Γεννημένος στις 8 Μαρτίου 1947, ο Φλορεντίνο Πέρεθ σπούδασε πολιτικός μηχανικός. Το 1993 ανέλαβε αντιπρόεδρος της εταιρείας OCP Construcciones και το 1997, μετά τη συγχώνευσή της με τη Gines y Navarro, έγινε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της νέας εταιρείας, της Actividades de Construcciόn y Servicios SA, γνωστής ως ACS. Η ACS, στην οποία ο Πέρεθ έχει ποσοστό 12,5%, είναι η μεγαλύτερη κατασκευαστική εταιρεία της Ισπανίας και μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Ο τζίρος της για το 2019 ξεπέρασε τα 39 δισ. ευρώ. Μάλιστα είναι παγκοσμίως η κορυφαία κατασκευαστική εταιρεία σε διεθνή τζίρο προερχόμενο εκτός της χώρας όπου εδρεύει.
Τυπικά η Ρεάλ Μαδρίτης είναι συμμετοχικός σύλλογος, στον οποίο κουμάντο κάνουν οι socios (τα μέλη) και το διοικητικό συμβούλιο. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ, πρόεδρος του συλλόγου από το 2000 και με μια τρίχρονη διακοπή (2006-09), τυπικά δεν μπορεί να βάλει τα δικά του χρήματα στην ομάδα -είναι διαχειριστής. Απλά καλείται να καταθέσει εγγύηση ίση με το 15% του προϋπολογισμού της Ρεάλ Μαδρίτης κάθε φορά που ξεκινάει η νέα θητεία του, ώστε να πάρει την εντολή.
Ομως με τα χρόνια έχει γίνει δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τις μπίζνες του Πέρεθ από αυτές του συλλόγου. Το λαμπερό brand της Ρεάλ Μαδρίτης τον έχει βοηθήσει να κάνει συμφωνίες για την εταιρεία του εκτός Ισπανίας. Για παράδειγμα δεν ήταν τυχαία η χρονική συγκυρία των μεταγραφών του Μεξικανού Χαβιέρ «Τσιτσαρίτο» Ερνάντες, του Κοσταρικανού τερματοφύλακα Κέιλορ Νάβας και του Κολομβιανού Χάμες Ροδρίγες με τα συμβόλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ που έκανε ο Πέρεθ -η ACS δηλαδή- με τις κυβερνήσεις των εν λόγω χωρών για κατασκευαστικά έργα στο έδαφός τους. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε τη συμφωνία-σκάνδαλο του 2001. Οταν η Ρεάλ Μαδρίτης έσβησε μεγάλο μέρος του τεράστιου χρέους της πουλώντας στον δήμο το προπονητικό της κέντρο στο «Λας Ρόθας», με τον Πέρεθ παράλληλα να βγάζει μεγάλο κέρδος καθώς η ACS ήταν μία από τις εταιρείες που πήραν χρυσά κατασκευαστικά συμβόλαια για την αναμόρφωση της περιοχής…
Ο Φλορεντίνο Πέρεθ πάντα είχε και έχει επικριτές. Οχι μόνο όταν κινείται με τρόπο επιλήψιμο που δεν αρέσει στους πολλούς -κάτι που συμβαίνει κατά κόρον με τους στυγνούς επιχειρηματίες-, αλλά και μόνο για το γεγονός ότι είναι υπερβολικά επιτυχημένος. Μπορεί να πετύχει ό,τι θέλει, όποτε θέλει και όπως θέλει. Οχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά και στην πολιτική, στις επιχειρήσεις, στα μίντια και στα δικαστήρια… Δεν τον ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Το αντίθετο -του αρέσει να δημιουργεί αναστάτωση στους αντιπάλους (όπως είχε συμβεί με τη μεταγραφή του Λουίς Φίγκο από την Μπαρτσελόνα) φορώντας όμως πάντα το προσωπείο του πολιτισμένου διαπραγματευτή. Δεν του αρέσουν οι εξάρσεις και δεν εκρήγνυται ποτέ. Ούτε καν το 2014, όταν απέβαλε διά παντός τους (φανατικούς και επικίνδυνους) Ultras Sur από το «Σαντιάγο Μπερναμπέου». Εκείνοι είχαν αντιδράσει έντονα γεμίζοντας τις γέφυρες των αυτοκινητοδρόμων της Μαδρίτης με πανό εναντίον του. Είχαν μάλιστα καταφύγει και σε αισχρότητες με επανειλημμένους βανδαλισμούς στον τάφο της συζύγου του Πέρεθ, της Πιτίνα, που έφυγε από τη ζωή το 2012. Αυτός παρέμεινε ψυχρός χωρίς να δώσει στους αντιπάλους του την ευχαρίστηση ότι τον αναστάτωσαν.
Μέσα στην εβδομάδα που πέρασε όμως ο πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης βρέθηκε σε μια θέση που δεν συνηθίζει: να μη μπορεί να πετύχει αυτό που θέλει. Και να εισπράττει σε υπερθετικό βαθμό την αποτυχία του πρότζεκτ της Σούπερ Λιγκ.
Ηταν ένα σχέδιο που το είχε στο μυαλό του επί δύο δεκαετίες τουλάχιστον: μια λίγκα με τις μεγαλύτερες ομάδες της Ευρώπης, χωρίς τους μικρούς και χωρίς την «κηδεμονία» της UEFA. Τα όνειρά του είχαν… αμερικανικούς υπότιτλους, αμερικανικό χρήμα και αμερικανικό format με συλλόγους που πληρώνουν και έχουν εξασφαλισμένη συμμετοχή σαν το ΝΒΑ και το NFL.
Ο κορονοϊός ήρθε να εντείνει τα προβλήματα των μεγάλων ευρωπαϊκών συλλόγων που -με κλειστά γήπεδα- δεν μπορούν να πληρώσουν τα υπέρογκα συμβόλαια των καλομαθημένων ποδοσφαιριστών τους. Ο Πέρεθ άδραξε την ευκαιρία και, με τον Αντρέα Ανιέλι της Γιουβέντους να σιγοντάρει, πλησίασε όλους τους «παίκτες»: τους Big Six της Αγγλίας, τις καταχρεωμένες Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο Μαδρίτης, τους ξένους ιδιοκτήτες της Μίλαν και της Ιντερ, αλλά και τις Μπάγερν Μονάχου, Ντόρτμουντ και Παρί Σεν Ζερμέν.
Οι επαφές εντατικοποιήθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς επίκειτο η ανακοίνωση από την UEFA του ανανεωμένου format του Τσάμπιονς Λιγκ από το 2024 και μετά. Οι… στασιαστές ήθελαν να προλάβουν καταστάσεις. Και βιάστηκαν. Ενα λάθος που αποδείχτηκε οδυνηρό.
Ο Πέρεθ και ο Ανιέλι πίεσαν τους ομοτράπεζούς τους κραδαίνοντας την επιταγή της JP Morgan μπροστά στα «πεινασμένα» πρόσωπά τους. Και πήραν τις υπογραφές για την ίδρυση της Σούπερ Λιγκ. Ομως, ενώ το αρχικό σχέδιο μιλούσε για 20 ομάδες, εκ των οποίων 15 ιδρυτικές, μαζεύτηκαν μόνο 12 υπογραφές. Η Μπάγερν Μονάχου, η Παρί Σεν Ζερμέν και η Ντόρτμουντ είπαν ξεκάθαρα «όχι». Οι δυο γερμανικές ομάδες καταλαβαίνουν αυτό για το οποίο αδιαφορεί επιδεικτικά ο Φλορεντίνο Πέρεθ: την ξεχωριστή κουλτούρα του ποδοσφαίρου όπου έχουν βαθιές ρίζες εκατοντάδες ομάδες σε όλη την Ευρώπη -κάτι που δεν μπορεί να αμερικανοποιηθεί… Η Παρί Σεν Ζερμέν δεν πείστηκε από το επιχείρημα των χρημάτων, γιατί δεν τα χρειάζεται. Και γιατί έχει ανάγκη εν όψει και του Μουντιάλ 2022 να τα έχει καλά με την καθεστηκυία τάξη.
Ο Πέρεθ, όπως πάντα, αδιαφόρησε για τις αντιδράσεις και για το γεγονός ότι ήδη -με 12 αντί 15- το κίνημα εξασθενούσε. Προχώρησε, αλλά επέλεξε έναν τρόπο που δεν έχει καμία σχέση με το σύνηθες modus operandi του. Αντί να οργανώσει με τους άλλους 11 μια μεγάλη από κοινού συνέντευξη Τύπου ή ένα event, όπου θα εξηγούσαν τα «πώς» και τα «γιατί» της αποσχιστικής τους κίνησης και θα παρουσίαζαν κοινό μέτωπο, φέρθηκε σαν νέος καλλιτέχνης που προσπαθεί να προωθήσει το πρώτο του single και τρέχει σε όποια τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή τον καλέσουν.
Ηταν κόντρα ρόλος για τον Πέρεθ αυτός… Γι’ αυτό δεν μπόρεσε να «πουλήσει» την ιδέα του για τη Σούπερ Λιγκ, γι’ αυτό υπέπεσε σε γκάφες, όπως το να προτείνει τη μείωση του χρόνου διάρκειας ενός ποδοσφαιρικού αγώνα για να μη βαριούνται οι νέοι. Και ο κλασικός αυτός υπερ-καπιταλιστής πλήρωσε τελικά την αδιαφορία του για την κοινωνική διάσταση του ποδοσφαίρου. Η αντίδραση των οπαδών, των πολιτικών, των ποδοσφαιριστών και των προπονητών σε όλη την Ευρώπη τού θύμισε ότι πρόεδροι, σεΐχηδες και επενδυτές μπορούν να αποκτήσουν τις μετοχές ενός συλλόγου, όμως δεν μπορούν να αγοράσουν το ίδιο το ποδόσφαιρο.
