
«Ο Τζανλουίτζι Μπουφόν αξίζει να πάρει αυτό το Τσάμπιονς Λιγκ».
Μόνιμη επωδός απλών φιλάθλων, δημοσιογράφων, αλλά και ανθρώπων του ποδοσφαίρου, εδώ και έναν μήνα τουλάχιστον.
Στα 39 του χρόνια, ο τερματοφύλακας της Γιουβέντους έχει κατακτήσει δέκα πρωταθλήματα, τέσσερα Κύπελλα, έξι Σούπερ Καπ Ιταλίας, ένα Κύπελλο ΟΥΕΦΑ και φυσικά το Μουντιάλ του 2006.
Τι λείπει; Μα φυσικά το Τσάμπιονς Λιγκ, που θα αποτελούσε το επιστέγασμα σε μια εντυπωσιακή καριέρα.
Το αν το αξίζει είναι μεγάλη κουβέντα. Αλλωστε, ένα τρόπαιο το κατακτά όλη η ομάδα μαζί. Αυτή η καθολική συμπάθεια στον Μπουφόν, πάντως, δεν πηγάζει τυχαία.
Ολες οι πτυχές του πολύπλευρου χαρακτήρα του -καλές και κακές- δεν μπορούν να αποτυπωθούν επακριβώς μέσα σε ένα κείμενο. Οι λέξεις δεν φτάνουν.
Ομως, πρόκειται για έναν ποδοσφαιριστή που είναι πρότυπο επαγγελματία και ηγέτη, με αυταπάρνηση, σεβασμό και σταθερότητα.
Οι περισσότεροι τερματοφύλακες μετά τα 33-34 αρχίζουν και παρουσιάζουν κάμψη.
Τα αντανακλαστικά μειώνονται όσο περνάει ο καιρός και οι «γκέλες» πληθαίνουν. Για τον Μπουφόν δεν ισχύει αυτό.
Εναν χρόνο πριν κλείσει τα 40 εμφανίζεται στο γήπεδο πραγματικός «Κέρβερος».
Εχει φυσικά την τεράστια βοήθεια της άμυνάς του, όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο να του βάλεις γκολ.
Ο Ικερ Κασίγιας ήταν ο έτερος τερματοφύλακας της εποχής που συναγωνιζόταν με τον «Τζίτζι» για το ποιος είναι ο καλύτερος.
Τον θυμόμαστε τα τελευταία χρόνια να κάνει πολλά λάθη, κάτι που δεν ισχύει για τον πορτιέρε της Γιούβε.
Ο Κασίγιας είναι ένας από τους χιλιάδες ανθρώπους που δήλωσε πρόσφατα πως αξίζει ο Μπουφόν ένα Τσάμπιονς Λιγκ.
Καταλαβαίνει πως ο χρόνος τού… χτύπησε την πόρτα. Του Μπουφόν όχι ακόμα.
Το 2015, σχεδόν από το πουθενά, η Γιουβέντους έφτασε στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ.
Αγωνίστηκε σαν αουτσάιντερ κόντρα στην Μπαρτσελόνα κι έχασε. Τότε όλοι νόμισαν πως ο Μπουφόν δεν θα έχει άλλη ευκαιρία.
Ηταν ήδη 37 και η πορεία της Γιούβε χαρακτηρίστηκε συγκυριακή. Δύο χρόνια μετά ο παίκτης δείχνει… άφθαρτος στον χρόνο και η ομάδα του πολύ πιο ισχυρή από τότε.
Για να μείνεις μια 20ετία στην κορυφή, πρέπει να δουλέψεις πολύ. Κι αυτό κάνει ο αρχηγός των «μπιανκονέρι».
Δεν βαριέται στιγμή την προπόνηση. Γυμνάζεται υπερβολικά, για να μην αφήσει το σώμα του να χαλαρώσει και τα δίνει όλα ακόμη και στα προπονητικά διπλά.
Οσο για τα χαρακτηριστικά του ηγέτη;
Καταφέρνει να συνδυάζει στοιχεία που δεν έχουν πολλοί άνθρωποι.
Πάθος και μυαλό ταυτόχρονα. Γι’ αυτό και ξεχωρίζει. Είναι αυτός που με τα λόγια του θα εμπνεύσει όλους τους υπόλοιπους πριν από ένα παιχνίδι.
Είναι αυτός που θα τους ξυπνήσει κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, αν κάτι δεν πηγαίνει καλά.
Είναι αυτός που θα πανηγυρίσει πιο έξαλλα απ’ όλους, όμως ταυτόχρονα είναι αυτός που θα έχει το πιο καθαρό μυαλό και την πιο ορθή σκέψη.
Παραδοσιακά, σε πολλές χώρες, στους αγώνες Κυπέλλου χρησιμοποιείται ο δεύτερος τερματοφύλακας ώστε να έχει κι αυτός χρόνο συμμετοχής.
Ετσι και στη Γιουβέντους. Ο Μπουφόν δεν αγωνίζεται στα παιχνίδια της συγκεκριμένης διοργάνωσης, αλλά θα δώσει συμβουλές στον συμπαίκτη του που κάθεται κάτω από τα δοκάρια και θα είναι πάντα ο πρώτος που θα πανηγυρίσει μια επιτυχία.
Ο Τζανλουίτζι Μπουφόν είναι αγαπητός και για τον σεβασμό που δείχνει στους αντιπάλους.
Θα συγχαρεί τους πάντες μετά το ματς. Οταν χάσει, θα παραδεχτεί την ήττα του.
Οταν νικήσει, δεν θα διστάσει να παρηγορήσει τον αντίπαλο, πριν χαθεί στις αγκαλιές των συμπαικτών του.
Από μικρός έδειχνε διαφορετικός.
«Πρέπει να είμαι μαζοχιστής, δεν εξηγείται αλλιώς. Χρησιμοποιώ τα χέρια σε ένα άθλημα που σκοπός είναι να παίζεις με τα πόδια».
Ομως, στα 12 του ουσιαστικά διάλεξε κατεύθυνση. Το 1990 διεξήχθη στην Ιταλία το Μουντιάλ και μοιραία όλη η χώρα βρισκόταν μπροστά σε μια τηλεόραση.
Κάθε πιτσιρικάς ταυτιζόταν με κάποιους παίκτες, έτσι έκανε κι ο Τζίτζι:
«Ολοι τους μαγεύονταν από τον Μαραντόνα, τον Λίνεκερ, τους Ιταλούς παίκτες. Εγώ πάλι σαγηνεύτηκα από τον Τόμας Ν’ Κόνο»!
Πρόκειται για τον Καμερουνέζο τερματοφύλακα, ο οποίος «ήταν 34 ετών και έδειχνε τόσο νέος και φρέσκος κάτω από τα δοκάρια του. Μπορώ να πω ότι μου άλλαξε τη ζωή».
Εναν χρόνο μετά, ο Μπουφόν άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο (με τα χέρια) στα εφηβικά της Πάρμα…
Ηταν τόσο μεγάλη η επίδραση του Ν’ Κόνο, που ο πρώτος γιος του Μπουφόν ονομάστηκε Λουίς Τόμας.
Από τον παππού του το ένα όνομα και το άλλο από τον Αφρικανό τερματοφύλακα.
Αναφέρθηκε και παραπάνω πως ο Μπουφόν παθιάζεται.
Κάπως έτσι ο δεύτερος γιος πήρε το όνομα του μουσικού ειδώλου του Ιταλού διεθνούς. Ντέιβιντ Λι, όπως και το μικρά όνομα του Ροθ, τραγουδιστή των Van Halen.
Μερικές φορές το πάθος για κάτι ίσως φέρει και τα αντίθετα αποτελέσματα.
Το 2003 η Γιουβέντους έχασε από τη Μίλαν στα πέναλτι το Τσάμπιονς Λιγκ και ο 25χρονος τότε γκολκίπερ έπεσε σε κατάθλιψη.
Πήγε σε γιατρούς και του πήρε έναν χρόνο να το ξεπεράσει, δίχως πάντως να λάβει φαρμακευτική βοήθεια.
Δεκατέσσερα χρόνια μετά, όλος ο κόσμος επιθυμεί να δει τον Μπουφόν να σηκώνει το κύπελλο, δημιουργώντας προσδοκίες και αυξάνοντας την πίεση, κάτι που δεν υπήρχε πρόπερσι στο Βερολίνο.

Πάθος υπάρχει και για τον τζόγο. Δύο φορές κατηγορήθηκε για παράνομο ποντάρισμα, όμως αθωώθηκε λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.
Σίγουρα, όμως, παίζει στοιχήματα και πόκερ, ενώ το 2012 ήταν κεντρικό πρόσωπο της καμπάνιας της μεγαλύτερης εταιρείας πόκερ στον κόσμο, της Pokerstars.
Το μεγαλύτερο ερωτηματικό που συνοδεύει τον Τζανλουίτζι Μπουφόν στην καριέρα του είναι το φασιστικό παρελθόν του, αν αυτό υφίσταται βέβαια.
Πιτσιρικάς ακόμα, όταν έπαιζε στην Πάρμα, διάλεξε ως νούμερο φανέλας το 88.
Το όγδοο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου είναι το Η και από πολλούς ο συγκεκριμένος αριθμός χρησιμοποιείται κωδικά ως «Heil Hitler».
Ο ίδιος το αρνήθηκε τότε, λέγοντας πως αυτοί οι αριθμοί τού θυμίζουν «μπάλες» και πως χρειάζεσαι τέσσερις (και όχι δύο) συν πολλά κότσια για να ξεχωρίσεις στην Ιταλία.
Αργότερα, εμφανίστηκε με ένα μπλουζάκι που έγραφε το σύνθημα «Boia chi molla», που σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση «Θάνατος στους δειλούς» και είχε χρησιμοποιηθεί από τον Μπενίτο Μουσολίνι.
«Δεν ήξερα πως ήταν σλόγκαν των φασιστών», δικαιολογήθηκε.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν αδιάσειστα στοιχεία, αλλά σίγουρα ενδείξεις για τις πεποιθήσεις του Μπουφόν.
Πώς, όμως, ένας ακροδεξιός/φασίστας έχει ως πρότυπο ζωής έναν μαύρο, Αφρικανό αθλητή; Μεγάλο ερωτηματικό…
