Μου άρεσε να βρίσκομαι στον αγωνιστικό χώρο με ποδοσφαιριστές. Οι πρώην προπονητές μου, Κάρλο Αντσελότι, Πεπ Γουαρδιόλα, Γιουπ Χάινκες και Φέλιξ Μάγκατ, υπήρξαν όλοι παγκόσμιοι πρωταθλητές ή πρωταθλητές Ευρώπης σε συλλογικό επίπεδο ως παίκτες. Εχοντας περάσει από τον ρόλο του παίκτη, γνωρίζουν τι κάνει τα αποδυτήρια να λειτουργούν σωστά. Αναγνωρίζουν με ποιους παίκτες είναι εφικτοί οι θρίαμβοι. Χρησιμοποιούν τη φυσική ιεραρχία μιας ομάδας. Αν ένας προπονητής δεν διαθέτει αυτό το ένστικτο, οι παίκτες το μυρίζονται αμέσως.
Θα μπορούσα εύκολα να φανταστώ τον Τσάμπι Αλόνσο ως προπονητή μου. Γνωρίζει το ποδόσφαιρο απ’ έξω κι ανακατωτά. Αγωνίστηκε στην Μπάγερν Μονάχου τρία χρόνια και το 2017 τερματίσαμε μαζί τις καριέρες μας, με άλλο ένα τρόπαιο πρωταθλητή στα χέρια μας. Δεν με εκπλήσσει που είναι πλέον προπονητής. Ηδη δούλευε προς την κατεύθυνση αυτή τα τελευταία χρόνια της ενεργού δράσης του ως ποδοσφαιριστής.
Ο Τσάμπι Αλόνσο διαθέτει τις σημαντικές προϋποθέσεις για να θριαμβεύσει και ως προπονητής, γιατί έχει κατακτήσει τα πάντα: το Τσάμπιονς Λιγκ με τη Λίβερπουλ και τη Ρεάλ Μαδρίτης, το Παγκόσμιο Κύπελλο και δις το Euro με την Ισπανία, ενώ αναδείχτηκε πρωταθλητής στην Ισπανία και τη Γερμανία.
Ηδη ως παίκτης, ο Τσάμπι Αλόνσο ήταν ένας διανοούμενος – η ποδοσφαιρική συζήτηση μαζί του ήταν απόλαυση και αναλάμβανε την ευθύνη για τα πάντα. Επί μία δεκαετία καθόριζε τη θέση του αμυντικού μέσου. Με αυτόν στο γήπεδο, η άμυνα δεν άφηνε κενά στους αντιπάλους και, στη φάση δημιουργίας, ήξερε πάντα πού υπήρχε ρίσκο να χαθεί η μπάλα. Προσέδιδε στις ομάδες του σταθερότητα, τάξη και ασφάλεια.
Εχει το πλεονέκτημα να έχει καθιερωθεί στα τρία δυνατότερα πρωταθλήματα του κόσμου: την Πρέμιερ Λιγκ, την Μπουντεσλίγκα και τη Λα Λίγκα. Οι καλύτεροι προπονητές τον υπολόγιζαν ως ηγέτη: Πεπ Γουαρδιόλα, Κάρλο Αντσελότι, Ζοσέ Μουρίνιο, Ράφα Μπενίτεθ, Βιθέντε δελ Μπόσκε… Μπορούσες να καταλάβεις πόσο στρατηγικό μυαλό διαθέτει από το γεγονός ότι ξεχώριζε μέσα στους κορυφαίους συλλόγους, ακόμα και όταν το παιχνίδι έγινε πιο δυναμικό και οι αντίπαλοι ταχύτεροι.
Το ποδόσφαιρο καθόρισε τη ζωή του από τα 5 έως τα 35 χρόνια του. Είναι αναμφισβήτητο ότι τέτοιες έντονες εμπειρίες σε βοηθούν αργότερα όταν ως προπονητής καλείσαι να καθοδηγήσεις ποδοσφαιριστές. Στην Αγγλία, την Ιταλία και τη Γαλλία είναι κοινός κανόνας ότι οι τεχνικοί στους κορυφαίους συλλόγους έχουν υπάρξει παίκτες στην πρώτη ή τη δεύτερη κατηγορία. Στην Ισπανία, και οι τρεις μεγάλοι (Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα, Ατλέτικο Μαδρίτης) προπονούνται από πρώην διεθνείς.
Από την άλλη, η Μπουντεσλίγκα βαδίζει στον δικό της δρόμο. Με τη συλλογή τροπαίων του, ο Τσάμπι Αλόνσο, που ανέλαβε πρόσφατα τη Λεβερκούζεν, αποτελεί την εξαίρεση. Ο Νίκο Κόβατς της Βόλφσμπουργκ είναι ο μοναδικός από τους αντίπαλους προπονητές που έχει κερδίσει πρωτάθλημα ως παίκτης. Ο Ολιβερ Γκλάσνερ (Αϊντραχτ Φρανκφούρτης) και ο Ουρς Φίσερ (Ουνιόν Βερολίνου) ήταν κυπελλούχοι στην Αυστρία και την Ελβετία αντίστοιχα, και ο Αντρέ Μπραϊτενράιτερ (Χοφενχάιμ) στη Γερμανία με ομάδα 2ης κατηγορίας.
Στη Γερμανία, εδώ και χρόνια οι σύλλογοι βασίζονται σε προπονητές χωρίς αξιοσημείωτη ποδοσφαιρική καριέρα. Μερικοί ήταν ποδοσφαιριστές στην 7η κατηγορία (ή και κατώτερη) και τώρα είναι το πολύ 35 χρόνων. Εχουν όμως πολύ καλό δίπλωμα προπονητικής. Ακολουθούν το παράδειγμα του Ραλφ Ράνγκνικ, που κάποτε είπε ότι ποδοσφαιριστές και προπονητές είναι δύο διαφορετικά επαγγέλματα.
Πιστεύω ότι αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη. Φυσικά, ένας παγκόσμιας κλάσης ποδοσφαιριστής δεν γίνεται αυτομάτως καλός προπονητής – υπάρχουν άφθονες αποδείξεις γι’ αυτό. Οπως υπάρχει και το παράδειγμα του κάποτε ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή Αρίγκο Σάκι, που εφηύρε την στοχοπροσηλωμένη άμυνα στην μπάλα. Ωστόσο η εξαίρεση αυτή δεν σημαίνει ότι η θεωρία μπορεί να αντικαταστήσει την πράξη. «Δεν μπορείς να μάθεις σε έναν γέρικο σκύλο νέα κόλπα». Ητοι, πρώτα η πρακτική, κατόπιν η θεωρία. Η θεωρία μπορεί να αναπληρωθεί.
Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η Μπουντεσλίγκα είναι επιτυχημένη. Μολονότι υπάρχουν μεγάλοι σύλλογοι και μεγάλες πόλεις στη Γερμανία, η Μπάγερν πάντα τερματίζει πρώτη την τελευταία δεκαετία. Με εξαίρεση τον βαυαρικό σύλλογο, οι υπόλοιπες γερμανικές ομάδες συνήθως αποδίδουν πολύ κάτω από τις δυνατότητές τους στις διεθνείς διοργανώσεις.
Πού είναι άραγε οι Γερμανοί πρώην ποδοσφαιριστές που θέλουν να μάθουν την προπονητική; Χωρίς αυτούς, το γερμανικό ποδόσφαιρο χάνει τεράστια εγγενή γνώση, χάνει την τεχνογνωσία τού τι πρέπει να κάνει ένας παίκτης για να κλέψει την μπάλα από τον αντίπαλό του ή να τον ντριμπλάρει με επιτυχία. Ή την τεχνογνωσία για το πότε πρέπει να κάνει μπρος ή πίσω σε μια μονομαχία, πώς να γυρίσει, πού να τρέξει και όλες τις πραγματικά σημαντικές λεπτομέρειες. Ή την τεχνογνωσία για το πώς να συγκροτήσει μεγάλες ομάδες. Ο Αλεξ Φέργκιουσον έχει δίκιο: πρόκειται για ένα έργο τέχνης.
Ο Τσάμπι Αλόνσο ήταν πάντα αξιόπιστος στον αγωνιστικό χώρο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι θα πετύχει και στο δεύτερο επάγγελμά του. Πρέπει να επιτρέπεται σε έναν προπονητή να πειραματίζεται για να βρει το στιλ του. Αυτό είναι που παραβλέπουν πολλοί πρώην ποδοσφαιριστές. Αντιμετωπίζουν το δύσκολο εγχείρημα να μάθουν μια νέα τέχνη. Σχέδια, οργάνωση, προετοιμασία, δουλειά γραφείου – οι θεωρητικοί έχουν προβάδισμα στον τομέα αυτό. Από εκεί πρέπει να ξεκινούν οι ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες την εκπαίδευση προπονητών.
Ο Τσάμπι Αλόνσο άρχισε προσεκτικά τη νέα καριέρα του. Σε αντίθεση με πολλούς, δεν ξεκίνησε από πολύ ψηλά πολύ νωρίς, αλλά δοκίμασε τις δυνάμεις του στα νεανικά τμήματα της Ρεάλ Μαδρίτης και τη δεύτερη ομάδα της Ρεάλ Σοσιεδάδ. Εχει ήδη τέσσερα χρόνια μαθητείας στην πλάτη του – μια γρήγορη πορεία που σημαίνει ότι σίγουρα θα κάνει και λάθη στο μέλλον. Τώρα προπονεί την Μπάγερ Λεβερκούζεν και από την πρώτη ημέρα βρίσκεται υπό πίεση. Αυτό εμπεριέχει ρίσκο. Ενας προπονητής δεν ωριμάζει εν μιά νυκτί.
Η λαμπερή ποδοσφαιρική καριέρα του δεν εγγυάται ότι ο Τσάμπι Αλόνσο θα γίνει σπουδαίος προπονητής. Ομως σίγουρα διαθέτει ό,τι χρειάζεται: το χάρισμα, την ηλικία, τα προσόντα και τον χαρακτήρα για να θέλει να εξελίσσεται διαρκώς. Αλλά και τη γνώση που αποκτάται μόνο πάνω στο χορτάρι.
* Ο Φίλιπ Λαμ, Γερμανός πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, αρχηγός της πρωταθλήτριας κόσμου 2014, είναι ο διευθυντής της Οργανωτικής Επιτροπής του EURO 2024 που θα φιλοξενήσει η χώρα του
Τα κείμενα του Φίλιπ Λαμ εμφανίζονται τακτικά στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Είναι μια παραγωγή σε συνεργασία με τον Oliver Fritsch του γερμανικού περιοδικού «Zeit Online» και δημοσιεύεται σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων: Gazeta Wyborcza (Πολωνία), Denník N (Σλοβακία), Guardian (Αγγλία), Sport (Τσεχία), La Repubblica (Ιταλία), Telesport (Κροατία), Politiken (Δανία), Voetbalmagazine (Βέλγιο), L’Équipe (Γαλλία), Delo (Σλοβενία), Tribuna (Ουκρανία & Λευκορωσία), Haaretz (Ισραήλ), Sports Daily (Ρωσία), El País (Ισπανία), Expresso (Πορτογαλία), Aftonbladet (Σουηδία), Makfudbal (Βόρεια Μακεδονία), Postimees (Εσθονία), Verdens Gang (Νορβηγία), 444 (Ουγγαρία), Irish Times (Ιρλανδία), Lead (Ρουμανία), Morgunblaðið (Ισλανδία), Sankt-Petersburgskie vedomosti (Ρωσία), Gazeta Sheshi (Κόσοβο), Times of Malta (Μάλτα), Ilta-Sanomat (Φινλανδία)
