Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βλέπει κανείς τον Λούκα Μόντριτς και τον χαίρεται. Στα 35 του χρόνια έχει πετύχει σχεδόν τα πάντα στην καριέρα του. Εχει σηκώσει τέσσερα Τσάμπιονς Λιγκ με τη Ρεάλ Μαδρίτης, έχει κερδίσει Χρυσή Μπάλα, έχει οδηγήσει τη μικρή Κροατία στον τελικό του Μουντιάλ. Αναμφίβολα ζει μια πολύ άνετη ζωή, έχει κερδίσει χρήματα για να ζήσουν και τα δισέγγονά του.

Ομως, αυτό που δεν μπορεί να αποβάλει ποτέ από πάνω του, είναι οι παιδικές άσχημες μνήμες. Σε συνέντευξη που έδωσε χθες στον Guardian, ανακάλεσε την εποχή που ήταν παιδί, ζούσε σε ένα μικρό ορεινό χωριό εν μέσω εμφυλίου.

«Τότε ήμουν έξι ετών και δεν καταλάβαινα γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Ομως κατάλαβα ότι κάθε πόλεμος δεν φέρνει καλές εξελίξεις, όταν είδα νεκρό τον παππού μου. Τον σκότωσαν Σέρβοι στρατιώτες, μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι. Τον έλεγαν κι αυτόν Λούκα, από εκεί πήρα το όνομά μου, και ουσιαστικά μεγάλωσα μαζί και με αυτόν. Παίζαμε μαζί, κάναμε δραστηριότητες, με έπαιρνε μαζί στα ζώα που εξέτρεφε».

Αμέσως μετά τον θάνατο του παππού του, οι σερβικές δυνάμεις κατέλαβαν την περιοχή και εξόρισαν τους κατοίκους. Αρχικά πήγαν σε έναν καταυλισμό και στη συνέχεια σε ένα ξενοδοχείο στο Ζαντάρ. Εκεί ο Μόντριτς έπαιζε μπάλα με άλλα παιδάκια, αλλά «δεν μπορώ να ξεχάσω τους ήχους από τα όπλα και τις βόμβες. Ηταν μια καθημερινότητα για εμάς. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να έχω μίσος για τον σερβικό λαό. Κι αυτοί βίωσαν ανάλογες απώλειες. Μπορεί εμένα να μου έλειψε πολύ ο παππούς μου, να κλαίω ακόμη και σήμερα, όμως κατάλαβα ότι κι αυτά τα πράγματα είναι μέρος της ζωής».

Ο Μόντριτς πηγαίνει συχνά στο σπίτι που μεγάλωσε και είναι πια διαλυμένο. «Εχω τρία παιδιά. Δέκα, επτά και τριών ετών. Ακόμη δεν τα έχω φέρει εδώ γιατί πρέπει να τους εξηγήσω μια πολύ δυσάρεστη ιστορία. Περιμένω να μεγαλώσουν και τότε σίγουρα θα τους μάθω να αγαπάνε τον τόπο τους».