Η περίπτωση της Παρί Σεν Ζερμέν προκαλεί λύπη. Στο Μόναχο, στον δεύτερο αγώνα για τη φάση των «16» του Τσάμπιονς Λιγκ, δεν είδαμε ούτε ίχνος της κλάσης που η ομάδα αυτή θα έπρεπε να διαθέτει χάρη στους εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές της. Από τη μία πλευρά, ήταν απογοητευτική η εμφάνισή της. Από την άλλη όμως, δεν προκάλεσε έκπληξη, καθώς η πρόωρη έξοδος της Παρί από το Τσάμπιονς Λιγκ συμβαίνει σχεδόν πάντα.
Μόνο το 2020 κατάφερε ο σύλλογος να φτάσει στον τελικό της διοργάνωσης, στη σεζόν της πανδημίας. Σε εκείνη τη -μοναδική λόγω συνθηκών- σεζόν δύο γερμανικές και δύο γαλλικές ομάδες έφτασαν στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ, καθώς οι κορυφαίες αγγλικές και ισπανικές ομάδες δεν είχαν αγωνιστεί για μερικές εβδομάδες και δεν βρίσκονταν σε προπονητικό και αγωνιστικό ρυθμό. Φέτος όμως η Παρί Σεν Ζερμέν έχασε δύο φορές από την Μπάγερν στη φάση των «16» χωρίς να σημειώσει ούτε ένα γκολ.
Η Παρί αντιμετωπίζει ένα βασικό πρόβλημα. Η ομάδα παίζει χωρίς έμπνευση και προσφέρει στο κοινό προχειροδουλειά. Κλασική περίπτωση είναι ο Μάρκο Βεράτι. Είναι πράγματι καλός ποδοσφαιριστής, με ασφαλείς πάσες και δυνατός στα τάκλιν. Ηταν από τους σημαντικότερους παίκτες της Ιταλίας, που αναδείχτηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Με τη φανέλα της Παρί Σεν Ζερμέν, όμως, υπερεκτιμά τον εαυτό του και δεν ανταποκρίνεται στον ρόλο του αμυντικού χαφ που προσφέρει σταθερότητα στην ομάδα του. Ως αποτέλεσμα, δεν έχει σύνδεση με τους συμπαίκτες του. Στον αγώνα του Μονάχου, αυτός έχασε την μπάλα και επιτεύχθηκαν τα δύο τέρματα της Μπάγερν. Κατόπιν διαμαρτυρήθηκε για φάουλ, μολονότι οι συμπαίκτες του είχαν δει ότι όλα κύλησαν βάσει κανονισμών. Και πήρε υπερβολικό ρίσκο σε επικίνδυνες καταστάσεις.
Ο Βεράτι είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα για το τι συμβαίνει στην Παρί. Ούτε η άμυνα ούτε το κέντρο ούτε η επίθεση έχουν αναπτύξει συλλογικό πνεύμα και αίσθημα ευθύνης για το τελικό αποτέλεσμα. Ο Σέρχιο Ράμος, η πάλαι ποτέ επιτομή του σύγχρονου στόπερ, επιδεικνύει τις αμυντικές ικανότητές του ακόμα και στα «γεράματά» του. Ομως είναι μεμονωμένη περίπτωση. Η Παρί δεν είναι ομάδα.
Ο Κιλιάν Μπαπέ είναι μια ιστορία από μόνος του. Αναμφισβήτητα έχει ικανότητες που τον κάνουν να ξεχωρίζει παγκοσμίως και κατακτά τα εγχώρια πρωταθλήματα χαλαρά, χωρίς ιδρώτα. Αλλά το ταλέντο του δεν είναι ενσωματωμένο. Στο Μόναχο περίμενε απλώς να πέσει η μπάλα στα πόδια του. Δεν μπορώ να φανταστώ με ποιον τρόπο θα ανθήσει η καριέρα του Μπαπέ στο Παρίσι.
Ομως είναι κάτι εφικτό. Ολοι στην Εθνική Γαλλίας δουλεύουν για την επιτυχία υπό τις οδηγίες του Ντιντιέ Ντεσάν, άρα δουλεύουν και για τον Μπαπέ. Γιατί ξέρουν ότι ο δυναμισμός, η εκτελεστική δεινότητα, οι αλλαγές ρυθμού του είναι μοναδικές στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.
O Μπαπέ είναι ενσωματωμένος στην Εθνική Γαλλίας, όπως ο Λιονέλ Μέσι στην Αργεντινή, όπου ο εκλέκτορας Λιονέλ Σκαλόνι «επιμελείται» την ιδιοφυΐα του 35χρονου αρχηγού του. Ενας για όλους, όλοι για έναν. Ο Μέσι επίσης επέδειξε την κλάση του ανά διαστήματα στο Μόναχο. Ομως οι ικανότητές του χρησιμοποιούνται άσκοπα και χωρίς κατεύθυνση. Οι μονάδες στην Παρί απλά δεν γνωρίζουν πώς να σκοράρουν ομαδικά ένα γκολ και τι να προσφέρουν στο σύνολο. Ο Μέσι ήταν απελπιστικά αβοήθητος.
Αρα, η Παρί διαθέτει τους δύο ποδοσφαιριστές που μάγεψαν τον κόσμο με τις ομάδες τους στον τελικό του Μουντιάλ πριν από τρεις μήνες, τον Μέσι και τον Μπαπέ, συν τον Νεϊμάρ, τον καλύτερο Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή της τελευταίας δεκαετίας, τον πρώην αρχηγό της Ρεάλ Μαδρίτης και τετράκις νικητή του Τσάμπιονς Λιγκ, Σέρχιο Ράμος, συν δύο πρωταθλητές Ευρώπης με την Ιταλία, τους Ντοναρούμα και Βεράτι. Ολοι τους συγκαταλέγονται στους πιο φημισμένους ποδοσφαιριστές του πλανήτη και έχουν εκατομμύρια θαυμαστές και followers.
Ομως στις δύο αναμετρήσεις με την Μπάγερν Μονάχου δεν έκαναν τίποτε το ξεχωριστό. Τίποτε που να προκαλέσει ενθουσιασμό, τίποτε που, ως παίκτη, να σε κάνει να θέλεις να γίνεις κομμάτι της ιστορίας -όπως στη Ρεάλ του Ζινεντίν Ζιντάν και του Κάρλο Αντσελότι ή στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Αλεξ Φέργκιουσον ή στην Μπάγερν του Γιουπ Χάινκες ή στην Μπαρτσελόνα του Πεπ Γουαρδιόλα.
Λυπάται κανείς τους πολλούς φιλάθλους της Παρί που ταξίδεψαν στο Μόναχο. Η ελπίδα τους ότι κάτι ωραίο μπορεί να προκύψει πεθαίνει κάθε χρονιά ξανά και ξανά. Σίγουρα πιστεύουν σε κάτι διαφορετικό. Η τωρινή Παρί απέχει παρασάγγας από μια αξιέραστη ομάδα, παρά τις επενδύσεις χρόνων.
Αυτή η εξωφρενικά ακριβή ομάδα μοιάζει με πολυκατάστημα πολυτελείας: στις βιτρίνες του φιγουράρουν πολύτιμα εκθέματα που όλοι θαυμάζουν αλλά κανενός το πορτοφόλι δεν αντέχει. Εγγυάται υψηλή προσοχή και θέαμα, όμως λειτουργεί μόνο οικονομικά. Αν ξοδεύεται τόσο χρήμα αλλά δεν επιτυγχάνεται η προσδοκώμενη ποιότητα, τότε η κατάσταση δεν είναι καλή. Πολιτικά, η επένδυση της Παρί Σεν Ζερμέν ίσως έχει αποδώσει. Η δημοφιλία του ποδοσφαίρου το καθιστά κατάλληλο εργαλείο για άλλους σκοπούς. Ο ιδιοκτήτης της, η χώρα του Κατάρ δηλαδή, έχει χρησιμοποιήσει το Παρίσι, την Ευρώπη και τους ποδοσφαιριστές για πολιτική ασφάλειας και για γεωπολιτικούς λόγους. Ετσι λειτουργεί ο κόσμος. Είναι εμφανές ότι το Κατάρ δεν έχει τελειώσει, καθώς ο εμίρης ενδιαφέρεται και για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Εχει τα μέσα.
Το ποδόσφαιρο, όμως, είναι κάτι διαφορετικό. Οι μεγάλες ομάδες, που εμπνέουν τους ανθρώπους για να ταυτιστούν με αυτές, αναπτύσσονται με συγκεκριμένη διαδικασία. Είναι κάτι που επιτυγχάνεται με συνεργασία, αλληλεγγύη και ομαδικότητα. Αυτές είναι οι αρχές της Ευρώπης, όχι όμως της Παρί Σεν Ζερμέν.
Ετσι λοιπόν ο παριζιάνικος σύλλογος παραμένει μια ρηχή εμπειρία. Ο Λιονέλ Μέσι δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του πως εκ των υστέρων μετάνιωσε που δεν απόλαυσε τα νεανικά του χρόνια στην Μπαρτσελόνα υπό τον Πεπ Γουαρδιόλα, όταν αυτός και οι συμπαίκτες του κέρδισαν τις καρδιές τόσων φιλάθλων. Αυτή η θλιβερή συνειδητοποίηση του προέκυψε στο Παρίσι…
* Ο Φίλιπ Λαμ, Γερμανός πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, αρχηγός της πρωταθλήτριας κόσμου 2014, είναι ο διευθυντής της Οργανωτικής Επιτροπής του EURO 2024 που θα φιλοξενήσει η χώρα του
? Τα κείμενα του Φίλιπ Λαμ εμφανίζονται τακτικά στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Είναι μια παραγωγή σε συνεργασία με τον Oliver Fritsch του γερμανικού περιοδικού «Zeit Online» και δημοσιεύεται σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων: Gazeta Wyborcza (Πολωνία), Denník N (Σλοβακία), Guardian (Αγγλία), Sport (Τσεχία), La Repubblica (Ιταλία), Telesport (Κροατία), Politiken (Δανία), Voetbalmagazine (Βέλγιο), L’Équipe (Γαλλία), Delo (Σλοβενία), Tribuna (Ουκρανία & Λευκορωσία), Haaretz (Ισραήλ), Sports Daily (Ρωσία), El País (Ισπανία), Expresso (Πορτογαλία), Aftonbladet (Σουηδία), Makfudbal (Βόρεια Μακεδονία), Postimees (Εσθονία), Verdens Gang (Νορβηγία), 444 (Ουγγαρία), Irish Times (Ιρλανδία), Lead (Ρουμανία), Morgunblaðið (Ισλανδία), Sankt-Petersburgskie vedomosti (Ρωσία), Gazeta Sheshi (Κόσοβο), Times of Malta (Μάλτα), Ilta-Sanomat (Φινλανδία)
