Τελικά, θρώσκει άνω ο άνθρωπος;

Η ετυμολογία και η χρήση της γλώσσας, τόσο στο πολιτικό όσο και στο πολιτισμικό πεδίο, γεννά κριτική, αλλά και αντιπαραθέσεις. Σε άρθρο του συνεργάτη μας Γιάννη Χάρη απάντησε ο Γιώργος Κιμούλης, με ανταπάντηση του πρώτου και νέο σχόλιο του δευτέρου, στη συνέχεια.

Δεν άνω θρώσκει σώνει και καλά ο άνθρωπος! (Η αρχική δημοσίευση του Γιάννη Η. Χάρη)

Η λέξη γάιδαρος, έλεγαν κάποτε, βγαίνει απ’ το αεί δαίρω· το φιτίλι, τότε μάλιστα που γραφόταν με -υ: φυτίλι, απ’ το φωτός ύλη· ενώ άνθρωπος, το δημοφιλέστερο, είναι τάχα ο άνω θρώσκων, που πηδάει προς τα πάνω, που τραβάει τ’ αψήλου.

Πάει καιρός που η επιστήμη, είτε βρήκε τη σωστή προέλευση μιας λέξης, το έτυμο, είτε δεν τη βρήκε, αποφάνθηκε πάντως πως όλα τα παραπάνω, και άπειρα άλλα, εννοείται, είναι παραετυμολογία. Η οποία πάει μαζί με την παραεπιστήμη. Η οποία ξέρουμε πια πού διακονείται και τι σκοπούς υπηρετεί –όταν γλωσσολογίζεται ο Αδωνης, λόγου χάρη, πως από το πλ πλ πλ που κάνει το κύμα βγήκε η λ. πέλαγος!

Φυσικά και δεν μπορεί να ξέρει ο καθένας, ακόμα και επιστήμονας, την ετυμολογία μιας λέξης, την εξέλιξη της επιστήμης κτλ. Διαβάζει όμως, οφείλει να διαβάζει, ιδίως όταν μιλάει από δημόσιο βήμα και δημοσίως στοχάζεται.

Οπως ο Γιώργος Κιμούλης, που θέλησε να στοχαστεί τις προάλλες από εδώ (27.1.18) με ετυμολογίες, όπου οι δύο στις τρεις ήταν παραετυμολογίες (ασήμαντη λεπτομέρεια για την τρίτη: το σχήμα δεν βγαίνει από τον αόριστο έσχον του ρ. έχω, αλλά από τον μέλλοντα: σχήσω).

Ας δούμε τα σοβαρά όμως, με τον αντίλογο να έρχεται από τον Μπαμπινιώτη, που αντιπροσωπεύει τη συντηρητικότερη σχολή της γλωσσολογίας, πέρα από την οποία υπάρχει μόνο η παραγλωσσολογία των Αδώνηδων.

«Τι είναι αυτός ο Αλλος, μιας και ξένος δεν υπάρχει» φιλοσοφεί ο Κιμούλης. «Ο ξένος προκύπτει από το “ξοινός” που σημαίνει κοινός. Κοινή είναι η γη, δεν ανήκει μόνο σ’ εμένα και σε κανέναν άλλον.»

Ομως ο Μπαμπινιώτης: «από το αρχαίο ξένος/ξείνος, από το *ξένFος, αβέβαιου ετύμου».

«Η ταυτότητά μας είναι μία: άνθρωπος» φιλοσοφεί και πάλι ο Κιμούλης. «Και εκ των πραγμάτων αυτή η διαβολεμένη ταυτότητα της ύπαρξής μας κουβαλάει τον κίνδυνο της έπαρσης, από το όνομά του και μόνο: “άνω θρώσκω”, πηδώ προς τα πάνω. Προς τα πού; Πουθενά.»

Ομως ο Μπαμπινιώτης: «αρχαίο, αβέβαιου ετύμου, πιθανώς από το *άνδρ-ωπος, από το ανήρ, ανδρός + -ωπός [...], με τη σημασία “ο έχων ανδρική όψη, αυτός που μοιάζει με άνδρα”, όπου άνδρας σημαίνει γενικότερα τον άνθρωπο [...]. Ας σημειωθεί ότι αρχικώς η λέξη χρησιμοποιήθηκε κυρίως με μειωτική κάπως σημασία, για να δηλώσει την τάξη των θνητών ανθρώπων, εν αντιθέσει με εκείνη των θεών. Είναι προφανές ότι η σύνδεση με το αρχαίο αναθρώσκω “αναπηδώ” είναι παρετυμολογική και επιστημονικώς αβάσιμη».

Μπορεί δηλαδή να αναθρώσκει κάποιος, όχι όμως γιατί αυτό σημαίνει τάχα τ’ όνομά του, η λέξη «άνθρωπος». Κι όταν πηδάει έτσι στον βρόντο, πηδάει στο πουθενά, όπως είπε μόνος του ο Κιμούλης. Με άλλα λόγια: πλ πλ πλ, αλήθεια πέλαγος, βαθύ.

Το πρώτο σχόλιο του Γιώργου Κιμούλη

Α-νόητε Γιάννη, του Η., Χάρη,

διάβασα εντελώς τυχαία σήμερα το ευθυμογράφημά σου (επιφυλλιδογραφία το λες εσύ, αλλά πες το και μυθιστόρημα, αν είναι να πληρωθείς καλά), το οποίο σχολίαζε κάποια μέρη της συνέντευξης μου στην ίδια εφημερίδα (τι κομψό!), που φιλοξενεί και τα άρθρα σου και αποφάσισα, μιας και έχω ρεπό από τις δοκιμές μου, να σου απαντήσω έτσι για πλάκα.

Αντιπαρέρχομαι ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ τη χυδαία στην εισαγωγή αναφορά σου στον Άδωνη, σ’ ένα κείμενο στο οποίο μιλάς για μένα (είσαι πολύ μικρός για να πετάς μπηχτές περί «δεξιόστροφης» κίνησής μου) και στέκομαι στις ειρωνικά σου σχόλια περί «στοχασμού» μου και περί «φιλοσοφίας» μου.

Σε όλο το κείμενο, ατάλαντε Ψαθά, παλεύεις να αποδείξεις το πόσο γελοίο είναι να «στοχάζεται δημοσίως» κάποιος σαν κι εμένα, ο οποίος ενώ «μιλάει από δημόσιο βήμα», "δε διαβάζει όπως οφείλει". Σε αντίθεση με σένα βέβαια, ο οποίος διαβάζει και μπορεί να γράφει ό,τι θέλει μιμούμενος τον παντογνώστη, τον γλωσσολόγο και τον κριτή παρετυμολογιών, κι αυτό γιατί μάλλον θεωρείς τον εαυτό σου αποκλειστικό αντιπρόσωπο της ευρυμάθειας. Άκου λοιπόν «Σαρακάκη της γνώσης». Ένας αρκετά καλός μεταφραστής είσαι. Τίποτ’ άλλο. Και πίστεψέ με, είναι αρκετό και σε τιμά. Την εργασία σου στον Κούντερα την εκτιμώ ιδιαιτέρως. Αλλά μέχρι εκεί. Όταν απλώνεις τα κοντά ποδαράκια σου σε μεγάλα κρεβάτια, δε φαίνονται τεράστια τα κρεβάτια, εσύ φαίνεσαι κοντός.

Δεν ξέρω (αν και υποψιάζομαι) γιατί αποφάσισες να με υπονομεύσεις -χωρίς να αποδεικνύεις στην ουσία τίποτα στην πραγματικότητα– προσπαθώντας να αποδείξεις πόσο αγράμματος είμαι εγώ, απαγορεύοντάς μου να... στοχάζομαι (sic).

Πρώτον –μην τρελαινόμαστε!– μία απλή συνέντευξη στην εφημερίδα σας έδωσα, δεν έκανα και καμία επιστημονική ανακοίνωση και δεύτερον είχα την εντύπωση πως ο στοχασμός είναι μία ελεύθερη έκφραση όλων των ανθρώπων, εκτός κι αν έχουμε περάσει -και δεν το έχω καταλάβει- σε μία άλλη εποχή στην οποία εσύ είσαι ένας απ’ τους βασικότερους θεματοφύλακες του ελεύθερου στοχασμού. Όλα τα περιμένω πια. Παρ’ όλ’ αυτά, χαίρομαι που ασχολείσαι μαζί μου και αγωνιάς για τη μόρφωσή μου, αλλά ας δούμε από την άλλη και τη δική σου.

Τι λες λοιπόν στο άθλιο κατά τη γνώμη μου αρθράκι σου;

Ξεκινάς γράφοντας πως «η επιστήμη της γλωσσολογίας, είτε βρήκε τη σωστή προέλευση μιας λέξης, το έτυμο, είτε δεν τη βρήκε, αποφάνθηκε πάντως πως (κάποιες προσπάθειες ετυμολογίας, έστω κι αν δεν έχει βρεθεί το πραγματικό έτυμο), είναι παρετυμολογία”. Τι λες, ρε θηρίο; Τι λες, ρε επιστήμονα; Και βέβαια η κάθε προσπάθεια να ετυμολογήσεις μία λέξη “αβέβαιου ετύμου” κινείται στα όρια της παρετυμολογίας. Άρα, τι προσπαθείς να αποδείξεις; Το αυταπόδεικτο; Όχι, βέβαια. Κάνεις κάτι πιο πονηρό. Θες να πεις, πως οτιδήποτε λέει ο Κιμούλης (αλλά ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ!) δεν ευσταθεί. Ξέρεις πόσες φορές μου το έχουν κάνει αυτό στο παρελθόν, για να υπονομεύσουν κάποιες θέσεις μου; Πάρα πολλές φορές. Ιδίως την εποχή της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα μάλλον άρχισε το ανάποδο πανηγύρι.

Και συνεχίζεις με την γκεμπελική δήλωση απαγόρευσης να “στοχάζομαι” και να “φιλοσοφώ”, παραθέτοντας τα “λάθη” μου κάνοντας όμως κι εσύ με τη σειρά σου κάποια λαθάκια, άτιμο παιδί. Από βιασύνη; Από άγνοια; Ποιος ξέρει; Πάντως κάποια αποδεικνύουν τη δική σου ημιμορφωμένη κατάσταση.

Γράφεις λοιπόν χρησιμοποιώντας, μοντέρνε γλωσσολόγε, ως αποδεικτικό στοιχείο το λεξικό του συντηρητικού (sic) κύριου Μπαμπινιώτη. (Ντροπή σου για το σχόλιο):

“Ο Γιώργος Κιμούλης, θέλησε να στοχαστεί τις προάλλες από εδώ (27.1.18) με ετυμολογίες, όπου οι δύο στις τρεις ήταν παραετυμολογίες (ασήμαντη λεπτομέρεια για την τρίτη: το σχήμα δεν βγαίνει από τον αόριστο έσχον του ρ. έχω, αλλά από τον μέλλοντα: σχήσω)”.

Πρώτ’ απ’ όλα το ότι η λέξη σχήμα βγαίνει απ’ τον μέλλοντα σχήσω είναι άποψη του Μπαμπινιώτη. Υπάρχουν κι άλλες απόψεις βέβαια, αλλά ίσως εσύ δεν είχες πρόχειρα άλλα λεξικά - ή μήπως τα είχες βάλει ψηλά στη βιβλιοθήκη σου και δεν τα έφτανες;

σχήμα: (έχω, σχεῖν) / Το σχεῖν είναι απαρέμφατο ΑΟΡΙΣΤΟΥ Β’ έσχον. – στο Liddell & Scott. Το ίδιο δε γράφεται και στο λεξικό του Σταματάκου.

Το γιατί η λέξη σχήμα βγαίνει απ’ τον αόριστο β’ και όχι απ’ τον μέλλοντα σχήσω/ ἕξω και το αν υπάρχουν σημασιολογικές διαφορές μεταξύ σχήσω και ἕξω, δε θα στο εξηγήσω εδώ, γιατί και βαριέμαι και γιατί είναι ψιλά γράμματα για σένα.

Πάμε όμως παρακάτω.Γράφεις:

“Ο Κιμούλης λέει πως η λέξη ξένος προκύπτει από το “ξοινός” που σημαίνει κοινός. Ενώ ο Μπαμπινιώτης: «από το αρχαίο ξένος/ξείνος, από το *ξένFος, αβέβαιου ετύμου». Τι λες πάλι εδώ; Πως ο Μπαμπινιώτης θεωρεί τη λέξη ξένος αβέβαιου ετύμου. Χαίρω πολύ. Εξήγησέ μου όμως ειλικρινά, δεν είναι καχύποπτο αυτό που κάνεις; Πως γίνεται να έχεις το θράσος από τη μία να λες πως είναι αβέβαιου ετύμου, αλλά παρ' όλ' αυτά να αποδίδεις μία ετυμολόγηση που κατά τη γνώμη σου είναι σωστή και από την άλλη να εγκαλείς εμένα, επειδή παρετυμολογώ. Πώς γίνεται, ρε φίλε αυτό; Ειδικά δε όταν για τη λέξη ξένος μόνον το Etymologicon Magnum έχει τρεις τουλάχιστον ερμηνείες. Μία δε αναφέρεται και στο ρήμα ξενίζω, που σημαίνει θαυμάζω. Πόσο σίγουρος λοιπόν είσαι πως δεν υπάρχει εννοιολογική συγγένεια μεταξύ του ξένος και του ξυνού (κοινού), όπως υποστηρίζω; Γιατί εγώ δεν είμαι. Κι αυτό γιατί εκείνο που μ' ενδιέφερε να υπενθυμίσω στη συνέντευξη ήταν αυτή ακριβώς η συγγένεια. Η συγγένεια της έννοιας του ξένου με την έννοια ξυνός (κοινός). Με υ η λέξη, όχι με όμικρον γιώτα (τα παράπονά σου στους διορθωτές). Ήθελα λοιπόν να πω, πως ο ξένος μπορεί να αντιμετωπιστεί μεν ως κάποιος εκτός της ενότητας, μία ενότητα που εξορίζει τη διαφορετικότητα αποδεχόμενη μόνον εκδοχές του εαυτού της ως ταυτότητας, μπορεί όμως, φίλε φιλόσοφε Ιωάννη, και να αντιμετωπιστεί και ως ξυνός (κοινός). Δηλαδή, ως εμπεριεχόμενος σε μία ενότητα που περιλαμβάνει τη διαφορά με στάση φιλίας και διαλλαγής απέναντί της.

[…] εἴ τις εἴη τοιοῦτος ὅστις παραλαβὼν συγγένειαν μίαν διαφερομένην, μήτε ἀπολέσειεν μηδένα, διαλλάξας δὲ εἰς τὸν ἐπίλοιπον χρόνον, νόμους αὐτοῖς θείς, πρὸς ἀλλήλους παραφυλάττειν δύναιτο ὥστε εἶναι φίλους […] (Πλάτων, Νόμοι 627- 628). Πού διαφωνείς σ' αυτό; Μάλλον πουθενά.

Παρ' όλ' αυτά, διαβάζοντάς σε, συνέχισα να μην καταλαβαίνω, ποια ήταν η αιτία της ειρωνικής σου διάθεσης, χρησιμοποιώντας μάλιστα αυτά τα δύο παραδείγματα. Γιατί και στις δύο αυτές αναφορές εκείνο που ήθελα να πω πολύ απλά και συνοπτικά (γιατί πάντα δεν κάνει να ξεχνάμε πως ήταν μία συνέντευξη, όπου η συνοπτικότητα είναι αναγκαίο κακό λόγω του word counting) είναι πως α) ο άνθρωπος φαντασιώνεται δυστυχώς πολλές φορές ότι αποκτά υπόσταση/ ταυτότητα/ σχήμα βάσει αυτών που κατέχει και β) η έννοια ξένος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με αρνητικό πρόσημο, μιας και όλη η γη είναι κοινή. Πού διαφωνούμε ιδεολογικά εδώ; Από όσα τουλάχιστον γνωρίζω για σένα, μέσω κάποιων σκέψεων που έχεις δημοσίως εκφράσει, δεν πρέπει να διαφωνείς ως προς την ουσία. Εκτός κι αν η “νέα αριστεροσύνη” κάποιων έχει φτάσει ήδη σε επικίνδυνα σημεία και στην προσπάθειά της να προστατέψει τα κεκτημένα της πλέον, παίρνει μία επικίνδυνη δεξιόστροφη πορεία ξεχνώντας βασικά πράγματα υπερασπιζόμενη φιλελέδικες θέσεις περί ιδιοκτησίας και εκφράζοντας παράλληλα και ρατσιστικές σκέψεις. Δε θα ήθελα να πιστέψω κάτι τέτοιο για σένα, κύριε Γιάννη, του Η., Χάρη.

Και πάμε στο σχολιασμό σου περί ανθρώπου.

Λες να μη μου είναι γνωστές οι συζητήσεις περί ετυμολογίας της λέξης άνθρωπος; Αυτό το συμπέρασμα συνάγεις από όλη τη συνέντευξη; Η λέξη άνθρωπος είναι αβέβαιου ετύμου, κύριε λεξικογράφε. Τελεία και παύλα. Κατ’ επέκταση κάθε προσπάθεια ετυμολογίας, κινδυνεύει να θεωρηθεί παρετυμολογία. Ακόμη και η πιο συνήθης (άνδρ-ωπος < ανήρ, ανδρός + -ωπός / ο έχων ανδρική όψη) είναι ΠΙΘΑΝΗ. Όχι βέβαιη. Πιθανή! Δε θα κάτσω να παραθέσω εδώ όλες τις απόψεις (Hofman, Ησύχιου, Etymologicon Magnum κλπ). Η διαφωνία πως η λέξη προέρχεται με βεβαιότητα από το άνω – θρώσκω (αναπηδώ) είναι γνωστή και όχι μόνο λόγω της χρήσης αυτής της εξήγησης στους εκκλησιαστικούς χώρους. Στη συνοπτική συνέντευξη που έδωσα είχε εμφανώς ειρωνική διάθεση, μιας και κλείνω τη φράση μου: «Προς τα πού (αναπηδά); (Προς το) πουθενά.” Καθαρή ειρωνεία ήταν για την επηρμένη στάση του ανθρώπου. Αυτό ήθελα να πω.

Δεν κάνει λοιπόν, σοβαρός άνθρωπος (αλλά και είρων) εσύ (όπως τουλάχιστον θεωρείς τον εαυτό σου) να χρησιμοποιείς τόσο φτηνά μέσα, σχολιάζοντας κυριολεκτικά μία συνέντευξη, για να υποτιμήσεις γενικώς όλα όσα λέω, με τα οποία βέβαια έχεις κάθε δικαίωμα να διαφωνείς. Διάβαζε και κάτω απ΄τις γραμμές και εξέταζε με προσοχή. Ούτε είναι σωστό να ξεχνάς το ειρωνικό επίσης σωκρατικό «αναθρεί ά όπωπε» (Κρατύλος, αλλά και Πρόκλου -Σχόλια στον Κρατύλο). Αναθρώ σημαίνει βλέπω προς τα άνω, βλέπω εκ του πλησίον, αλλά και παρατηρώ μετά προσοχής. Και σε παρακαλώ μη σκεφτείς πως έτσι ετυμολογώ πάλι τη λέξη άνθρωπος! Εσένα περιγράφω. Βλέπε λίγο με μεγαλύτερη προσοχή, κύριε Γιάννη μου. Γιατί εσύ πληρώνεσαι για αυτά που γράφεις, ενώ εγώ όχι. Άρα οι τοποθετήσεις σου πρέπει να γίνονται με μεγαλύτερη προσοχή και περισσότερη εντιμότητα.

Όταν ολοκλήρωσα την ανάγνωση του άρθρου σου αναρωτήθηκα για άλλη μία φορά, γιατί έγραψες αυτό που έγραψες; Αφού από πουθενά δεν είχες στην ουσία να πιαστείς. Μία απλή συνέντευξη ενός ηθοποιού, που μιλούσε για το έργο στο οποίο παίζει ήταν; Γιατί λοιπόν; Μήπως απ’ τη γνωστή και χυδαία άποψη που θεωρεί όλους τους ηθοποιούς αγράμματους και ήθελες να παίξεις και κάνεις πλάκα ή μήπως τελικά δεν έθιξα τις γλωσσολογικές σου γνώσεις και μάλλον αυτό που θύμωσε (εσένα και την παρέα σου) ήταν η κριτική μου περί ΣΥΡΙΖΑ; Εξ ου και η αναφορά σου στον Άδωνη;

Πολύ φοβάμαι πως αυτό είναι και είναι κρίμα. Κρίμα και για σένα, κρίμα και για τον ΣΥΡΙΖΑ που έχει τέτοιους συνηγόρους σαν κι εσένα.

Δίνω λοιπόν μία συμβουλή και σ’ εσένα και στην παρέα σου εκεί γύρω,
(γιατί η “αγαπησιάρικη” σχέση μου με κάποιους εκεί στην εφημερίδα, που γράφεις είναι γνωστή – ευτυχώς όχι με όλους):
ο ΣΥΡΙΖΑ και η νομενκλατούρα του (άλλο ένα σχόλιό μου στη συνέντευξή μου, που μάλλον ενόχλησε) δεν έχει ανάγκη από τέτοια υπεράσπιση. Δεν έχει ανάγκη από υστερικές κραυγές κάποιας κοντής καλόγριας, που κλεισμένη σε μοναστήρι και τυφλωμένη από το πάθος της κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της αντί για την εικόνα του Χριστού, την εικόνα του Τσίπρα.

Άσε λοιπόν τις ετυμολογίες και τις παρετυμολογίες, άνθρωπέ μου, γιατί κραυγάζει και αυτό που διακονείς εσύ και αυτό που υπηρετείς. Όπως επίσης είναι εμφανές ποιος από τους δυο μας… "αδωνίζεται".

Έτσι κύριε Γιάννη, του Η., Χάρη;

Γιατί αν δεν το κάνεις, όσο κι αν θες να ανωθρώσκεις, κανένα πατρώνυμο δε θα σε σώσει (εμφανής η αγωνία σου να ανήκεις κάπου), μιας και πάντα θα πηδάς πιο χαμηλά από τους άλλους.

Ούτε και η προτροπή προς τον εαυτό σου του τύπου “τράβα τ’ αψηλού”, δε θα σε ανεβάζει ψηλά. Κάτω θα μένεις. Στο βρόντο θα πηγαίνουν τα πηδηματάκια σου και το πλ πλ πλ που θα ακούγεται, θα είναι η φράση που θα λένε για σένα: "μόνο για πλάκα είναι".

Αυτά
κι όποτε θες επανέρχομαι
(μόνο να είναι πάλι Δευτέρα για να μην έχω να κάνω κάτι πιο σοβαρό).

Γιώργος Κιμούλης του Ιωάννου και της Μαρίας

ΥΓ. Συγνώμη για το μακροσκελές της απάντησής μου,
αλλα κι εσύ 500 λέξεις έγραψες, που τις πληρώθηκες κιόλας.
Να μη γράψω κι εγώ 1000 παραπάνω, αφού είναι τζάμπα.

Η απάντηση του Γιάννη Η. Χάρη

Το κείμενο του Γιώργου Κιμούλη, χάρη και στις 1.790 λέξεις του, αυτοχαρακτηρίζεται και αυτοσχολιάζεται κατά τον πληρέστερο τρόπο, μεταξύ άλλων και ως προς την αναγνωστική επάρκεια του συντάκτη του. Αν ξαναδοκιμάσει ο Γιώργος Κιμούλης, θα καταλάβει, πιστεύω, και την αναφορά λ.χ. στον Άδωνη και κυρίως το νόημα των παρατηρήσεών μου. Θέμα δικό του όμως, εγώ δεν έχω λόγο να επιμείνω –οφείλω πάντως να αναγνωρίσω ότι, ως προς το μείζον στο οποίο επανέρχεται, έχει απόλυτο δίκιο, και τον ευχαριστώ για την επισήμανση: είμαι όντως κοντός!

Η ακόλουθη εξήγηση, για τον καλόπιστο αναγνώστη: όταν οι σύγχρονοι γλωσσολόγοι καταλήγουν πως μια λέξη είναι «αβέβαιου ετύμου», είναι αυτονόητο πως έχουν εξετάσει όλες τις προγενέστερες ετυμολογίες –και τις έχουν βρει ανεπαρκείς, μη πειστικές, ή απλώς λανθασμένες.

Δεν νοείται λοιπόν να ανατρέχουμε σε παλαιότερες πηγές, όσο σπουδαίες κι αν ήταν στην εποχή τους, ή είναι και σήμερα, όχι όμως σε όλα τους τα πορίσματα, όπως το μνημειώδες Λίντελ-Σκοτ, και, οριακά όμως μόνο πια, το Μέγα Ετυμολογικόν, όπου συχνά, όσο και αναπόφευκτα, ανθεί η παραετυμολογία.

Και μπορεί να διδαχτήκαμε στο σχολείο πως άνθρωπος είναι «ο άνω θρώσκων», άλλα παιδιά όμως διδάσκονταν πως η γη (κατά τον Αριστοτέλη μάλιστα!) στέκει ακίνητη στο κέντρο του κόσμου. Αιώνες χρειάστηκαν ώς τον Κοπέρνικο και τον Γαλιλαίο.

Ελπίζω να χρειαστούμε λιγότερο τώρα εμείς.

Νέο σχόλιο από τον Κιμούλη

Φίλε Γιάννη,

ήμουν σίγουρος πως θα ανταπαντούσες και ήλπιζα το ύφος της γραφής σου να είναι πιο προσεκτικό αυτή τη φορά. Χάρηκα πάρα πολύ που το έκανες και που ανέκρουσες πρύμναν, έστω κι αν συνεχίζεις να έχεις μία ελαφρά ειρωνική διάθεση. Μου αρέσει. Μεταξύ ειρώνων επιτρέπεται. Φαίνεται τελικά πως κατάλαβες πόσο αγενές και άκομψο είναι το να σχολιάζει υποτιμητικά -και αναίτια (;)- κάποιος στην ίδια εφημερίδα που αρθρογραφεί μία συνέντευξη που φιλοξενείται σ’ αυτήν.

Ο λόγος ενός αρθρογράφου, θέλει δε θέλει, εκφέρεται από θέση σχετικής ισχύος. Μία θέση εξουσίας που του την έχει προσφέρει η ίδια η εφημερίδα. Τουλάχιστον τώρα έχω την εντύπωση πως μου επιτρέπεις να “στοχάζομαι” που και που, παρόλο που -κατά τη γνώμη σου- δε διαθέτω επικαιροποιημένες γλωσσολογικές γνώσεις με βάση τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στη γλωσσική επιστήμη.

Οφείλω όμως, ως καλόπιστος αναγνώστης κι εγώ, να σχολιάσω με τη σειρά μου δύο πράγματα – επειδή "το μείζον" στην απάντησή μου δεν ήταν το ύψος σου (αυτό είναι δικό σου θέμα. Ο δικός μου λόγος αφορούσε το ηθικό ανάστημα, όχι την υψομετρική μας διαφορά):

1. Κάποια στιγμή θα ήθελα να με πληροφορήσεις (αφού αρχίσαμε να γινόμαστε φίλοι σιγά σιγά) τη βιβλιογραφία σου. Γιατί, το να επιθετικοπροσδιορίζεις και να περιγράφεις λεξικά και λεξικογράφους (συντηρητικός Μπαμπινιώτης –τώρα σύγχρονος, ε;- μνημειώδες το Λίντελ-Σκοτ, ανθεί η παρετυμολογία στο Μέγα Ετυμολογικόν ή δεν ξέρω με ποια άλλα επίθετα θα περιέγραφες τα λεξικά Hoffman, Σούδα κλπ), δε βοηθά.

Φίλε Γιάννη, όχι, δεν είναι λανθασμένες συλλήβδην οι προγενέστερες ετυμολογίες. Λανθασμένη είναι η άποψη που διατυπώνεις: “όταν οι σύγχρονοι γλωσσολόγοι καταλήγουν πως μια λέξη είναι «αβέβαιου ετύμου», είναι αυτονόητο πως έχουν εξετάσει όλες τις προγενέστερες ετυμολογίες –και τις έχουν βρει ανεπαρκείς, μη πειστικές, ή απλώς λανθασμένες”. Αυτή ακριβώς η άποψη είναι λανθασμένη. Διότι εδώ δυστυχώς διαφαίνεται η χρονολογία λήξης της δικής σου μελέτης και το κατά πόσον οι δικές σου γνώσεις είναι επικαιροποιημένες.

Απ’ την αρχή υποψιαζόμουν ότι φιλολογικές σου γνώσεις σταματούν στον Wilamowitz, η αδυναμία τώρα κατανόησης, εκ μέρους σου, των αμφισημιών και των πολυσημιών της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, το αποδεικνύουν περίτρανα. Δεν είμαστε όμως στις αρχές του 20ου αιώνα πια, όπως κι εσύ παραδέχεσαι. Έχει μπει ο 21ος κι έχει προχωρήσει. Άλλωστε όπως αναφέρει και ο Αριστοτέλης, τον οποίον μνημόνευσες ειρωνικά, “ἀναγκαῖον οὖν πλείω τόν αὐτόν λόγον καὶ τοὔνομα τό ἓν σημαίνειν” [=είναι αναγκαίο ο ίδιος λόγος και το κάθε ένα όνομα να σημαίνει περισσότερο από ένα [πράγματα] (Σοφιστικοί έλεγχοι, 165 a12)].

2. Θα ήθελα επίσης να σου δώσω και μία φιλική συμβουλή. Άσε τις τρίπλες περί Άδωνη και βάλε καλά στο μυαλό σου αυτό: οι γνωστές φιλίες με “διευθυντές καλλιτεχνικών οργανισμών”, με τους οποίους δεν έχω και τις πιο αγαστές σχέσεις (βλέπεις πόσο ευγενικά το διατυπώνω, έτσι;), δε σε αθωώνουν. Δεν υποστηρίζουμε μ’ αυτόν τρόπο τους φίλους μας, φίλε Γιάννη.

Περισσότερο κακό τους κάνουμε, παρά καλό. Πίστεψέ με. Δεν τους αναβαθμίζουμε υπονομεύοντας και υποτιμώντας άδικα, άτσαλα, άτεχνα και χωρίς σκέψη όσους τους κάνουν κριτική. Τους αγαπάμε μεν τους φίλους μας με τα ελλατώματά τους, αλλά τους αφήνουμε ελεύθερους στη δημόσια αναπηρία τους. Η δυσλαλία τους και η επιβράδυνση της γλωσσικής τους εξέλιξης, δεν είναι προϊόν κάποιας διαταραχής ή ασθένειας, ώστε εκπροσωπώντας τους να τρέχεις να τους προστατεύεις επιτιθέμενος σ’ εμένα. Κατεβαίνεις σε χαμηλά επίπεδα, τα οποία δε σου αξίζουν.

Διότι μπορεί οι άνθρωποι αυτοί να είναι απλώς ανίκανοι, αγράμματοι, αρχομανείς και βολεψάκηδες. Κραυγάζει η αιτία που το έκανες. Κι εγώ στις κραυγές με “κραυγές” απαντώ. Η μόνιμα έκκεντρη θέση μου, με διευκολύνει. Τα φιλιά μου σ’ εσένα και στους “φίλους” σου. Ελπίζω πλέον σε μία πιο ειλικρινή συνάντηση.

Τελευταία απάντηση του Γιάννη Η. Χάρη

Έχω γράψει επανειλημμένα για την παρετυμολογία, προφανώς ανεξάρτητα από τον Γ. Κιμούλη· στον άνθρωπο μάλιστα που τάχα «άνω θρώσκει» αναφέρθηκα τελευταία φορά πριν από δυόμισι μόλις μήνες (ΕφΣυν 2.12.17).

Με τον Γ. Κιμούλη έχω ασχοληθεί άλλη μία φορά, σχολιάζοντας δύο αχαρακτήριστα κείμενά του που είχαν τίτλο «Η κριτική της κριτικής» πριν από 8 χρόνια, πριν από ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή κι απ’ τους όποιους καβγάδες του με όποιους φίλους μου, όπως τον βόλεψε το αστυνομικό δαιμόνιό του!

Για τα υπόλοιπα και ουσιώδη, αφού επιμένει να μη διαβάζει, κάπου ας ρωτήσει επιτέλους.

Με την παρετυμολογία, που μόνο πέρα και ακροδεξιότερα από την επιστήμη ανθεί, δεν θα πάψω να ασχολούμαι, ιδίως όταν τέτοιες απόψεις μεταφέρονται αβασάνιστα από κατά τεκμήριο σοβαρούς ανθρώπους και έτσι διαδίδονται από σοβαρές εφημερίδες.

Με τον Γ. Κιμούλη, προφανώς και δεν έχει νόημα πια να ασχοληθώ. Μπορεί ελεύθερα να εξακολουθήσει να στρεψοδικεί.

ΥΓ. Ώστε π.χ. αν δεν φτάνω τα λεξικά που βρίσκονται ψηλά στη βιβλιοθήκη μου έχει να κάνει με το ηθικό μου ανάστημα! Πάντα κάτι μαθαίνει κανείς.

Ακόμη ένα σχόλιο του Κιμούλη

Μακάρι να σταματήσεις να ασχολείσαι άλλο μαζί μου, γιατί δε σε συμφέρει. Φαντάζομαι να το έχεις καταλάβει. Για το καλό σου το λέω. Έχεις όμως ένα πρόβλημα με το διάβασμα, ε; Πολλές φορές η μη κατοχή ακαδημαϊκής ταυτότητας δημιουργεί συμπλέγματα. Ξεπέρασέ τα.

Φτάνει το γυμνάσιο! - Ωχ! Ή μήπως δε φτάνει; Ή μήπως εκεί βρίσκεται ο κόμπος; Δεν ξέρω. Επειδή πολλά ακούγονται, γι' αυτό το λέω. Σταμάτα, να κάνεις τον επιστήμονα, Γιάννη. Δεν είσαι. Αποδείχτηκε στην αλληλογραφία μας. Δεν είσαι και δεν πειράζει που δεν είσαι. Ησύχασε. Καλός μεταφραστής είσαι. Τίποτα άλλο.

Και πίστεψέ με: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΑΡΚΕΤΟ! ΕΙΝΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟ. Ξύπνησες ένα ωραίο πρωί και αποφάσισες να μου κάνεις πλάκα. Αποφάσισες να με κανιβαλίσεις και μάλιστα σε θεωρητικό επίπεδο. Απερισκεψία σου, αλλά δικαίωμά σου.

Είχες λάθος πληροφορίες για μένα, οπότε δεν πειράζει. Τι περίμενες όμως; Να μη σου απαντήσω; Δεν γινόταν. Το θεώρησα σχεδόν υποχρέωσή μου να σε περιοδεύσω για λίγο στην πόλη, ως άλλον καρνάβαλο (λόγω της αναίτιας έπαρσής σου) – είναι και οι μέρες βλέπεις...

Αφού τα 'θελες κι εσύ... Όσο για το «αστυνομικό μου δαιμόνιο» τι θες και το σχολιάζεις; Ξέρεις πως έχω δίκιο. Ασ’ το εκεί που βρίσκεται λοιπόν. Τι το σκαλίζεις; Καλές οι δικές μας ενυπόγραφες κραυγές, αλλά γιατί συνεχίζεις να ξύνεσαι και ν' αποζητάς κραξίματα με ονοματεπώνυμα άλλων;

Πες λοιπόν πως ήταν μία βδομάδα του Τριώδιου και πέρασε... είναι και του Τυροφάγου σήμερα και δεν κάνει να σε κανιβαλίσω άλλο. Έλα, να το δούμε με αγάπη από 'δω και πέρα. Έτσι, χαρά μου;