Υστερα από τέσσερα ολόκληρα χρόνια, το κλασικό ζευγάρι των «αιωνίων» ξανανταμώνει στους τελικούς των πλέι οφ του ελληνικού πρωταθλήματος για τη διεκδίκηση του φετινού τίτλου. Είχε μεσολαβήσει η οικειοθελής αποχώρηση και υποβιβασμός του Ολυμπιακού στην Α2, με σύνθημα το «μέχρι τέλους» αλλά και μια σεζόν που η διοργάνωση δεν ολοκληρώθηκε λόγω κορονοϊού, με τον Παναθηναϊκό να ανακηρύσσεται πρωταθλητής από τον ΕΣΑΚΕ. Μια σειρά κλασική και άγρια, που έχει σημαδέψει τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η οποία ξεκινάει αύριο (21.00, ΕΡΤ-3) από το ΣΕΦ, αφού ο Ολυμπιακός τερμάτισε πρώτος στην κανονική περίοδο και θα κριθεί στις τρεις νίκες.
Και μόνο ότι οι δυο τους είχαν να βρεθούν σε τελικούς από τη σεζόν 2017-18 δίνει άλλο χρώμα στη φετινή σειρά, η οποία θα κρίνει και τον βασικό στόχο των δύο ομάδων. Από τη μια είναι ο «νεοφώτιστος» Ολυμπιακός, ο οποίος, ώς τώρα, έχει κάνει μια εξαιρετική χρονιά, αφού κατέκτησε το Κύπελλο (πρώτη φορά μετά το 2011) και έφτασε μέχρι το φάιναλ φορ του Βελιγραδίου, επιδεικνύοντας σημαντική ποιοτική και αγωνιστική πρόοδο, παρότι διανύει την πρώτη του χρονιά χωρίς τον μέχρι πέρυσι ηγέτη του, Βασίλη Σπανούλη.
Συγκριτικά, η συνολική του εικόνα συν το γεγονός ότι, στις πέντε φορές που αναμετρήθηκε φέτος με τους «πράσινους», έχει νικήσει τις τέσσερις (τελικό Κυπέλλου, 2 φορές στην Ευρωλίγκα και τον αγώνα του πρωταθλήματος στο ΟΑΚΑ που του έδωσε το πλεονέκτημα έδρας), θεωρείται δικαιολογημένα φαβορί.
Εχει επιδείξει μεγάλη σταθερότητα, έχει παρουσιάσει σπουδαίο μπάσκετ, που συνοδεύτηκαν με σημαντικές νίκες επί πανίσχυρων αντιπάλων. Στην ουσία, έχασε την πρόκριση στον τελικό του φάιναλ φορ από τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης, Εφές, από ένα τρίποντο του Μίτσιτς, 2 δέκατα πριν από το φινάλε του ημιτελικού. Ωστόσο, όλοι ξέρουμε ότι, στις μεταξύ τους αναμετρήσεις, όλα τα λογικά δεδομένα ισχύουν, αλλά παραμερίζονται, μιας και η αντιπαλότητα διαμορφώνει άλλα δεδομένα σε πνευματικό και ψυχολογικό επίπεδο. Εκεί ποντάρει και ο Παναθηναϊκός, ο οποίος προέρχεται από μια κακή σεζόν στην Ευρωλίγκα (γλίτωσε την τελευταία θέση με ένα τρίποντο στην εκπνοή του αγώνα με τη Φενέρ), στην οποία χρειάστηκε να αλλάξει προπονητή (Βόβορας αντί Πρίφτη) και πλέι μέικερ (Σίβα αντί Πέρι και Γιόβιτς). Η πιο φωτεινή του στιγμή ήταν η νίκη του μέσα στο ΣΕΦ, στο πρώτο ντέρμπι της σεζόν, η οποία όμως δεν είχε ανάλογη συνέχεια.
Ο Κυπελλούχος Ολυμπιακός βασίζεται στη σκληρή άμυνά του και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματικότητά του στο τρίποντο. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας, ο οποίος για το έργο του αναδείχθηκε «προπονητής της χρονιάς» στην Ευρωλίγκα, έχει χτίσει μια ομάδα που αναδεικνύει πολλούς πρωταγωνιστές, κυκλοφορεί την μπάλα και έχει βάθος. Κυρίως, όμως, μια ομάδα που ξεπέρασε τις δύσκολες φάσεις που προέκυψαν μέσα στη σεζόν, όπως η ήττα από τον Παναθηναϊκό στο ΣΕΦ, οι τέσσερις σερί ήττες του Ιανουαρίου στην Ευρωλίγκα λόγω του κορονοϊού και το μπρέικ που του έκανε η Μονακό στο δεύτερο παιχνίδι των πλέι οφ. Στον ημιτελικό, πέρασε πάνω από τον Προμηθέα με 3-0 και συνολική διαφορά 110 πόντων, αλλά από την άλλη χρειάστηκε να περιμένει μέχρι να μάθει τον αντίπαλό του και μια εβδομάδα μέχρι να ξαναμπεί στο γήπεδο για επίσημο ματς.
Ο κάτοχος του τίτλου και πολυνίκης Παναθηναϊκός, στη φετινή του διαδρομή, έδειξε ασταθής, ίσως γιατί του προέκυψαν και πολλά προβλήματα τραυματισμών που κράτησαν βασικούς παίκτες (κυρίως Νέντοβιτς και Παπαπέτρου) για μεγάλα διαστήματα εκτός δράσης. Στα ημιτελικά, με τη δυναμική Λάρισα, χρειάστηκε να φτάσει σε πέμπτο παιχνίδι για να προκριθεί, πλην όμως μπορεί να εκτιμηθεί ως θετική η συνθήκη ότι έπαιξε περισσότερα ματς με πλήρη σύνθεση και… στην πρίζα, άρα έχει πλήρη επίγνωση της δύσκολης αποστολής του. Ο ίδιος ο Βόβορας παραδέχθηκε ότι στο υλικό του υπάρχουν επιθετικό ταλέντο και ποιοτικοί παίκτες σε όλες τις θέσεις, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για να καταφέρει να διατηρήσει τα σκήπτρα είναι να παίξει άμυνα, ένας τομέας στον οποίο δεν υπάρχει διάρκεια.
Πάντως, και οι δύο προπονητές έχουν συμφωνήσει ότι τέτοια παιχνίδια κρίνονται από το «καθαρό μυαλό», τη διαχείριση της πίεσης (η περισσότερη πέφτει στο φαβορί Ολυμπιακό) και των απροόπτων που μπορεί να προκύψουν σε μια σειρά που ίσως χρειαστεί πέντε ματς και, κυρίως, στην αποφασιστικότητα της διεκδίκησης της μπάλας, όταν αυτή είναι στον… αέρα, τις περίφημες «50-50 balls» που λένε και οι Αμερικανοί.
Θυμίζουμε ότι ο Παναθηναϊκός μετράει 39 πρωταθλήματα (από το 1998 και μετά, το έχει χάσει μόλις 4 φορές) και ο Ολυμπιακός 12, με τελευταίο τη σεζόν 2015-16.
