Απεχθάνομαι παιδιόθεν τις φιέστες και τις παράτες. Μου τη σπάνε εξ ιδιοσυγκρασίας οι επέτειοι, οι επίσημες τελετές και οι παρελάσεις. Τα αργυρά και χρυσά ιωβηλαία μού προκαλούν ανέκαθεν ναυτία. Παρά ταύτα την Κυριακή κανένας και τίποτε δεν μπορούσαν να με κρατήσουν μακριά από τη Νέα Φιλαδέλφεια. Επειδή προφανώς λατρεύω τα πανηγύρια, τα αυθόρμητα ξεσπάσματα και τα ξεφαντώματα μέχρι πρωίας – αν εννοείτε!
Η γιορτή πέριξ του γηπέδου είχε ξεκινήσει από τα χαράματα με τα ενθουσιώδη πλήθη να συρρέουν απ’ όλες τις γωνιές της Ελλάδας παρέα με θερμόαιμους ομογενείς εξ Ευρώπης, Αμερικής, ακόμα και από τη μακρινή Αυστραλία. Προς το μεσημέρι δρόμοι, πλατείες, μαγαζιά, μπαλκόνια και ταράτσες της ευρύτερης προσφυγικής περιοχής είχαν γεμίσει ασφυκτικά. Ουρανομήκη αισθήματα ευδαιμονίας και ηδονής δονούσαν την ατμόσφαιρα ανάμεσα σε έξαλλες ιαχές, φωτοβολίδες και πυροτεχνήματα. Φαντασμαγορία!
Περαιτέρω περιγραφές περιττεύουν. Οι κάτοχοι των διαρκείας και όσοι είχαν εξασφαλίσει εισιτήριο αδημονούσαν να απολαύσουν διά ζώσης το ματς και να βιώσουν την έκσταση της απονομής η οποία θα επισφράγιζε μια ονειρεμένη χρονιά: στο δικό μας γήπεδο επιτέλους, με την ομάδα να παίζει κατά κοινή ομολογία την καλύτερη μπάλα και να ’ναι ταυτοχρόνως αρκούντως αποτελεσματική. Και πράγματι, οι εξέδρες της «Αγια-Σοφιάς» –φαντάζει άκρως αντιθεολογικό, παρεμπιπτόντως, να ονομάζουν «Αγια-Σοφιά» ένα ποδοσφαιρικό στάδιο και μάλιστα οι ίδιοι που επισήμως το βάφτισαν Opap Arena– ήταν κατάμεστες ώρες πριν από το εναρκτήριο λάκτισμα.
Το συλλογικό ξεσάλωμα έκανε το διάστημα της αναμονής να κυλάει ευχάριστα, με ξέφρενους πανηγυρισμούς, σχηματισμούς της κερκίδας, διαχύσεις και αγκαλιάσματα μεταξύ γνωστών και αγνώστων. Το όλο γλέντι ξυπνούσε αναπόφευκτα μνήμες από τις τελευταίες κατακτήσεις πρωταθλημάτων στη Νέα Φιλαδέλφεια. Κυρίαρχη εκείνη του 1993. Η ΑΕΚ έπαιζε με τον αδιάφορο Ολυμπιακό και ήθελε νίκη. Καμιά ομάδα στον κόσμο, ωστόσο, δεν μπορούσε να τη σταματήσει εκείνη τη μέρα. Επικρατούσε, φυσικά, παρόμοιος πανζουρλισμός που τον επέτεινε το γκολ του Σλίσκοβιτς με «ψαράκι» μόλις στο πρώτο λεπτό.
Ηταν η εποχή του περιβόητου «με τα μυαλά στα κάγκελα» και γύρω στο 60’ κατά κύματα οι οπαδοί άρχισαν να εισρέουν στο τερέν. Περί το 75’ το μισό γήπεδο ακροβολιζόταν γύρω από τις γραμμές, περιμένοντας με ανυπομονησία τη λήξη του αγώνα. Το διαιτητικό τρίο για να προστατεύσει εαυτούς και να εξασφαλίσει όσο γινόταν τη σωματική ακεραιότητα των παικτών τη σφύριξε κάπου στο 80’. Επακολούθησε το έλα να δεις. Τα αλλόφρονα πλήθη εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο αφαιρώντας τα σημαιάκια, ξηλώνοντας τα δίχτυα, ξεκαρφώνοντας τα δοκάρια, ώσπου οσονούπω έκοβαν τούφες τούφες το γκαζόν εις ανάμνησιν ρομαντικών στιγμών!
Εκτός από το πρωτόκολλο ποδοπατήθηκαν τα πάντα εκείνο το απόγευμα, αφού συν τω χρόνω μπήκαν μέσα και οι πιο συντηρητικοί, ακόμα και όσοι δεν μπορούσαν να σκαρφαλώσουν στα κιγκλιδώματα. Σε κάνα δίωρο νόμιζες πως είχε πέσει ακρίδα μαζί με τις υπόλοιπες έξι πληγές του φαραώ. Στο αυθόρμητο σκηνικό απεικονιζόταν η αιωνία Ελλάς, αποδοκιμάστηκε μολαταύτα την επαύριο από την ΕΠΑΕ, τους παράγοντες, τον ΠΣΑΠ, τον ΠΣΑΤ και σύσσωμο τον αθλητικό και πολιτικό Τύπο ως ένδειξη ακραίου τριτοκοσμισμού. Ο κόσμος, πάντως, το ευχαριστήθηκε με την ψυχή του!
Το 1994 –τρίτο σερί πρωτάθλημα της ΑΕΚ του Μπάγεβιτς και τελευταίο μέχρι την περασμένη Κυριακή στη Νέα Φιλαδέλφεια– η στέψη, η απονομή και ο γύρος του θριάμβου έγιναν προτού αρχίσει το παιχνίδι με τον ΟΦΗ, κάτι που επέτρεπε η διαφορά βαθμολογίας, για να αποφευχθεί προφανώς παρόμοια άτακτη εισβολή. Το ματς εξελίχθηκε σε τυπική διαδικασία που θύμιζε νερόβραστη και ανάλατη σούπα.
Μέσα στο γενικό παραλήρημα, προχθές, δεν έκρυβα τον ενδόμυχο φόβο μην επαναληφθούν οι σκηνές του ‘93, ως φάρσα αυτή τη φορά, καθότι η είσοδος οπαδών στο νέο γήπεδο είναι ευκολότερη από παλιά. Παρά ταύτα ο κόσμος κράτησε υποδειγματική στάση. Το ίδιο προσπάθησε και η ΠΑΕ. Τα συνεργεία έστησαν σε χρόνο ντετέ την αψίδα και την έδρα της στέψης, καθώς και τα επιπλέον φωτιστικά. Χάι τεκ εκτοξευτήρες πετούσαν εορταστικές φανέλες στους φιλάθλους. Μπράβο οργάνωση, θαύμαζα μέσα μου.
Κατόπιν τα μεγάφωνα καλούσαν έναν έναν τους παίκτες. Κατέφταναν φουριόζοι με τις σημαίες των χωρών τους στην πλάτη και τα παιδιά τους στα χέρια. Γκατσίνοβιτς και Βίντα σφιχταγκαλιάζονταν με τα εθνικά σύμβολα Σερβίας και Κροατίας να σμίγουν. «Ρε μπας και ενώνει στ’ αλήθεια ο αθλητισμός του λαούς;», σκεφτόμουν. Πάνω από τριάντα ποδοσφαιριστές, μαζί με τους παγκίτες, παρέλασαν. Ωσπου ήρθε η σειρά του Ματίας Αλμέιδα που αποθεώθηκε από τους πάντες. Ολα στην εντέλεια μέχρι εδώ.
Επειτα όμως κλήθηκαν ένας ένας τα μέλη του τεχνικού τιμ. Μια εικοσαριά νοματαίοι. Η βραδιά άρχισε να γίνεται πληκτική. Ακολούθησε ο Λάκης Νικολάου και εν μέσω πάνδημων χασμουρητών το ιατρικό επιτελείο· άλλοι δεκαπέντε. Υστερα οι διάφοροι διευθυντές και οι επιφορτισμένοι με την καθημερινότητα της ομάδας. Παρέλειψαν να φωνάξουν τους θυρωρούς, όσους ποτίζουν και κουρεύουν το χορτάρι και, γιατί όχι, τους χιλιάδες εργάτες που δούλεψαν στα εργοτάξια. Τουλάχιστον αυτοί έβαλαν κυριολεκτικά το λιθαράκι τους για να πραγματοποιηθούν όλα τούτα.
Κοιμισμένος σχεδόν ίσα που ξεχώριζα τον Αραούχο, τον Μάνταλο και τον Σιμάνσκι να σηκώνουν την κούπα. Τον γύρο του θριάμβου καθιστούσε αθέατο πυκνό σύννεφο από καπνογόνα. Οι πρωταθλητές δεν έβλεπαν τη μύτη τους κι εμείς την τύφλα μας. Μερίδα του Τύπου εκθείασε την τελετή. Εφάμιλλη του ΝΒΑ τη χαρακτήρισε. Οι αμερικανιές θα μας φάνε, αναλογιζόμουν, νοσταλγώντας τις αλλοτινές ένδοξες εποχές.
