Ο ξέφρενος καλπασμός του Στέφανου Τσιτσιπά στο Αυστραλιανό Οπεν, που κράτησε μέχρι τα ημιτελικά, καθώς εκεί βρήκε τον Ράφα Ναδάλ στα καλύτερα της καριέρας του, προκάλεσε τη συνήθη στον Ελληνα φίλαθλο …ποδοσφαιρική αντίδραση και την αναμενόμενη υπερβολική, έως τις παρυφές της γραφικότητας, προσέγγιση ορισμένων ΜΜΕ.
Μέσα από αυτά, βέβαια, προκύπτουν δυο καλά: το πρώτο ότι ο ίδιος ο Στέφανος δεν προκάλεσε με την ταπεινή στάση που διατήρησε από την αρχή έως το τέλος των αγώνων του στη Μελβούρνη, άρα δεν του πέφτει έστω και στο ελάχιστο η ευθύνη για τα… τέρατα που έχουν ακουστεί και γραφεί.
Και το δεύτερο, ότι έβαλε το τένις μέσα σε μιάμιση εβδομάδα στην καθημερινότητα του Ελληνα, διευρύνοντας την γκάμα των σπορ με τα οποία θα ασχολείται από τούδε και στο εξής ο κόσμος στην πατρίδα μας.
Με την ελπίδα, βεβαίως, ότι στην πρώτη ανέλπιστη (;) ήττα του Στέφανου δεν θα αρχίσουν οι αφορισμοί και η απαξίωση, κάτι που στα μέρη μας το συνηθίζουμε, αφού κατά το πλείστον είμαστε οπαδοί της νίκης.
Η δημοτικότητα, λοιπόν, του τένις στην Ελλάδα, εξαιτίας αυτού του αγοριού, αλλά και της Μαρίας Σάκαρη που κινείται στην πρώτη 40άδα της παγκόσμιας κατάταξης, έχει χτυπήσει limit up, με φυσικό επακόλουθο να χαίρονται οι ανιδιοτελείς λάτρεις του αθλήματος, αλλά ταυτόχρονα να τρίβουν τα χέρια τους και οι επαγγελματίες του χώρου, που προσδοκούν να αυξηθεί ο αριθμός των νεαρών αγοριών και κοριτσιών που θα δοκιμάσουν την τύχη τους στο πιο αξιοκρατικό –ίσως– σπορ που υπάρχει. Ενός σπορ με μηδενική παράδοση στη χώρα μας, αλλά και διαχρονικά με ελάχιστη προσοχή, σχεδιασμό και προγραμματισμό από τους αρμόδιους φορείς, ομοσπονδία και πολιτεία.
Το γεγονός ότι έχουμε δυο παιδιά, τον Στέφανο και τη Μαρία, σε υψηλές θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη δεν σημαίνει κιόλας ότι συνολικά το τένις στην Ελλάδα βελτιώνεται, αλλάζει επίπεδο και πως μπορεί κανείς να προσδοκά παρόμοια θαύματα στο μέλλον και από άλλα παιδιά.
Διότι δεν είναι εύκολο, κάτω από τις συνθήκες που επικρατούν διαχρονικά στο άθλημα, να βρει κανείς παιδιά που να έχουν σπουδαία οικογενειακή παράδοση, άρα και καθοδήγηση εκ της τεχνογνωσίας του παππού και της μαμάς της Σάκαρη (Αγγελική Κανελλοπούλου), καθώς και της μαμάς και του μπαμπά Τσιτσιπά.
Αν, δε, συνυπολογίσει κανείς την οικονομική ευχέρεια της οικογένειας Σάκαρη να στηρίξει τη Μαρία στα ταξίδια της και στις προπονήσεις της στο εξωτερικό, καθώς και την εφευρετικότητα και επιμονή της οικογένειας Τσιτσιπά να βρει πόρους για την εξέλιξη του Στέφανου, αρχικά στην Ιταλία και στη συνέχεια στην κορυφαία Ακαδημία τένις του (εξ Ελλάδος έλκοντος την καταγωγή) Γάλλου Πατρίκ Μουράτογλου, αντιλαμβάνεται πως το ταλέντο του κάθε παιδιού δεν είναι αρκετό για να κάνει επιτυχημένη διεθνή καριέρα.
Το ταλέντο, λοιπόν, είναι η γενεσιουργός αιτία να για βάλει κανείς το παιδί του στη διαδικασία του αγωνιστικού (και όχι του ψυχαγωγικού) τένις.
Μια διαδικασία για την οποία απαιτείται χορηγός που να καλύπτει οικονομικά τον ιδιαίτερα απαιτητικό εξοπλισμό (ρούχα, παπούτσια, ρακέτες, μπαλάκια, πλέγματα), την προπόνηση, ομαδική και ατομική (συνδρομή στον σύλλογο πολλαπλάσια σε σχέση με άλλα σπορ και επιπλέον ποσά για τα ιδιαίτερα μαθήματα προς βελτίωση αδυναμιών), αλλά και να διαθέτει –εκτός από το χρήμα– τον χρόνο για να το συνοδεύει στα διαρκή ταξίδια εντός ή και εκτός Ελλάδος.
Ποιος χορηγός; Μα ασφαλώς η μαμά και ο μπαμπάς, που θα πρέπει να βρουν και τα χρήματα και τον ελεύθερο χρόνο για να καλύψουν το μίνιμουμ των απαιτήσεων που ανέφερα επιγραμματικά πιο πάνω, για να έχει το παιδί μία αξιοπρεπή παρουσία στα κορτ στα όσα χρόνια θα ασχοληθεί σε επίπεδο πρωταθλητισμού με το άθλημα. Ασχολία που κατά κανόνα ξεθυμαίνει και γίνεται λιγότερο συνεπής όταν θα προκύψει το δίλημμα «σπουδές ή τένις», διότι συμμετοχή και στα δύο στην Ελλάδα τού σήμερα, σε αντίθεση με το εξωτερικό όπου υπάρχει εκμάθηση μαθημάτων online, δεν προβλέπεται!
Ολα αυτά που έχω σημειώσει ώς τώρα δεν αποτελούν το συμπέρασμα κάποιου ρεπορτάζ, αλλά προσωπικό βίωμα, καθώς είχα την τύχη ο γιος μου να ακολουθήσει την τρέλα μου με το τένις και για μία δεκαετία να ασχοληθεί σε αγωνιστικό επίπεδο, μέχρι την ημέρα που τέθηκε το δίλημμα «Νομική ή τένις».
Και ευτυχώς, έστω και με πόνο ψυχής, διάλεξε τη Νομική Σχολή. Και μη νομίσετε πως ήταν ο μόνος. Παρόμοια πορεία ακολούθησαν αγόρια και κορίτσια που είχαν ταλέντο εξαιρετικό και μία ωραία πρωία αναγκάστηκαν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι το τένις έτσι όπως αντιμετωπίζεται στην Ελλάδα δεν προσφέρει εγγυήσεις για καριέρα με εξασφαλισμένη την επαγγελματική τους αποκατάσταση.
Τι έμεινε από όλη αυτή την περιπέτεια; Για τον γιο μου, φαντάζομαι και για τα περισσότερα παιδιά, το παιχνίδι, οι παρέες, τα ταξίδια, αλλά και τα πιο ουσιαστικά, όπως η άσκηση του σώματος και η διάπλαση του χαρακτήρα τους μέσα από ένα άθλημα που δεν χαρίζει το παραμικρό άλλοθι στους παίκτες, είναι αξιοκρατικό και τους προκαλεί διαρκώς κίνητρο βελτίωσης.
Για εμένα, τον… ευγενικό χορηγό αυτής της πορείας, όπως και για τους περισσότερους γονείς-χορηγούς, οι νέες γνωριμίες που εξελίχθηκαν σε δυνατές φιλίες, αλλά και η νοσταλγία για την αγωνία και την προσμονή των αγώνων ή ακόμη και για τη γραφική συμπεριφορά των περισσοτέρων μας από την κερκίδα, από όπου θεωρούσαμε ότι τα παιδιά μας ήταν τουλάχιστον Φέντερερ ή Γουίλιαμς!
Με τούτα και με κείνα, δεν επιθυμώ να αποτρέψω τους γονείς από το να… σπρώξουν τα παιδιά τους στο τένις, αλλά να γνωρίσουν πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα πίσω από τη λάμψη που προσδίδουν στο σπορ ο Στέφανος Τσιτσιπάς με τον αυστραλιανό άθλο του και η Μαρία Σάκαρη με τη μέχρι τώρα εξαιρετική πορεία της. Ας δοκιμάσουν το ταξίδι, θα τους αρέσει. Οσο κι αν κρατήσει. Αλλωστε κανείς δεν ξέρει αν βρεθεί κάποιος ευγενικός και πλούσιος χορηγός…
