Δύο φίλοι, δύο συνομήλικοι που έχουν περάσει μια παράλληλη ζωή, απόψε το βράδυ έχουν έναν κοινό στόχο: να κατακτήσουν το Τσάμπιονς Λιγκ. Μόνο που δεν μπορούν να το πετύχουν ταυτόχρονα, γιατί θα είναι αντίπαλοι. Ο Ενγκολό Καντέ της Τσέλσι και ο Ριάντ Μαχρέζ της Μάντσεστερ Σίτι είναι δύο εντελώς διαφορετικοί ποδοσφαιριστές, αλλά η μοίρα έχει φροντίσει να τους ενώσει με κάθε πιθανό τρόπο.
Αμφότεροι γεννήθηκαν στο Παρίσι, από γονείς Αφρικανούς μετανάστες. Ο Μαχρέζ στις 21 Φεβρουαρίου 1991 από Αλγερινούς και ο Καντέ 36 μέρες αργότερα από γονείς που κατάγονται από το Μάλι. Ο εξτρέμ της Μάντσεστερ Σίτι έμενε σε προάστιο της γαλλικής πρωτεύουσας, το Σαρσέλ, ενώ ο κεντρικός χαφ της Τσέλσι, στο βόρειο μέρος της πόλης. Τα πατρικά τους σπίτια απέχουν 20 λεπτά με τα πόδια και εικάζεται –γιατί κανείς τους δεν θυμάται– ότι οι δυο τους έχουν βρεθεί αντίπαλοι σε αγώνες μεταξύ γειτονιών στις αλάνες της περιοχής!
Σε νεαρή ηλικία και οι δύο βίωσαν την πατρική απώλεια. Ο πατέρας του Καντέ «έφυγε» όταν αυτός ήταν 11 ετών, ενώ ο Μαχρέζ έχασε τον δικό του στα 15. Αναγκαστικά το βάρος του βιοπορισμού έπεσε στις μανάδες τους, που δουλεύοντας ως καθαρίστριες (και οι δύο) τα κατάφεραν μια χαρά. Ευτυχώς σήμερα αμφότερες βρίσκονται εν ζωή καμαρώνοντας τα παιδιά τους και απολαμβάνοντας μια διαφορετική ζωή μακριά από κακουχίες.
Ακόμα και η καριέρα των δύο σημερινών αντιπάλων είχε κοινή πορεία και ένα συναπάντημα που, όπως φαίνεται, ήταν αναπόφευκτο.
Ο Μαχρέζ ξεκίνησε από μικρές ερασιτεχνικές ομάδες, ώσπου το 2010 μεταγράφηκε στη Χάβρη. Την προτίμησε από τις Παρί Σεν Ζερμέν και Μαρσέιγ, πιστεύοντας ότι θα του δώσουν μεγαλύτερη προσοχή. Στα τριάμισι χρόνια της παραμονής του ήταν μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης ομάδας, αν και τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ουσιαστικά αποτελούσε μέλος των Ανδρών. Εκεί τον είδε η Λέστερ και τον απέκτησε έναντι 500.000 ευρώ, όταν ακόμη αυτή αγωνιζόταν στην Τσάμπιονσιπ, τη Β’ κατηγορία Αγγλίας. Μέχρι το καλοκαίρι του ’14 ο Μαχρέζ δεν είχε παίξει ποτέ σε μεγάλη κατηγορία κανενός πρωταθλήματος.
Αντίστοιχη ήταν και η πορεία του Καντέ. Εγινε επαγγελματίας στα 21 του με την ομάδα της Βουλώνης και συνέχισε στην Καέν. Το 2014 έπαιξε στην Α’ εθνική Γαλλίας και έναν χρόνο μετά βρέθηκε κι αυτός στο Λέστερ. Ηταν μια επιλογή του σκάουτερ Στιβ Γουόλς, ο οποίος είχε φέρει ήδη τον Μαχρέζ και τον Βάρντι, οπότε και στην περίπτωση του Καντέ εισακούστηκε. Δεν έπεσε καθόλου έξω.
Η συμβίωση των Μαχρέζ – Καντέ στο Λέστερ ήταν μικρή, αλλά ιστορική. Καταρχάς γιατί η ομάδα κατέκτησε το μοναδικό πρωτάθλημα στην ιστορία της. Και οι δυο τους ήταν ακρογωνιαίοι λίθοι στη μεγαλύτερη έκπληξη από καταβολής Πρέμιερ Λιγκ. Παράλληλα, λόγω κοινής γλώσσας έγιναν αμέσως φίλοι. «Δεν είχα ξαναβγεί από τη χώρα και όταν πήγα στην Αγγλία αισθανόμουν εντελώς έξω από τα νερά μου. Ευτυχώς ήταν εκεί ο Μαχρέζ για να με κατατοπίσει και να με βοηθήσει. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ», είπε πριν από μερικά χρόνια ο Καντέ. Η συμβίωσή τους κράτησε λιγότερο από έναν χρόνο, όσο μία αγωνιστική σεζόν. Η Τσέλσι έδωσε 40.000.000 ευρώ και το καλοκαίρι του 2016 απέκτησε τον Γάλλο μέσο. Την ίδια εποχή ο Πεπ Γουαρδιόλα πήγε στη Μάντσεστερ Σίτι και ο πρώτος παίκτης που ζήτησε ήταν ο Μαχρέζ! Η Λέστερ αντιστάθηκε αρκετά, σε κάθε μεταγραφική περίοδο υπήρχε αυτό το σίριαλ, το οποίο έληξε θετικά για όλες τις πλευρές το 2018. Από τότε, οι δυο τους συγκεντρώνουν πάντοτε τις κάμερες πάνω τους, αφού μετά από κάθε ματς της Τσέλσι με τη Σίτι τα λένε αγκαλιασμένοι για ώρα μέσα στον αγωνιστικό χώρο.
Σε κάθε κανόνα υπάρχει και μία εξαίρεση. Που θα μπορούσε να αποφευχθεί κι αυτή αν ο Μαχρέζ δεν βιαζόταν. Το 2013, όταν έπαιζε ακόμα στη Χάβρη, τον προσέγγισε η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Αλγερίας και του ζήτησε να παίξει στην εθνική ομάδα της χώρας, ποντάροντας στην καταγωγή των γονιών του. Ο Μαχρέζ ήθελε να αγωνιστεί στο Μουντιάλ της Βραζιλίας και ποτέ δεν πίστεψε ότι θα έβρισκε θέση στη Γαλλία.
Αντίθετα, ο Καντέ πίστεψε στον εαυτό του, σε μια εποχή που δεν τον πίστευε –και δεν τον ήξερε– κανείς. Το 2015, που ακόμη βρισκόταν στην Καέν, δέχτηκε κρούση από την ομοσπονδία του Μάλι. Αν και είχε δικαίωμα να παίξει με αυτή την εθνική ομάδα, αρνήθηκε, πιστεύοντας ότι η εξέλιξή του θα τον έφερνε στους «τρικολόρ». Δικαιώθηκε έναν χρόνο μετά, κατά τη διάρκεια της χρυσής σεζόν με τη Λέστερ. Και έγινε το ’18 παγκόσμιος πρωταθλητής ως βασικός κι αναντικατάστατος. Θα μπορούσε να είχε παρέα κι εκεί τον Μαχρέζ, ο οποίος πάντως εξιλεώθηκε (ώς έναν βαθμό) με την κατάκτηση του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής πρόπερσι.
Σήμερα το βράδυ στο Πόρτο οι παράλληλες πορείες και οι μεταξύ τους συμπτώσεις αναγκαστικά θα χωριστούν. Διότι από τον αγωνιστικό χώρο του «Ντραγκάο» ο ένας θα φύγει χαμογελαστός και νικητής και ο άλλος, στεναχωρημένος και ηττημένος. Αυτό ούτε η (κοινή τους) μοίρα δεν μπορεί να το αποτρέψει…
