Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο NBA, το καλύτερο πρωτάθλημα μπάσκετ του κόσμου, οι τίτλοι παίζονται στα πλέι οφ του Μαΐου και στους τελικούς του Ιουνίου, αλλά στην πραγματικότητα κρίνονται σε μεγάλο βαθμό λίγες εβδομάδες αργότερα, στο ντραφτ και στο δεκαήμερο των «τρέιντ» και των μεταγραφών, το πρώτο του Ιουλίου, όπου οι ομάδες ανταλλάσσουν παίκτες, και – το σημαντικότερο – οι ελεύθεροι παίκτες (free agents) διαπραγματεύονται τα επόμενα συμβόλαιά τους. Τότε -τώρα!- «χτίζονται» οι ομάδες, που θα πρωταγωνιστήσουν (ή θα βουλιάξουν) την επόμενη σεζόν.

Μεταγραφές φυσικά έχουμε και στην Ευρώπη. Με μια διαφορά: ενώ θεωρητικά οι τριάντα ομάδες που συμμετέχουν στη λίγκα μπορούν να αγοράσουν όσους παικταράδες θέλουν ξοδεύοντας εκατοντάδες εκατομμύρια, στην πραγματικότητα το πρωτάθλημα είναι στημένο πάνω στη λογική του «σάλαρι καπ», που θέτει ένα κοινό ταβάνι στους προϋπολογισμούς τους (φέτος κυμαίνεται κοντά στα 70 εκατομμύρια δολάρια) και εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα μεταξύ «μεγάλων» και «μικρών» – σε αντίθεση με την Ευρώπη όπου οι ίδιες πλούσιες ομάδες καταλήγουν κάθε χρόνο να παίρνουν τους καλύτερους διαθέσιμους παίχτες. Ας δούμε πώς λειτουργεί όλο αυτό το περίπλοκο σύστημα και γιατί βοηθά το άκρως καπιταλιστικό NBA να είναι τόσο δημοκρατικό και ως εκ τούτου γνήσια συναρπαστικό.

Εν αρχή ην το ντραφτ. Κάθε χρόνο, στα τέλη Ιουνίου, οι χειρότερες ομάδες της χρονιάς μπαίνουν σε μια κληρωτίδα και διαγωνίζονται για τους καλύτερους νέους («ρούκι») παίκτες – είτε προέρχονται από τα Πανεπιστήμια και τα Λύκεια (αρκετοί παίκτες πηγαίνουν στο NBA κατευθείαν από το hi-school) είτε από την Ευρώπη. Ετσι οι μελλοντικοί σούπερ σταρ μοιράζονται στις πιο αδύναμες ομάδες, που αυτόματα ενισχύονται και συχνά πρωταγωνιστούν την αμέσως επόμενη χρονιά: αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί σύλλογοι, περιλαμβανομένων και ιστορικών ονομάτων -φέτος οι Νικς της Νέας Υόρκης και οι Λέικερς του Λος Αντζελες, πέρσι οι Τιμπεργουλφς κ.ά.- «πατώνουν» συνειδητά, σε μια διαδικασία που λέγεται ακριβώς έτσι: tanking, βούλιαγμα. Αντίθετα, οι ισχυρές ομάδες-διεκδικητές ψωνίζουν ρούκι από το «κάτω ράφι» και συχνά χρησιμοποιούν τα «ντραφτ πικ», τις μελλοντικές επιλογές τους, ως «μάρκες» για να διευκολύνουν τα τρέιντ, τις ανταλλαγές παικτών.

Τι σημαίνουν πρακτικά όλα αυτά; Επειδή ακόμη και ο καλύτερος ατομικά παίκτης του κόσμου -ας πούμε ο Λεμπρόν Τζέιμς σήμερα ή παλιότερα ο Κόμπι Μπράιαντ και ο κορυφαίος όλων Μάικλ Τζόρνταν- δεν μπορεί να πάρει κούπα μόνος του, χρειάζεται δίπλα του έναν ή δύο ακόμη πρωταγωνιστές και αρκετούς ρολίστες. Τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η λογική των Big Three – ότι δηλαδή μια ομάδα τίτλου χρειάζεται τρεις παικταράδες, τυπικά έναν γκαρντ, ένα «τριάρι» κι έναν ψηλό. Ομως το πλαφόν στα μπάτζετ, το «σάλαρι καπ», δεν επιτρέπει ουσιαστικά πάνω από δύο μαξιμουμ συμβόλαια (των 20-25 εκατομμυρίων έκαστο), ενώ οι υπόλοιποι 12-15 παίκτες του ρόστερ καλούνται να τη… βγάλουν με 20-30 εκατομμύρια όλοι μαζί. Αυτό, για παράδειγμα, έκαναν οι Μπόστον Σελτικς το 2008 (με Πιρς, Αλεν και Γκαρνέτ), και οι Μαϊάμι Χιτ, που πήγαν σε τέσσερις διαδοχικούς τελικούς και πήραν δύο πρωταθλήματα, με τους Λεμπρόν, Γουέιντ και Μπος.

Δύο τρόποι υπάρχουν για να γίνει αυτό: είτε η ομάδα υπερβαίνει το σάλαρι καπ και καλείται να πληρώσει εκατομμύρια δολάρια στις άλλες ομάδες ως «φόρο πολυτελείας» -μέτρο που έχει αποδειχτεί ισχυρό αντικίνητρο- είτε οι ίδιοι οι παίκτες πείθονται να πάρουν λιγότερα χρήματα από την τρέχουσα «αξία» τους στο μπασκετικό χρηματιστήριο, ώστε να χωρέσουν όλοι. Ας πάρουμε για παράδειγμα την κατά τεκμήριο καλύτερη ομάδα στον κόσμο σε όλα τα σπορ τον 21ο αιώνα, τους «πεντάστερους» Σπερς: προκειμένου να συνεχίσουν να παίζουν μαζί επί 13 χρόνια και συνάμα να μπορούν κάθε χρόνο να προσθέτουν νέους καλούς παίκτες, οι «Τρεις Μεγάλοι» του Σαν Αντόνιο (ο Τόνι Πάρκερ, ο Μανού Τζινόμπιλι και ο αρχηγός Τιμ Ντάνκαν) «χαρίζουν» κάθε χρόνο χρήματα στην ομάδα, υπογράφοντας με λιγότερα λεφτά.

Το 2014 σάρωσαν τα πάντα. Φέτος οι -γερασμένοι εδώ και χρόνια- Σπερς βρέθηκαν σε δύσκολη θέση: ήθελαν διακαώς να κλείσουν τον καλύτερο ελεύθερο ψηλό, τον Λαμάρκους Ολντριτς, και ταυτόχρονα να κρατήσουν τους δύο κορυφαίους νεαρούς παίκτες τους, τον 24χρονο Καγουάι Λέοναρντ και τον 26χρονο Ντάνι Γκριν. Αν έλυναν την πολυπαραγοντική εξίσωση τόσο ο προπονητής τους (ο 65χρονος Γκρεγκ Πόποβιτς) όσο και δύο από τους τρεις ζωντανούς θρύλους τους (ο 39χρονος Ντάνκαν και ο 38χρονος Τζινόμπιλι), που σκέφτονταν σοβαρά να σταματήσουν, θα επέστρεφαν για να παλέψουν με αξιώσεις για ένα τελευταίο δαχτυλίδι, το έκτο από το 1999…

Και το κατάφεραν! Μέσα σε δέκα μέρες «ξεφόρτωσαν» τον βασικό τους σέντερ, τον Βραζιλιάνο Τιάγκο Σπλίτερ, και αρκετούς ρολίστες (Μπελινέλι, Μπέινς, Τζόζεφ) για να φτιάξουν «χώρο». Μετά υπέγραψαν με max συμβόλαιο με τον Λέοναρντ, έπεισαν τον 26χρονο Γκριν να υπογράψει με λιγότερα χρήματα (αν πήγαινε αλλού θα έπαιρνε 20 εκατ. δολάρια παραπάνω σε 4 χρόνια!), έδωσαν το δεύτερο max συμβόλαιο στον Ολντριτς και τα βρήκαν με τους δύο θρύλους για αστεία λεφτά, που κανονικά παίρνει ένας καλός παγκίτης… Το κορυφαίο όμως ήταν ότι υπέγραψε με μόλις ένα εκατομμύριο δολάρια, το μίνιμουμ επιτρεπτό, ο εξαιρετικός free agent Ντέιβιντ Γουέστ, με μοναδικό σκοπό να διεκδικήσει στα 34 το πρώτο του δαχτυλίδι. Αν έμενε στην Ιντιάνα, θα έπαιρνε 12 «μύρια»! Αλλά για τις πραγματικά μεγάλες ομάδες η συντροφικότητα και οι νίκες είναι σπουδαιότερες από τα λεφτά. Οπως έγραψε προχτές και ο αγαπημένος μου Μανού, «επιστρέφω γιατί η φλόγα του παιχνιδιού καίει ακόμα στην καρδιά μου»!