και την Μπάγερν να κυριαρχεί στην Ευρώπη με τρία σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών. Ομως ο Μπεκενμπάουερ δεν έμελλε να χαμογελάσει στο τελευταίο του μεγάλο τουρνουά, αυτό του Euro 1976, ελέω της Τσεχοσλοβακίας του Αντονίν Πανένκα… Εκεί έκλεισε μια διεθνής καριέρα 103 συμμετοχών και 13 γκολ για τον «Κάιζερ».

Την επόμενη χρονιά, το 1977, θα αποχαιρετούσε και την Μπάγερν Μονάχου ύστερα από 577 αγώνες και 75 γκολ. Διέσχισε τον Ατλαντικό Ωκεανό για να υπογράψει στον «Κόσμος», όπου βρίσκονταν ήδη οι Πελέ και Κινάλια. Εμεινε εκεί για τέσσερις σεζόν, κερδίζοντας τον τίτλο στις τρεις, και επέστρεψε στη Γερμανία. Οχι όμως στην Μπάγερν Μονάχου, όπου πλέον έκανε κουμάντο ο Πάουλ Μπράιτνερ, αλλά στο Αμβούργο. Στις δύο σεζόν του στον γερμανικό βορρά, ο «Κάιζερ» αγωνίστηκε σε 38 παιχνίδια και, μετά την κατάκτηση του τίτλου το 1982, αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του σε ηλικία 37 ετών.

Γρήγορα πέρασε στον ρόλο του προπονητή και –εξίσου γρήγορα– η γερμανική ομοσπονδία τού εμπιστεύθηκε τον ρόλο του εκλέκτορα. Το 1986 οδήγησε τη «Νατσιοναλμάνσαφτ» στον τελικό του Μεξικού, όπου ηττήθηκε με 3-2 από την Αργεντινή του Μαραντόνα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στα γήπεδα της Ιταλίας, οι ίδιες ομάδες θα έδιναν ραντεβού στον τελικό, με τον Ντιέγο όμως να κλαίει απαρηγόρητος και τον Μπεκενμπάουερ να διπλασιάζει τους παγκόσμιους τίτλους του.

Υστερα από προπονητικά περάσματα από τη Μαρσέιγ και την Μπάγερν, αναδείχθηκε πρόεδρος του βαυαρικού συλλόγου το 1994, θέση που κράτησε έως το 2009.

Υπήρξε και πρόεδρος της γερμανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, ενώ ήταν ο κινητήριος μοχλός της διεκδίκησης του Μουντιάλ 2006 από τη Γερμανία. Αυτός ο παραγοντικός ρόλος ήταν που τα τελευταία χρόνια έριξε σκιά στην άπταιστη εικόνα του, καθώς κατηγορήθηκε ότι χρημάτισε μέλη της FIFA ώστε οι Τεύτονες να επικρατήσουν της Νοτίου Αφρικής με 12-11 ψήφους σε εκείνη την αξέχαστη ψηφοφορία της παγκόσμιας ομοσπονδίας. Οι κατηγορίες αυτές για διαφθορά έφτασαν έως τα ελβετικά δικαστήρια, όμως η δίκη έληξε το 2020 χωρίς ετυμηγορία, καθώς είχε πλέον παραγραφεί το (φερόμενο) αδίκημά του.

Ηδη τότε η υγεία του ήταν πολύ κλονισμένη: δύο εγχειρήσεις καρδιάς, Πάρκινσον, απώλεια της όρασης από το δεξί μάτι του, το σοκ της απώλειας του γιου του, Στέφαν (ένα από τα πέντε παιδιά του)… Απομακρύνθηκε από τα φώτα της δημοσιότητας έως ότου έσβησε, στην αγκαλιά της οικογένειάς του.