Μπορεί το πρωτάθλημα να μας δίνει τούτη τη φορά την υπόσχεση για περισσότερο ενδιαφέρον, αφού στη μέχρι τώρα διαδρομή του ο επί σειρά ετών συλλέκτης των τίτλων Ολυμπιακός βρίσκεται πίσω από την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ, ωστόσο η φιλοσοφία των παραγόντων σε βασικά ζητήματα παραμένει ίδια.
Στις έξι πρώτες αγωνιστικές δεν είναι και λίγες οι ομάδες που έχουν προσχωρήσει σε αλλαγή προπονητή, χωρίς να έχουμε φτάσει καν στο πρώτο… μαξιλαράκι που θεωρείται για τους ανθρώπους των πάγκων η ημερομηνία της 28ης Οκτωβρίου.
Ο Ολυμπιακός έφερε τον Λεμονή αντί του Χάσι ο οποίος ναι μεν έβαλε τους ερυθρόλευκους στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ αλλά στη συνέχεια δεν ανταποκρίθηκε στο ύψος των περιστάσεων, ενώ και ο ΠΑΟΚ είχε προχωρήσει σε αλλαγή πλάνων από τον Αύγουστο, όταν ο Λουτσέσκου αντικατέστησε τον Στανόγεβιτς. Ο Αστέρας Τρίπολης πήρε τον Παντελίδη αντί του Βεργέτη και η Λάρισας άλλαξε ήδη δύο φορές προπονητή-η Κέρκυρα επίσης είχε λύσει από νωρίς τη συνεργασία της με τον Ελευθερόπουλο ενώ δεν έκανε κάτι διαφορετικό ούτε και ο Απόλλωνας.
Χιλιοπαιγμένο το έργο που βλέπουμε στα γήπεδά μας, να συνεχίζουν δηλαδή οι ίδιοι παίκτες με άλλον προπονητή. Και το ερώτημα που τίθεται διαχρονικά είναι τι αλλάζει κι αν ευνοείται η ομάδα που προχωρεί σε τέτοια ενέργεια. Επί της ουσίας επιχειρείται μία «επανεκκίνηση», η οποία μπορεί να έχει θετικό αποτέλεσμα στο ξεκίνημα του εγχειρήματος, αφού οι παίκτες θέλουν να δείξουν κάτι παραπάνω στο νέο κόουτς, όμως ούτε καλύτεροι μπορούν να γίνουν σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ούτε και είναι εφικτό να αλλάξει οτιδήποτε σε ότι αφορά την τακτική ή τη φυσική κατάσταση.
Απλά ο προπονητής είναι ο δεύτερος στη σειρά-μετά το διαιτητή- που έχει την ευθύνη για ότι άσχημο συμβαίνει σε μία ομάδα, όμως άλλο ένα ερώτημα που τίθεται είναι το πότε έκανε λάθος και ο πρόεδρός της . Όταν επέλεξε τον (συγκεκριμένο) προπονητή ή όταν τον έδιωξε; Υπάρχει απάντηση;
