Η ΑΕΚ, εδώ και μερικά 24ωρα, περνάει μια από τις χειρότερες περιόδους από τότε που επέστρεψε από την περιπέτεια στις χαμηλότερες κατηγορίες και ίσως και μια από τις χειρότερες των τελευταίων δεκαετιών.
Η απώλεια τρίτου σερί τελικού από τον ΠΑΟΚ, ως επιστέγασμα μιας απογοητευτικής σεζόν στο πρωτάθλημα, έχει πάει στο τέρμα την απογοήτευση και την γκρίνια γύρω από την ομάδα. Από την οποία, μέχρι χθες τουλάχιστον, στίγμα δεν υπήρχε.
Προφανώς δεν θα υπάρξει, μέχρι να το δώσει ο ίδιος ο Δημήτρης Μελισσανίδης κι αυτό αναμένεται να μην αργήσει πολύ. Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο πως πρέπει να περιμένουμε αντίδραση μέσω κινήσεων που θα σηματοδοτούν σημαντικές αλλαγές.
Μέχρι και πριν αρχίσει ο τελικός, όλες οι ενδείξεις ήταν προς την κατεύθυνση του ότι ο διοικητικός ηγέτης της ΑΕΚ δεν είχε στο μυαλό του κάποιες αλλαγές σε συνάρτηση με το πώς θα πήγαιναν τα πράγματα απέναντι στον ΠΑΟΚ. Αρα, το να έχει μπει σε τέτοια διαδικασία μετά το παιχνίδι ξαφνικά και υπό το κράτος της απογοήτευσης για μια ήττα, φαίνεται αμφίβολο.
Είναι όμως μόνο μια ήττα; Σε επίπεδο εντυπώσεων, ο τελικός σηματοδοτεί μια παγίωση αγωνιστικής διαφοράς με τον ΠΑΟΚ, που στον μέσο όρο του κόσμου της ΑΕΚ φαίνεται πολύ μεγάλη (και λίγο – πολύ είναι…), ενώ και οι προοπτικές να μειωθεί εν όψει της νέας σεζόν δεν τους φαίνονται ιδιαίτερα πειστικές.
Η ψυχολογία είναι πολύ βαριά. Και σίγουρα, ακόμη και οι πιο καλόπιστοι οπαδοί της ΑΕΚ αυτή την στιγμή δεν περιμένουν το «μένουμε ως έχουμε», ως αντίδραση.
Οι περσινοί πρωταθλητές κλείνουν τη φετινή χρονιά με τη στάμπα των «τρεις φορές θυμάτων του ΠΑΟΚ». Το ίδιο και ο προπονητής, για τον οποίο τα αρνητικά σχόλια για την εικόνα της ομάδας και τη δική του προετοιμασία και διαχείριση, δίνουν και παίρνουν μετά το ματς.
Δυσπιστία υπήρχε από πριν, αλλά πλέον μιλάμε για γενική κρίση εμπιστοσύνης και στον μηχανισμό που ασχολείται με τον σχεδιασμό και προσωποποιείται στη συνείδηση του κόσμου στον Νίκο Λυμπερόπουλο. Οχι απόλυτα δίκαια, αλλά αυτός θεσμικά έχει τη θέση. Ο κόσμος πλέον διαθέτει πολλά μέσα έκφρασης κι όλα αυτά δεν περνούν απαρατήρητα.
Το να δώσει η ομάδα μήνυμα άρνησης οποιασδήποτε αλλαγής, τη στιγμή που οι οπαδοί της έχουν συμβιβαστεί και με την ιδέα του ότι η ομάδα τους δεν πρόκειται να αλλάξει σημαντικά τη στρατηγική της στον οικονομικό τομέα, μοιάζει πολύ βαρύ.
Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι πώς είναι δυνατόν ένας μηχανισμός που επί τρεις συνεχείς μεταγραφικές περιόδους δεν παράγει αποτέλεσμα, να το κάνει τώρα, υπό πιο δύσκολες συνθήκες.
Επιπλέον, για πόσο καιρό ακόμη η ΑΕΚ θα βλέπει τη λύση στον Χιμένεθ; Μην κρυβόμαστε πλέον πίσω από το δάχτυλό μας. Η ΑΕΚ, για να φτάσει να παίξει πέρσι το πρωτάθλημα στην Τούμπα, χρειάστηκε να «αυτοκτονήσει» σε ματς του χεριού της, με Απόλλωνα, Λάρισα, Ξάνθη, ΠΑΣ, Ατρόμητο δύο φορές.
Σε όλα, επειδή από τη στιγμή που ένα ματς «μάγκωνε», δεν υπήρχε κάποια εναλλακτική λύση. Και πέρσι η ΑΕΚ είχε πολύ πιο πλήρες ρόστερ και περισσότερους παίκτες που έκαναν τη διαφορά.
Ο Χιμένεθ δεν είναι προπονητής αναπτυξιακής προοπτικής. Είναι προπονητής προοπτικής «κλεφτοπόλεμου» και προσπάθειας μέσα από την ένταση και τη δουλειά στη φυσική κατάσταση.
Μπορεί ενδεχομένως να σου βγάλει το 100% από ένα περιορισμένων δυνατοτήτων ρόστερ, αλλά μπορεί και να σου μειώσει την προοπτική ενός καλύτερου, λόγω φιλοσοφίας. Το γεγονός πως απέτυχε η αντικατάστασή του πέρσι, δεν σημαίνει πως είναι η μοναδική επιλογή.
