Ποδοσφαιριστές, γενικότερα αθλητές, έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ως σκεπτόμενοι πολίτες, τόσο παραμονές εκλογών όσο και στη διάρκεια της θητείας κυβερνήσεων. Κάτοχοι οι ίδιοι αβίαστου, άρα ζηλευτού από τους περισσότερους πολιτικούς, λαϊκού ερείσματος επειδή, σε αντίθεση με τις εμφανείς παρουσίες στα γήπεδα (εκεί όπου κατανοείς ευκολότερα το ταλέντο αλλά και τη σκοπιμότητα), το φως και το σκοτάδι είναι δυσθεώρητα από τα έδρανα της Βουλής.
Αναζητήσαμε πρωταγωνιστές των αγωνιστικών χώρων, όσους ύψωσαν φωνή, όχι ως φερέφωνα πολιτικών αλλά ως αυθόρμητοι ελεγκτές του συνόλου των υποψηφίων να κρατήσουν τα ηνία των πατρίδων τους. Δεν δυσκολευτήκαμε. Ευπρόσδεκτη δυσκολία (ουσιαστικά είναι ευλογία για τον ερευνητή-ρεπόρτερ) ήταν η επιλογή δύο ενδεικτικών περιπτώσεων. Επειδή ουσιαστικά αναζητήσαμε δημόσιες παρεμβάσεις με κοινό χαρακτηριστικό πως ένωσαν ακόμη και ετερόκλητους (με πολιτικό κριτήριο) πολίτες και ανάγκασαν πολιτικούς, ακόμη και αντίπαλων χώρων-ιδεολογιών, να εκφραστούν απολογητικά. Παράλληλα με το καθιερωμένο εμπόριο υποσχέσεων σε προεκλογικές περιόδους αλλά και στη διάρκεια διακυβέρνησης των χωρών τους.
Το 2011 στη Βενεζουέλα, ο Ούγκο Τσάβες, όπως συνήθιζε την ίδια εποχή, είχε εκφραστεί ακόμη και υποτιμητικά για τον παγκόσμιο δυνάστη ΗΠΑ. Ηταν τότε που έδειχνε την πρόθεσή του να δραπετεύσει η Βενεζουέλα από τη σφαίρα επιρροής των Αμερικανών, όπως και τη σαφή πρόθεση δημιουργίας ανοιχτών διαύλων με Κίνα, Ρωσία, Κούβα. «Ενθουσιασμό αλλά και ανασφάλεια από σημαντικό μέρος του πληθυσμού» εντόπιζαν διεθνείς παρατηρητές για την ίδια τάση απόσχισης από την αμερικανική επιρροή. Τότε ο Μιγκέλ Τσέντες, επιθετικός της ποδοσφαιρικής ομάδας Μαρίτιμο, τηλεφώνησε σε τηλεοπτική εκπομπή ενώ ήταν σε εξέλιξη η -ως συνήθως σε παγκόσμιο επίπεδο(!)- άγονη αντιπαράθεση των βασικών πολιτικών αντιπάλων για την τύχη της τάσης Τσάβες. «Επέμενε να παρέμβει», του δόθηκε βήμα:
«Σας ακούω κι εγώ, όπως κάθε άλλος πολίτης να συζητάτε λες και δεν είστε συμπατριώτες! Ας σταματήσετε επιτέλους να συμπεριφέρεστε έτσι… Υπάρχουν προβλήματα διαβίωσης για σημαντικό μέρος του πληθυσμού, αυτά και όχι μόνο σας υποχρεώνουν να μιλήσετε καλοπροαίρετα, με κοινό στόχο παρά τις πολιτικές διαφορές σας. Ο κόσμος, το ξέρω από τις εξέδρες των γηπέδων και από τους δρόμους των πόλεων όπου βρίσκομαι, καταλαβαίνει ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα… Μην τον υποτιμάτε, η Βενεζουέλα είναι μία. Ολοι σας χρησιμοποιείτε ως παράδειγμα τον Σιμόν Μπολιβάρ… Μιμηθείτε τη μεγάλη καρδιά του!».
«Ξέρεις; Θέλεις;»
Στην Πορτογαλία, Ιανουάριο του 1980, ο πρόεδρος της χώρας Ραμάλιο Εάνες έκλεινε τέσσερα χρόνια θητείας στο κορυφαίο αξίωμα. Η κριτική είχε ανεβάσει τους τόνους, «ο άλλοτε πάντα ετοιμοπόλεμος Εάνες δείχνει άτονος, μακριά από την αίσθηση της καθημερινότητας» όπως του καταλόγιζαν οι παραδοσιακοί πολιτικοί αντίπαλοί του. Για τον Αντόνιο Πανσέκου, άσημο ώς τότε παίκτη βόλεϊ στην ομάδα της πόλης Γκιμαράες, αποδείχτηκε φαεινή η ιδέα της κρατικής τηλεόρασης να ζητήσει από στελέχη ομάδων κάθε αθλήματος «προτροπή» προς τον πρόεδρο:
«Του λέω “ζηλεύω τη θέση σου, τη δυνατότητά σου να σκέπτεσαι και να κινείσαι για το κοινό καλό από τη θέση του προέδρου επειδή έχεις τη δυνατότητα να προσφέρεις”. Του λέω επίσης “μακάρι να ζήλευες κι εσύ τη θέση πολλών πολιτών. Αλλά δεν μπορείς! Επειδή η ανασφάλεια περισσεύει σ’ έναν κόσμο που αλλάζει στην εποχή μας (σ.σ: 1980)”. Ξέρει τα προβλήματα, μακάρι και να θέλει να κινήσει τις διαδικασίες επίλυσής τους. Ελπίζω το πρώτο παιδί που θα συναντήσεις να σου θυμίσει, με το βλέμμα του, το χρέος σου».
