Η επισημοποίηση του ενδιαφέροντος για την απόκτηση των μετοχών της ΠΑΕ Παναθηναϊκός από την πλευρά του Ελληνοαμερικανού επιχειρηματία Μάρκου Δρακωτού και του κονσόρτσιουμ που εκπροσωπεί, φέρεται να προσφέρει μια εναλλακτική επιλογή στα διοικητικά δρώμενα του συλλόγου.
Προς το παρόν ωστόσο παραμένουν αναπάντητα όλα τα ουσιαστικά ερωτήματα που σχετίζονται με το ενδιαφέρον του ομογενούς επιχειρηματία.
Η πρόσφατη ανακοίνωσή του δεν ανέφερε το παραμικρό τεκμήριο για την ύπαρξη συγκεκριμένου οικονομικού πλάνου και περιορίστηκε στη ζοφερή περιγραφή της πραγματικότητας που βιώνει ο σύλλογος, καθώς επίσης και στο αίτημα ελέγχου των οικονομικών στοιχείων της εταιρείας από ορκωτούς λογιστές του εξωτερικού.
Εάν υποθέσουμε ότι ο στόχος είναι να ασκηθεί πίεση στον Αλαφούζο για να πειστεί να παραχωρήσει τις μετοχές του, όπως εμμέσως πλην σαφώς εκφράζεται από την πλευρά Δρακωτού, η ταμπακέρα βρίσκεται αλλού. Στο πόσα είναι τα χρήματα που προτίθενται να επενδύσουν στον Παναθηναϊκό για να τον αναγεννήσουν, συνολικά και ανά έτος, ποιο είναι το νούμερο που σκέφτονται να προσφέρουν για την απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών της «πράσινης» ΠΑΕ καθώς επίσης και ποιοι είναι οι υπόλοιποι επιχειρηματίες που συνθέτουν το συγκεκριμένο κονσόρτσιουμ. Ειδικότερα η τελευταία παράμετρος είναι η μοναδική που θα μπορούσε να καταδείξει σε έναν βαθμό τη δυναμική και το εύρος της οικονομικής οντότητας του συγκεκριμένου εγχειρήματος.
Δίχως αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να υπάρξει ουσία σε αυτή την κίνηση, παρά το τέλμα στο οποίο βρίσκεται ο σύλλογος επί των ημερών του Αλαφούζου και την παντελή έλλειψη οράματος της παρούσας συγκυρίας.
Οσον αφορά τον ίδιο τον Μάρκο Δρακωτό, είναι πρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου και γεννήθηκε το 1969 στη Νέα Υόρκη. Η οικογένειά του διατηρεί στενούς δεσμούς με την ελληνική κοινότητα και την εκκλησία της κοινότητας του Αγίου Σπυρίδωνα. Ο πατέρας του, Νίκος Δρακωτός, διετέλεσε πρόεδρος στον Αγιο Μιχαήλ, θήτευσε στην HANAC και συμμετείχε σε διάφορες δραστηριότητες της ομογένειας, υποστηρίζοντας φορείς όπως το ελληνικό τμήμα του Ronald McDonald House.
Τελείωσε το Πανεπιστήμιο στην Αμερική, έγινε δικηγόρος και εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση που εστιάζει στη διαχείριση ακινήτων και κατέχει την εταιρεία «M&N Managements Corporation», η οποία εδρεύει στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες στο Real Estate στη συγκεκριμένη Πολιτεία.
Ταυτόχρονα, έχει επενδύσει σε διάφορες επιχειρήσεις, ενώ η εταιρεία του, Task Essential Swiss Skincare, με προϊόντα που παράγονται στην Ελβετία, προωθούσε καλλυντικά σε καταστήματα έως ότου αποφάσισε να στραφεί αποκλειστικά στο διαδικτυακό εμπόριο με γραφεία στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι.
