Το καλοκαίρι του 2012, λίγο μετά την κατάκτηση του τίτλου στην Πριμέρα Ντιβισιόν, η Ρεάλ Μαδρίτης απέκτησε τον Λούκα Μόντριτς.
Σε έναν σύλλογο όπου οι μεταγραφές γίνονται βάσει κριτηρίων μάρκετινγκ, η συγκεκριμένη κίνηση ήταν καθαρά η εκπλήρωση της επιθυμίας του προπονητή Ζοσέ Μουρίνιο.
Οταν ο Πορτογάλος τεχνικός ερωτήθηκε για το κατά πόσο ο Κροάτης μπορεί να ξεσηκώσει το κοινό του «Σαντιάγο Μπερναμπέου», απάντησε: «Γι’ αυτό τον πήραμε. Είμαι σίγουρος ότι θα προσαρμοστεί γρήγορα και το κοινό θα τον λατρέψει».
Μερικούς μήνες αργότερα ο Μόντριτς ψηφίστηκε «χειρότερη μεταγραφή» της Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ ούτε ο ίδιος ο Μουρίνιο του έδινε φανέλα βασικού.
Ούτε καν βοήθησε τον Κροάτη η ικανότητά του να παίζει σε παραπάνω από μία θέση: είτε ως «οχτάρι», είτε ως κλασικός πλέι μέικερ. Δεν έδειχνε ικανός να «κλέψει» μία θέση από τους Τσάμπι Αλόνσο, Σάμι Κεντίρα και Μεσούτ Οζίλ.
Τα μέσα ενημέρωσης έβρισκαν αφορμές για να τον «θάψουν», ενώ δεν τον βοηθούσαν η άγνοια της ισπανικής γλώσσας, η φαινομενικά «εύθραυστη» σωματοδομή του, ούτε το κάθε άλλο παρά εντυπωσιακό παρουσιαστικό του.
Ολα άλλαξαν όμως στην αναμέτρηση των «μερένγκες» με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο «Ολντ Τράφορντ», τον Μάρτιο του 2013.
Οταν δόθηκαν οι ενδεκάδες, το όνομά του πάλι δεν ήταν στο αρχικό σχήμα. Στο 59ο λεπτό, και ενώ η Γιουνάιτεντ προηγούνταν 1-0 με αυτογκόλ του Σέρχιο Ράμος, ο βραχύσωμος μέσος κλήθηκε να αντικαταστήσει τον Αλβαρο Αρμπελόα και να δώσει νέα επιθετική πνοή στην ομάδα του.
Εφτά λεπτά αργότερα έκανε το 1-1 με ένα καταπληκτικό δεξί σουτ, που χειροκροτήθηκε ακόμα και από τους οπαδούς των «κόκκινων διαβόλων». Τρία λεπτά αργότερα ο Κριστιάνο Ρονάλντο ολοκλήρωσε το comeback για τη «βασίλισσα».
Από εκείνο το βράδυ οι μετοχές του Κροάτη μέσου ανέβηκαν κατακόρυφα. Και την επόμενη σεζόν, την πρώτη του Κάρλο Αντσελότι στον πάγκο της Ρεάλ, έγινε αναντικατάστατος μετά τον σοβαρό τραυματισμό του Σάμι Κεντίρα.
Αρκετοί προέβλεψαν ότι η απουσία του Γερμανού θα ήταν καίριο πλήγμα για την ομάδα. Ομως η δυνατότητα του Μόντριτς να αγωνίζεται ως «οχτάρι» box-to-box λειτούργησε ευεργετικά.
Το κοινό του «Σαντιάγο Μπερναμπέου» άρχισε να εκτιμάει τις αρετές του Κροάτη και μετά τους ημιτελικούς του Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου τον ερωτεύτηκε παράφορα για το όμορφο ποδόσφαιρο που παίζει και για το πόσο απλό το κάνει να φαίνεται.
Οι οπαδοί της Ρεάλ Μαδρίτης τον απολαμβάνουν, ενώ παράλληλα υποφέρουν στη σκέψη ότι είναι απίστευτα δύσκολο να αντικατασταθεί σε περίπτωση τραυματισμού ή τιμωρίας.
Ενώ λοιπόν στη Μαδρίτη θεωρείται αναντικατάστατος, η σχέση του με το κροατικό κοινό είναι ως επί το πλείστον ψυχρή.
Και αυτό δεν οφείλεται σε αγωνιστικούς λόγους. Στον αρχηγό της Εθνικής Κροατίας, που πήρε το περιβραχιόνιο μετά την αποχώρηση του Ντάριο Σρνα, χρεώνεται η φιλική σχέση με τον Ζντράβκο Μάμιτς, τον πρώην «ισχυρό άνδρα» της Ντινάμο Ζάγκρεμπ όπου αγωνιζόταν ο Μόντριτς έως το 2008, όταν και έφυγε για την Τότεναμ.
Ο Μάμιτς κατηγορείται για σωρεία αδικημάτων, μεταξύ των οποίων απάτη, υπεξαίρεση, φοροδιαφυγή… Θεωρείται ο «Νο1 κακός» του ποδοσφαίρου στην Κροατία.
Και είναι μάλιστα τέτοια η δύναμη και οι διασυνδέσεις του με το δικαστικό σύστημα του Ζάγκρεμπ, ώστε η δίκη του, που αρχικά ήταν να διεξαχθεί στην κροατική πρωτεύουσα, μεταφέρθηκε για το Οσιγεκ.
Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισαν επίσης ο αδελφός του και πρώην προπονητής της Ντινάμο Ζάγκρεμπ, Ζόραν Μάμιτς, ο πρώην διευθυντής του συλλόγου Νταμίρ Βρμπάνοβιτς και ένας εφοριακός υπάλληλος. Κατηγορούνται για κατάχρηση εξουσίας, που στέρησε από τον σύλλογο έσοδα μεγαλύτερα των 15 εκατ. ευρώ, και για φοροδιαφυγή ύψους 2 εκατ. ευρώ.
Μεταξύ άλλων ο πανούργος παράγοντας κράτησε παρανόμως για τον εαυτό του ένα μεγάλο ποσό από τα χρήματα που έδωσε η Τότεναμ για τον Μόντριτς, αντί να το βάλει στα ταμεία του συλλόγου.
Στην αρχή της καριέρας του ο Μόντριτς είχε λάβει οικονομική βοήθεια από τον Μάμιτς και ως αντάλλαγμα είχε υπογράψει ένα ιδιωτικό συμφωνητικό ότι θα μοιραζόταν τη μελλοντική περιουσία του με τον «ευεργέτη» του.
Ο πανούργος παράγοντας είχε κάνει το ίδιο και με άλλους παίκτες, λειτουργούσε σαν ατζέντης με ποσοστά δηλαδή, χωρίς όμως να φέρει τη σχετική άδεια…
Οταν λοιπόν ο Μόντριτς υπέγραψε στην Τότεναμ για 21 εκατ. ευρώ, τα μισά χρήματα πήγαν απευθείας στον παίκτη.
Και όπως έδειξε η δικαστική έρευνα και κατέθεσε ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής, πήγε μαζί με τον γιο τού Μάμιτς στην τράπεζα και μετέφερε το ποσό από τον προσωπικό του λογαριασμό σε αυτόν του Κροάτη παράγοντα.
Η όλη υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια και ο Μόντριτς ήταν από τους βασικότερους μάρτυρες εναντίον του Μάμιτς.
Ομως ενώ στην προανάκριση είχε υποστηρίξει πως η συμφωνία του με τον παράγοντα για μοιρασιά των κερδών είχε -παρανόμως- υπογραφεί μετά τη μετακίνησή του στην Τότεναμ, τον περασμένο Ιούνιο «τα μάσησε» στη δίκη.
Ο ποδοσφαιριστής ζήτησε να του διαβαστεί η προηγούμενη κατάθεσή του. Κατόπιν; «Αυτό… Δεν το έχω πει ποτέ αυτό… ότι συντάχθηκε μεταγενέστερα. Σας είπα ότι δεν θυμόμουν πότε το υπέγραψα»...
Μάλιστα μέσα στη συνολική του… αμνησία ο Μόντριτς δεν απάντησε καν στην ερώτηση του δικαστηρίου για το πότε έγινε διεθνής!
Η στάση του εκνεύρισε γενικά το κροατικό κοινό και όχι μόνο τους οπαδούς της Ντινάμο Ζάγκρεμπ.
Το ίδιο βράδυ, μετά την περιπετειώδη κατάθεσή του στο δικαστήριο, μέλη φαν κλαμπ της Χάιντουκ Σπλιτ, που παρέστησαν σε εκδήλωση του συλλόγου, τραγούδησαν ρυθμικά συνθήματα όπως «Λούκα Μόντριτς, μικρό σκ…ό».
Την επομένη έκαναν την εμφάνισή τους διάφορα μηνύματα σε τοίχους κροατικών πόλεων. Στην πρόσοψη του ξενοδοχείου «Ιζ» στο Ζαντάρ, όπου τα μέλη της οικογένειας Μόντριτς ζούσαν στην αρχή της δεκατίας του ’90 ως πρόσφυγες του αιματηρού πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία, άγνωστοι έγραψαν απειλητικά: «Λούκα, να θυμάσαι αυτή την ημέρα!».
Και όταν τον Οκτώβριο συμπλήρωσε 100 διεθνείς συμμετοχές στον αγώνα με τη Φινλανδία στη Ριέκα, κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα εορταζόταν δεόντως, το κοινό περιορίστηκε σε ένα κρύο χειροκρότημα.
Ενδειξη πως δεν θα του συγχωρέσει το ότι δεν βοήθησε να σπάσει το «απόστημα Μάμιτς».
