Από την πρώτη μέρα της ίδρυσής του, που μην ξεχνάμε ότι προέκυψε από μια διαφωνία μεταξύ ανθρώπων προερχόμενων από την Ενωση Κωνσταντινουπολιτών η οποία υπήρχε στη Θεσσαλονίκη από το 1923, ο ΠΑΟΚ έμελλε να δώσει το στίγμα του διπλά: από τη μία ως ένας αθλητικός σύλλογος προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Ελλάδας και από την άλλη ως μια μεγάλη αθλητική αγκαλιά που μέσα της χωρούν άνθρωποι από όλα τα στρώματα της κοινωνίας.
Υιοθετώντας αυτή την εξωστρεφή λογική, ο Δικέφαλος του Βορρά κατάφερε στην πορεία των δεκαετιών να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους συλλόγους στην Ελλάδα και ο πιο λαοφιλής στο βόρειο κομμάτι της, έχοντας μάλιστα καταφέρει να είναι και ο μόνος με δύο μεγάλα ιδιόκτητα γήπεδα. Το στάδιο της Τούμπας και το κλειστό PAOK Sports Arena, για τα οποία χρειάστηκε να βάλουν πλάτη ανώνυμοι και επώνυμοι οπαδοί της ομάδας. Η μάζα των οπαδών του ΠΑΟΚ αγόρασε «λαχείο υπέρ ανεγέρσεως του Νέου Σταδίου ΠΑΟΚ» για να συγκεντρωθούν χρήματα και παράλληλα συνέβαλαν με προσωπική εργασία ώστε να χτιστεί η Τούμπα, ενώ οι αδερφοί Δεδέογλου χάρισαν οικόπεδα προκειμένου να κατασκευαστεί το Παλατάκι.
Το ποδοσφαιρικό και -δευτερευόντως- το μπασκετικό τμήμα είναι οι ναυαρχίδες του ΠΑΟΚ, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλους τους ελληνικούς συλλόγους. Είναι τα τμήματα που γεννούν συνεχώς οπαδούς και δεν είναι λίγοι οι μεγάλοι αθλητές που έχουν λατρευτεί από τους ΠΑΟΚτσήδες.
Ο Γιώργος Κούδας -μαζί με τον αείμνηστο Σταύρο Σαράφη, ηγέτες της μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας της δεκαετίας του ‘70- έγινε αιτία για τη διαχρονική αντιπαλότητα με τον Ολυμπιακό, όταν οι «ερυθρόλευκοι» επιχείρησαν να κατεβάσουν τον «Μεγαλέξανδρο» του ελληνικού ποδοσφαίρου στον Πειραιά και είδαν να ορθώνεται μπροστά τους ως ανυπέρβλητο εμπόδιο η άρνηση του τότε διοικητικού ηγέτη των «ασπρόμαυρων», Γιώργου Παντελάκη. Ο Μπάνε Πρέλεβιτς αποθεώθηκε ως ο ηγέτης στις ένδοξες μέρες του μπασκετικού ΠΑΟΚ, της ομάδας που ταυτίστηκε με τις ευρωπαϊκές επιτυχίες, ξένοι όπως ο Αντρέ Βιεϊρίνια έγιναν κομμάτι της σάρκας του συλλόγου. Το πάθος, βέβαια, εκφράστηκε και από την ανάποδη και η ιστορία του «προδότη» Παναγιώτη Φασούλα είναι μια απτή απόδειξη ότι για ένα μεγάλο κομμάτι ΠΑΟΚτσήδων η σύνδεση με την ομάδα τους δεν συνιστά μια απλή σχέση φιλάθλου-συλλόγου.
Παρόμοια σχέση πάθους αναπτύχθηκε και με προπονητές, ενώ ο ΠΑΟΚ ήταν πάντα ένας σύλλογος όπου ξένοι τεχνικοί έβρισκαν πρόσφορο έδαφος να παράξουν έργο και να βελτιώσουν τη νοοτροπία όλου του σωματείου. Ο Αυστριακός Βίλι Σέβτσικ δημιούργησε τα περιβόητα «τσικό» πάνω στα οποία χτίστηκε η μεγάλη ομάδα του ‘70. Ο Αγγλος Λες Σάνον έφερε τα πρώτα κύπελλα στο ποδόσφαιρο και -όπως έλεγε- δούλεψε πολύ για να αποβάλει η ομάδα το κόμπλεξ απέναντι στις ισχυρές ομάδες της Αθήνας. Βέβαια, στην πορεία αποδείχθηκε ότι δεν ήταν μόνο το κόμπλεξ που στερούσε από τον ΠΑΟΚ τη δυνατότητα να παίρνει πολύ συχνά τίτλους. Καθώς όταν βρέθηκε ένας ισχυρός οικονομικός παράγοντας, όπως ο Ιβάν Σαββίδης, ο Δικέφαλος του Βορρά έγινε σταθερός διεκδικητής. Ο Γκιούλα Λόραντ επέβαλε επαγγελματικό τρόπο προπόνησης, έφερε το πρώτο πρωτάθλημα στην Τούμπα και πέθανε στο γήπεδο στη διάρκεια ενός ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, στη δεύτερη θητεία του στην ομάδα. Πλέον, στο πάνθεον έχει μπει και ο Ραζβάν Λουτσέσκου, ο πολυνίκης προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου, με δύο πρωταθλήματα και δύο Κύπελλα.
Στο μπάσκετ, έγραψε τη δική του ιστορία ο Ντούσαν Ιβκοβιτς, με τον οποίο ο ΠΑΟΚ πήρε πρωτάθλημα και είχε στο φάιναλ φορ στο ΣΕΦ μια συμμετοχή που πονάει κάθε ΠΑΟΚτσή, αλλά και ο Ντράγκαν Σάκοτα, με τον οποίο η ομάδα πανηγύρισε το Κύπελλο Κυπελλούχων στη Γενεύη το 1991. Και μην ξεχνάμε τον Σούλη Μαρκόπουλο, που υπέγραψε την κατάκτηση του Κυπέλλου Κόρατς.
Το πιο σημαντικό, όμως, στη χρονιά που ο ΠΑΟΚ γίνεται αιώνιος είναι τα σημάδια πως τα καλύτερα έρχονται. Ο σύλλογος πλέον έχει στις τάξεις του δύο πανίσχυρους επιχειρηματίες, καθώς εδώ και μερικούς μήνες η ΚΑΕ ΠΑΟΚ διαθέτει έναν δισεκατομμυριούχο ιδιοκτήτη, τον Τέλη Μυστακίδη, που γεννά προσδοκίες για εκτόξευση της ομάδας μπάσκετ, την ώρα που στην ποδοσφαιρική ομάδα στο προσκήνιο βρίσκεται πιο έντονα από ποτέ το θέμα της Νέας Τούμπας. Ο μεγάλος καημός των «ασπρόμαυρων» οπαδών, βέβαια, είναι η παρουσία στη league stage του Τσάμπιονς Λιγκ, στόχος στον οποίο αποτυγχάνει επαναλαμβανόμενα από το 2004, όταν βρέθηκε για πρώτη φορά στα προκριματικά με προπονητή τον Αγγελο Αναστασιάδη.
Θα ήταν άδικο, όμως, η αναφορά στα 100 χρόνια του συλλόγου (που συμπληρώνονται τη Δευτέρα) να περιοριστεί μόνο στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ. Εδώ και δώδεκα χρόνια η ομάδα βόλεϊ σταθερά κατακτά τίτλους (Κύπελλο έχει και η γυναικεία ομάδα), άνδρες και γυναίκες στο χάντμπολ έχουν πάρει πρωταθλήματα και Κύπελλα, το γυναικείο τμήμα ποδοσφαίρου έχει το παρατσούκλι «ισόβιες πρωταθλήτριες» λόγω του σερί τίτλων (19 στο σύνολο) που έχουν κατακτήσει.
Από τον ΠΑΟΚ έχουν περάσει, ακόμη, αθλητές όπως η Βούλα Πατουλίδου και ο Κώστας Κουκοδήμος, ο ολυμπιονίκης της πάλης, αείμνηστος Παναγιώτης Ποικιλίδης και ο ολυμπιονίκης της άρσης βαρών Παύλος Σαλτσίδης.
Σε ένα αφιέρωμα για τα 100 χρόνια ζωής του ΠΑΟΚ, είναι επιβεβλημένη η αναφορά μας σε μεγάλες τραγωδίες που βίωσε η «ασπρόμαυρη» οικογένεια. Νεαρά παιδιά χάθηκαν σε τρομερά τροχαία δυστυχήματα, στη διάρκεια εκδρομών για να βρεθούν κοντά στη μεγάλη τους αγάπη. Οπως συνέβη στα Τέμπη το 1999 ή πριν από λίγους μήνες στη Ρουμανία. Η μαύρη λίστα περιλαμβάνει και άλλες χαμένες ψυχές και πάντα ένα κομμάτι των επιτυχιών αφιερώνεται σε όλους εκείνους που έφυγαν από τη ζωή…
Οταν ζεις για τον ΠΑΟΚ
[Ανδρέας Μανδρίνος, Πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης, πρώην μέλος του Δ.Σ. της ΠΑΕ ΠΑΟΚ ]
ΠΑΟΚ σημαίνει για μένα σε ηλικία εννιά ετών να με πηγαίνει ο μπαμπάς στην Τούμπα για την απονομή του πρωταθλήματος του 1976 στο ματς με τον Ατρόμητο και λίγες μέρες μετά να «φεύγει» για τον ουρανό αφήνοντάς μου τη μεγαλύτερη κληρονομιά του κόσμου: την παντοτινή λατρεία μου για τα τέσσερα ιερά γράμματα.
Από τότε ώς σήμερα είναι αλήθεια ότι η ζωή μου ήταν προσαρμοσμένη στην αγάπη μου αυτή στερώντας πολλές φορές από την οικογένειά μου την παρουσία μου, με αποκορύφωμα την τετραετή θητεία μου στην ΠΑΕ όταν κλήθηκα από Κατσαρή και Ζαγοράκη να βοηθήσω κι εγώ να σωθεί ο σύλλογος.
Η ζωή, όπως λένε, είναι στιγμές κι εγώ είμαι περήφανος που ήμουν παρών στη συντριπτική πλειονότητα των μεγάλων στιγμών του συλλόγου τα τελευταία 50 χρόνια. Τι να πρωτοθυμηθώ… Ολους τους τελικούς του Κυπέλλου Ελλάδας σε μπάσκετ και ποδόσφαιρο, το «Χάιμπουρι», το «Γουάιτ Χαρτ Λέιν», το… εξοχικό στο Οσλο, το πηγαινέλα δύο φορές σε πέντε μέρες στο Ντόνετσκ, το Βουκουρέστι, τους Δίδυμους Πύργους να πέφτουν όταν ήμασταν στο Γκρατς, το σκαρφάλωμα στα κάγκελα στο ματς με την Γκρασχόπερς, την παγωνιά της Πράγας με -15 βαθμούς. Στο Ισραήλ με την Μπεϊτάρ, στο Ούντινε, στο Ζάγκρεμπ, τη Σάλκε, την Ντόρτμουντ.
Στο μπάσκετ, την πρώτη μας νίκη στο Παπαστράτειο το ‘84, τα περάσματα από τον «Τάφο του Ινδού», τη Γενεύη, τη Βιτόρια, το σοκ από τον Ιακοπίνι στο ΣΕΦ, αλλά και το πρώτο μας πρωτάθλημα το ‘92 εκεί μέσα μαζί άλλους 100 όλους κι όλους…
Και βέβαια την ξεχωριστή στιγμή που ο Μουσλίμοβιτς μας έστειλε όλους στα ουράνια μέσα στην Πόλη στην πιο συγκινητική στιγμή της σύντομης παραγοντικής μου ιστορίας.
ΠΑΟΚ σημαίνει όλοι αυτοί που έφυγαν εκεί ψηλά στον ΠΑΟΚ Παραδείσου, όπου κάποια μέρα θα πετάξουμε μαζί τους κι εμείς…
Μου ξανάρχονται ένα ένα 100 χρόνια δοξασμένα
[Ντίνος Καραμητρούσης, ρεπόρτερ ΠΑΟΚ από το 1972]
Εκατό (100) χρόνια ΠΑΟΚ σμιλεμένα με πίστη, ελπίδα, θάρρος, την ανάγκη επιβίωσης αρχικά και διακρίσεων στη συνέχεια, που ξεκίνησαν από τους πρόσφυγες της Πόλης και γίναν ένα πολυσχιδές και πολυάνθρωπο ζωντανό και παλλόμενο αθλητικό κύτταρο στη Θεσσαλονίκη.
Ενας κόσμος με σχέση λατρείας στα χρόνια που μεσολάβησαν, μια κοινωνία που έψαχνε παρηγοριά, δύναμη, διακρίσεις, ενδιαφέροντα, κοινωνική συσπείρωση και αποδοχή, αλλά και αντοχές για τη σκληρή καθημερινότητα.
Ο ΠΑΟΚ, που πριν από 100 χρόνια ξεκίνησε ως μια αναγκαία διέξοδος προσφύγων στη Θεσσαλονίκη, έγινε μεγάλος στην Ελλάδα και την Ευρώπη κι όπως είπαν μάλιστα δύο από τους χαρισματικούς και διαχρονικά μεγάλους ποδοσφαιριστές του, «μπορούσε να είχε άλλους έξι τίτλους στο ποδόσφαιρο αν υπήρχε το VAR στα χρόνια τα δικά μας» σύμφωνα με τον Γιώργο Κούδα ή «αν ήμασταν ομάδα της πρωτεύουσας θα είχαμε διαδοχικά νταμπλ στη δεκαετία του ’70» κατά τον Κούλη Αποστολίδη.
Ο ΠΑΟΚ ξεκίνησε την πολύχρονη διαδρομή του λειτουργώντας ένα ποδοσφαιρικό ερασιτεχνικό σωματείο, για να μεγαλώσει σταδιακά μέσα στις δεκαετίες που ακολούθησαν, δημιουργώντας πλήθος τμημάτων που αναπτύχθηκαν και δραστηριοποιήθηκαν σε αυτά χιλιάδες νέα παιδιά στη Θεσσαλονίκη σε κάθε άθλημα.
Ο μεγάλος σύλλογος της πόλης με έμβλημα τον βυζαντινό δικέφαλο αετό, τώρα, στο κλείσιμο της εκατονταετίας του, ανατρέχοντας από τα πέτρινα χρόνια της προσφυγιάς έχει δοκιμαστεί μέσα από πολλές πίκρες, δυστυχίες και κακουχίες, αλλά γεύτηκε και μεγάλες διακρίσεις, συγκινήσεις και αθλητικές χαρές με θετικές προοπτικές για μια μεγάλη συνέχεια στον χώρο του αθλητισμού.
Και έχει τα εχέγγυα να πετύχει αυτούς τους στόχους του, καθώς αυτή τη χρονική περίοδο τα δύο πιο μεγάλα τμήματά του, ποδόσφαιρο και μπάσκετ, βρίσκονται υπό την ηγεσία και την οικονομική διαχείριση δύο ισχυρών οικονομικών παραγόντων.
