«Ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί κι αυτός τον μονόδρομο του νεοφιλελευθερισμού»

giorgos_kimoylis.jpg

Γιώργος Κιμούλης «Τι είναι ένας μετανάστης; Αυτός που δεν ανήκει σε κανέναν τόπο και κανένας τόπος δεν του ανήκει. Ατοπος και μετέωρος», μας λέει ο Γιώργος Κιμούλης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Αμερική, Μπρούκλιν, δεκαετία του ’50. Μετανάστες απ’ όλα τα μέρη της Γης, αρκετοί από αυτούς παράνομα, έρχονται στη γη της επαγγελίας διεκδικώντας μερίδιο στο «αμερικάνικο όνειρο».

Ο φορτοεκφορτωτής Εντι Καρμπόνε ζει με τη γυναίκα του και την ορφανή ανιψιά του στην οποία φέρεται υπερπροστατευτικά. Οταν κάποτε αναγκάζεται να φιλοξενήσει δύο εξαδέλφους, παράνομους μετανάστες από τη Σικελία, χάνει τον έλεγχο του σπιτιού του, τα ελάχιστα κεκτημένα του. Γιατί ο εξάδελφος θα ερωτευτεί την Κάθριν και θα τη διεκδικήσει για γυναίκα του. Και τότε ο νόμιμος μετανάστης Εντι Καρμπόνε φτάνει στα άκρα καταδίδοντας τους παράνομους μετανάστες συμπατριώτες του.

«Τι είναι ένας μετανάστης; Αυτός που δεν ανήκει σε κανέναν τόπο και κανένας τόπος δεν του ανήκει. Ατοπος και μετέωρος», μας λέει ο Γιώργος Κιμούλης. «Ετσι εξηγείται και ο τίτλος του έργου. Η γέφυρα είναι ένα πέρασμα, προσπαθεί να ενώσει δυο τόπους. Oμως από μόνη της δεν αποτελεί τόπο. Αυτό το πέρασμα τοποθετεί τον Εντι Καρμπόνε σε μια μετέωρη διαρκώς θέση που του πυροδοτεί ανασφάλεια, αμηχανία, θυμό, διαρκή φόβο».

• Το υφέρπον ερωτικό στοιχείο προς την ανιψιά δεν παίζει ρόλο στην ανατροπή του;

Σ’ έναν άνθρωπο που παραμένει μετέωρος, που κατοικεί σ’ ένα πέρασμα χωρίς να ανήκει πουθενά, αυτό που του λείπει βασικά είναι η αίσθηση κατοχής κάποιου αντικειμένου. Ετσι πιστεύει πως θα αποκτήσει ο ίδιος την υπόσταση ενός υποκειμένου. Ο Εντι Καρμπόνε είναι μία έλλειψη. Δεν «έχει». Και το ρήμα «έχω» στον αόριστό του «έσχον» γεννάει ένα φοβερό ουσιαστικό: το σχήμα.

Δυστυχώς ο άνθρωπος φαντασιώνεται πως έχει σχήμα –κατ’ επέκταση και ταυτότητα– μόνον ανάλογα μ’ αυτά που κατέχει. Και ο Εντι νιώθει ότι δεν έχει σχήμα, ταυτότητα, ακριβώς γιατί δεν του ανήκει τίποτα. Τα μοναδικά πρόσωπα που διαμορφώνουν στη φαντασίωσή του ένα ελάχιστο σχήμα και του προσδίδουν μια υποτυπώδη ταυτότητα είναι η γυναίκα του και η ανιψιά του μέσα σ’ ένα μικρό σπίτι που κατοικεί. Αυτές θεωρεί πως τις έχει, τις κατέχει, είναι δικές του, δεν γίνεται να τις πάρει κανένας άλλος.

Οταν δυο άλλοι παράνομοι μετανάστες μπαίνουν ως φιλοξενούμενοί του στο σπίτι του, εισβάλλουν στην περιοχή του. Κι ακόμα χειρότερα, ο ένας απ’ αυτούς θέλει να του πάρει την ανιψιά του. Η επιθυμία λοιπόν προς την ανιψιά του έχει τεράστια σχέση με την έννοια της κατοχής, γιατί η επιθυμία δεν σχετίζεται μ’ ένα αντικείμενο αλλά με μια έλλειψη.

Για πρώτη φορά στα πολλά χρόνια που βρίσκεται στο θέατρο, πρωταγωνιστεί στο Εθνικό ερμηνεύοντας τον μετανάστη Εντι Καρμπόνε στο έργο του Αρθουρ Μίλερ «Ψηλά από τη γέφυρα» | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Αυτή η έλλειψη μας κάνει να επιθυμούμε και στη συνέχεια την προσωποποιούμε σε κάποιον άνθρωπο. Το έργο είναι μεγαθήριο. Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που ο Μίλερ συνδέει το χαρακτηριστικό της διαρκούς μετανάστευσης του ανθρώπου με την έννοια της επιθυμίας. Βάζει ένα τεράστιο ερώτημα: Τι είναι αυτός ο Αλλος, μιας και ξένος δεν υπάρχει. Ο ξένος προκύπτει από το «ξοινός» που σημαίνει κοινός. Κοινή είναι η γη, δεν ανήκει μόνο σ’ εμένα και σε κανέναν άλλον.

• Την ίδια στιγμή που όλοι παλεύουμε να οριοθετήσουμε τη δική μας περιοχή…

Για να αποκτήσουμε σχήμα και ταυτότητα. Ομως η ταυτότητά μας είναι μία: άνθρωπος. Και εκ των πραγμάτων αυτή η διαβολεμένη ταυτότητα της ύπαρξής μας κουβαλάει τον κίνδυνο της έπαρσης, από το όνομά του και μόνο: «άνω θρώσκω», πηδώ προς τα πάνω. Προς τα πού; Πουθενά.

• Δεν είναι θλιβερό που αυτό, το πολύ κακό για το τίποτα, το κατανοούμε αργά; Αφού έχουμε κάνει όλα τα λάθη, αφού έχουμε αγωνιστεί να κερδίσουμε όλο και μεγαλύτερη περιοχή κατοχής;

Η ακρασία, όπως έχει πει ο Αριστοτέλης, είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Ενώ γνωρίζεις το σωστό, πράττεις το λάθος. Αυτή λοιπόν είναι η ιδεολογία της παράστασης.

Και ως προς τη σκηνοθεσία της Νικαίτης, αλλά και ως προς τη μετάφραση, που την κάναμε μαζί. Γι’ αυτό και το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα είναι μια σκηνή πάνω σε μια σκηνή. Ενας χώρος ανοιχτός, ένα αχανές τοπίο όπου πάνω του ένα μικρό τοπίο επιπλέει μετέωρο σαν σχεδία. Σαν να ανήκει σ’ ένα πέρασμα όπως και η ίδια η ζωή μας.

• Εσείς δεν έχετε νιώσει την επιθυμία της κατοχής;

Και ποιος δεν την έχει νιώσει; Επιθυμούμε κάτι, κάποιον, εξαιτίας μιας έλλειψης. Οταν το αποκτήσουμε η έλλειψη καλύπτεται και συγχρόνως το πρώτο συναίσθημα που εμφανίζεται είναι η ασφάλεια της κατοχής: «τον έχω», «τον κατέχω», «θέλω να τον κάνω ίδιο μ’ εμένα». Κι έτσι ο Αλλος χάνει τη διαφορετική του ταυτότητα και η έλλειψη εμφανίζεται ξανά.

• Ενας μετανάστης σήμερα στην Αθήνα θα μπορούσε να αντιληφθεί την κεντρική ιδέα της παράστασης; Την επιθυμία για κατοχή που γεννά η έλλειψη;

Το συναίσθημα της κατοχής το γεννά στον μετανάστη ο αυτόχθων. Οταν ο ξένος βλέπει τον αυτόχθονα να διεκδικεί λυσσαλέα να ορίσει την περιοχή του προκειμένου να αποκτήσει ταυτότητα, θα τον μιμηθεί, θα κάνει κι αυτός το ίδιο. Κι αυτό είναι η ειρωνεία αν σκεφτείς ότι ο μετανάστης ήρθε με την αίσθηση του «φεύγω απ’ ό,τι μου ανήκει»... Και τώρα αναζητεί ξανά χώρο για να τον κάνει δικό του.

Αντί δηλαδή να κάνει ένα βήμα προς τα «αριστερά», προς το κοινό για όλους, κάνει ένα βήμα προς τα «δεξιά» ζητώντας μια κατοχή, μια ιδιοκτησία. Αλλά αυτό κάνουμε όλοι, ημεδαποί και αλλοδαποί.

• Πώς παίζεται αυτός ο ρόλος;

Οπως όλοι. Συνειδητά πλέον στο θέατρο επιλέγω έναν απόλυτο ρεαλισμό. Για μένα τελείωσε η μόδα του ημιμορφωμένου αφηγηματικού θεάτρου, εννοώ την αντιγραφή μιας γερμανόφωνης αισθητικής. Η οποία τι κουβαλάει; Μια μη συμμετοχή. Σαν να αντιγράφει αυτό που συμβαίνει στον κοινωνικό περίγυρο και να το επιβραβεύει κάνοντάς το και καλλιτεχνικό έργο.

Επί 15 χρόνια δοξολογούμε τη μη συμμετοχή κάνοντάς την καλλιτεχνική δημιουργία μέσω του αφηγηματικού θεάτρου. Γι’ αυτό συγκινήθηκα όσο δεν μπορείς να φανταστείς βλέποντας το «Στέλλα κοιμήσου». Θεωρώ την παράσταση του Οικονομίδη και των ηθοποιών του μια ιδιαίτερα, αναγκαία σήμερα, βίαιη πολιτική πράξη. Το ίδιο κι όταν είδα τον Θανάση Παπαγεωργίου να παίζει τον Βαμβακάρη.

• Πρόκειται για νέα πίστη; Στο παρελθόν έχετε πειραματιστεί κι εσείς.

Ανέκαθεν δεν μου άρεσε αυτή η υποτιθέμενη μεταμπρεχτική αποστασιοποίηση, την οποία θεωρώ και επιλογή αγράμματων, καθώς η αποστασιοποίηση του Μπρεχτ είχε πολιτική αιτία το ενάντιο στον αστικό ψευδορεαλισμό με κάποια ρομαντικά στοιχεία εκείνης της εποχής.

Δεν μου άρεσε, αλλά μ’ έναν τρόπο πειραματιζόμουν κι εγώ πάνω σ’ αυτό κάποιες φορές, παίζοντας το παιχνίδι των πολλαπλών ειδώλων. Δηλαδή, να υπάρχει πάντα στο προσκήνιο και το πρόσωπο του έργου και ο παρουσιαστής του. Τώρα δεν μ’ ενδιαφέρει πια.

• Τι χρειάζεται λοιπόν ο ηθοποιός για να ζωντανέψει στη σκηνή έναν ρόλο;

Τον εαυτό του. Ο ηθοποιός είναι ο ίδιος πάνω στη σκηνή. Είναι ανοησία να επαίρεται ότι είναι διαφορετικός. Δεν παίζει τίποτα, απλώς είναι. Η ειδοποιός διαφορά βρίσκεται αλλού: Ο άνθρωπος ξέρει ότι διαθέτει μια συλλογή από μάσκες συμπεριφορών, άσχετα αν στη ζωή του χρησιμοποιεί κάποιες εξ αυτών είτε γιατί τον βολεύουν, είτε γιατί του αρέσουν, είτε γιατί τις έχει επιβάλει ο πολιτισμός, η κοινωνική συναναστροφή.

Ομως μπορεί να αναγνωρίζει όλες τις μάσκες συμπεριφορών στον έξω από αυτόν κόσμο. Αρα οι μάσκες υπάρχουν μέσα στο μυαλό του. Την κρίσιμη στιγμή, λοιπόν, ο ηθοποιός συναντιέται με την ετυμολογία της λέξης «μίμηση» που βγαίνει από το «μέμνησο». Σαν κάτι να προστάζει τη μνήμη σου. Αρα αυτό που μιμείσαι είναι η μάσκα που έχει ενταφιαστεί μέσα στο μυαλό σου.

Στη μνήμη σου. Τι είναι, λοιπόν, επί της ουσίας η υποκριτική; Η δύναμη και το θάρρος να εμφανίζεις τις μάσκες τις οποίες μπορεί να μη χρησιμοποιείς για διάφορους λόγους στην καθημερινότητά σου. Το κείμενο, η ερμηνεία που κάνει πάνω σ’ αυτό ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός, απαιτούν να χρησιμοποιήσεις αυτή τη μάσκα και όχι κάποια άλλη. Να γιατί το θέατρο έχει ανάγκη τον ρεαλισμό.

Ο Λιβαθινός τα καταφέρνει πολύ καλά

• Πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο. Πώς σας φαίνεται;

Υπάρχει ένας μύθος κατ’ αρχάς σχετικά με τους εργαζόμενους στο Εθνικό ή στα κρατικά θέατρα. Οτι διακατέχονται δηλαδή από τη γνωστή δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και συμπεριφορά. Ε, λοιπόν, στο Εθνικό Θέατρο δεν ισχύει αυτό.

Αν κάποιος το πιστεύει αυτό, απαντώ ότι είναι απολύτως ψευδές, πρόκειται για τον μύθο που επικρατεί γενικώς για τον τρόπο εργασίας στον δημόσιο τομέα - ας αφήσουμε που δεν ισχύει για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι στο Εθνικό ενδιαφέρονται, νοιάζονται πραγματικά για τη δουλειά τους, όποιο πόστο κι αν έχουν, δουλεύουν σαν να πρόκειται για κάτι δικό τους.

• Η παρατήρηση αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον όταν την κάνει ένας άνθρωπος που έχει δουλέψει μόνο στον ιδιωτικό τομέα. Είναι επίσης μύθος η λαχτάρα του ηθοποιού να παίξει στο Εθνικό;

Χαίρομαι που παίζω στο Εθνικό, νομίζω ότι τώρα πια προτιμώ να προσφέρω περισσότερο από το να παίρνω. Επίσης, έζησα τη μεγάλη δημιουργική χαρά να συνεργάζομαι με κάποιους συναδέλφους για πρώτη φορά: τη Μαρία Κεχαγιόγλου, τον Νίκο Χατζόπουλο, την Ηλιάννα Μαυρομάτη, τον Αλέξανδρο Μαυρόπουλο.

Το Εθνικό είναι μεγάλος οργανισμός και καθόλου δυσκίνητος όπως λένε, ένα θέατρο που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα ευρωπαϊκά θέατρα. Και δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση η διοίκησή του.

• Πιστεύετε ότι ο Στάθης Λιβαθινός αδικήθηκε στην κριτική που του ασκήθηκε κάποιες φορές;

Ασυζητητί. Κι όσοι τον αδίκησαν το έκαναν με υπερβολή και τα ερωτηματικά τους, κάποιες φορές, ήταν επίσης υπερβολικά. Μερικές παρεξηγήσεις μπορώ να τις κατανοήσω. Γνωρίζοντάς τον τώρα λέω ότι τα καταφέρνει πολύ καλά.

Ενα πράγμα λείπει από το Εθνικό: η φροντίδα της Πολιτείας. Το θεωρώ απαράδεκτο όχι μόνο να μην προσφέρει τα χρήματα που είναι αναγκαία αλλά να περικόπτει κι άλλο την επιχορήγηση. Αραγε γνωρίζουν ότι το ποσόν της επιχορήγησης καλύπτει μόνο τα πάγια έξοδά του; Οτι οι παραγωγές ζουν ουσιαστικά από τα εισιτήρια που θα κάνουν; Δεν αντιμετωπίζονται έτσι τα κρατικά θέατρα.

• Εννοείτε ότι θα έπρεπε να δίνονται περισσότερα χρήματα;

Φυσικά, αλλά αυτό εντάσσεται σε μια πολιτιστική πολιτική που δεν υπάρχει. Μοιάζει με τιμωρία. Σαν να λέει η κυβέρνηση: εσείς φταίτε που ολόκληρη η επιχορήγηση πηγαίνει στα πάγια έξοδα, στους μισθούς.

Οσο αντιμετωπίζουμε τον πολιτισμό ως είδος πολυτελείας, όσο οι κυβερνώντες θα λειτουργούν ως ημιμορφωμένοι, θα έχουμε αυτήν τη λογική. Γιατί έχουν άγνοια του αντικειμένου. Και καθώς δεν το γνωρίζουν το αντιμετωπίζουν με τον πιο σνομπίστικο τρόπο.

Ο κ. Θεοδωρόπουλος πρέπει να ελεγχθεί

• Η στάση σας απέναντι στον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο ήταν ιδιαίτερα επιθετική όταν έμειναν εκτός Φεστιβάλ οι «Βάτραχοι», παράσταση που είχατε προτείνει για την Επίδαυρο.

Το αντίθετο θα έλεγα, κάνω αυτό που οφείλει να κάνει κάθε πολίτης. Οσο αρνείται η Πολιτεία και το Δ.Σ. του Φεστιβάλ να ελέγξει τον κ. Θεοδωρόπουλο, εγώ θα θυμίζω συνεχώς την ανάγκη της διαδικασίας ελέγχου.

Μπορεί να αποδειχτεί αψεγάδιαστος -το ελπίζω και το εύχομαι-, ωστόσο υπάρχουν παρεξηγήσιμες ενδείξεις, πράξεις που πρέπει να ελεγχθούν, όπως η σχέση μεταξύ του Φεστιβάλ και του θεάτρου του κ. Θεοδωρόπουλου, του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, όπως η σκηνοθεσία που κάνει ως διευθυντής του Φεστιβάλ.

Γιατί, ας πούμε, έσπασε τη συνέντευξη Τύπου για το πρόγραμμα του Φεστιβάλ στη μέση -δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο στο παρελθόν- αναγγέλλοντας πρώτα τις παραστάσεις της Επιδαύρου; Για να γνωρίζουν, όπως δήλωσε, οι τουρίστες το πρόγραμμα και να κλείσουν εισιτήρια;

Ποιος κοροϊδεύει ποιον; Θέλετε να μου πείτε ότι λειτουργούσε τότε που δόθηκε η συνέντευξη μηχανισμός του Φεστιβάλ ώστε τα τουριστικά γραφεία να κλείνουν παραστάσεις; Αυτό το απλό ερώτημα δεν το έθεσε κανένας δημοσιογράφος στη συνέντευξη Τύπου.

• Γιατί νομίζετε λοιπόν ότι ανακοίνωσε ξεχωριστά το πρόγραμμα της Επιδαύρου;

Δεν ξέρω. Νομίζω πως ίσως δεν ήθελε να ρισκάρει να τον προλάβει ένας ανασχηματισμός της κυβέρνησης. Γιατί ήθελε να ασφαλίσει τη σκηνοθεσία του στην Επίδαυρο υπό τις παρούσες συνθήκες. Ποιος ξέρει; Γιατί ουδέποτε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ σκηνοθετεί. Το χειρότερο όμως είναι όταν συνάπτει συμφωνία μεταξύ του Φεστιβάλ και κάποιου οργανισμού που ανήκει σε συγγενικό του πρόσωπο. Στην ουσία στον ίδιον.

Μετά τις καταγγελίες μου προσπαθεί να βρει κάποιο ΔΗΠΕΘΕ, ως διαμεσολαβητή βέβαια, αλλά για να δούμε τώρα σε ποιο συνεργάσιμο ΔΗΠΕΘΕ θα καταφύγει προκειμένου να παίξει τον ρόλο του πλυντηρίου στην περιοδεία της παράστασής του την οποία θα τρέχει ο γιος του... Ναι, θυμώνω με την αμετροέπεια. Θυμώνω με την έπαρση που νομιμοποιεί στη συμπεριφορά θεσμικών προσώπων η νεανική νομενκλατούρα των κυβερνώντων που έλεγα προηγουμένως.

• Αν η παράστασή σας εντασσόταν στο Φεστιβάλ, θα βγαίνατε τόσο ανοιχτά να κάνετε αυτές τις καταγγελίες;

Ισως όχι. Και; Το πρόβλημα βρίσκεται στο αν θα έκανα εγώ την καταγγελία ή στο αν ένας διευθυντής δημόσιου οργανισμού στην ουσία κινείται στα όρια κατάχρησης εξουσίας; Σας φαίνεται ανέντιμη ή ανειλικρινής η απάντησή μου;

...δεν εκπροσωπεί όλη την Αριστερά

• Δεν στηρίζετε πια τον ΣΥΡΙΖΑ; Αποσύρατε την εμπιστοσύνη σας;

Θα το έλεγα πιο συχνά αυτό, αν δεν με εμπόδιζε η εικόνα που παρουσιάζει η αντιπολίτευση, την οποία θεωρώ ακραία επικίνδυνη γιατί καταρρίπτει κάθε έννοια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η αντιπολίτευση συμπολιτεύεται στην ουσία με την κυβέρνηση. Δεν αντιπολιτεύεται πολιτικά. Βρίζει ανεκδοτολογώντας. Κι ένα ανέκδοτο κανείς δεν μπορεί να το πάρει στα σοβαρά.

Τι λένε; «Είστε ψεύτες γιατί είπατε ότι θα είστε διαφορετικοί από εμάς. Και δεν είστε». Μα είναι αυτός αντιπολιτευτικός λόγος; Ξεκινάς να κάνεις κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ και εμφανίζεται μπροστά σου ο Μητσοτάκης... Και τότε αναγκάζεσαι να μειώσεις την ένταση της κριτικής σου στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλωστε ποτέ δεν ήμουν δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ με την έννοια του κομματικού μέλους. Οι δικοί μου άνθρωποι το γνώριζαν αυτό.

Μην τρελαινόμαστε, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν και δεν είναι το κόμμα που εκπροσωπεί όλη την Αριστερά. Απλώς τότε που θεώρησε ότι μπορεί να κυβερνήσει εκτίμησα ότι πρέπει να τον στηρίξουμε. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Κι όταν στηρίζεις κάτι, το στηρίζεις με όλο σου το είναι.

• Πιστεύετε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποτύχει ως αριστερή κυβέρνηση;

Εχει κάνει κάποια πράγματα που δεν θα έκανε ποτέ η Δεξιά. Αλλά όλοι ξέρουμε πως μία από τις αιτίες που πήρε τη διακυβέρνηση ήταν γιατί δήλωνε ενάντια στην έννοια του μονόδρομου. Κι όμως, παρακολουθούμε να ακολουθεί κι αυτός τον μονόδρομο του νεοφιλελευθερισμού ανερυθρίαστα και παράλληλα να συμβαίνουν πράγματα που απάδουν στην αριστερή αντίληψη.

Αναδύθηκε μια καινούργια νομενκλατούρα -νεαρών ηλικιών- η οποία διαμορφώνει ουσιαστικά μια συγκεκριμένη πολιτική εντός του ΣΥΡΙΖΑ και η οποία εκφράζεται μ’ έναν νεοπλουτίστικο θα έλεγα τρόπο, με μια πολιτική σκέψη περί «εφικτού» και «ρεαλισμού» που κινείται δίπλα στον κυνισμό. Αν συνεχίσουν σ’ αυτόν τον δρόμο, θα ξεφύγουν από τα όρια μιας σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης –γιατί σοσιαλδημοκρατική παράταξη είναι πλέον- και θα ακουμπήσουν ακραίες νεοφιλελεύθερες θέσεις.

• Σας έχει απογοητεύσει η συμπεριφορά συντρόφων σας στον ΣΥΡΙΖΑ, κάποιων φίλων;

Η συμπεριφορά κάποιων που γνώριζα από παλιά, ναι, με απογοήτευσε. Το ξέρουν και προσπαθούν έμπρακτα να λειανθούν τα πράγματα ή να τοποθετηθούν σ’ έναν χώρο παρεξηγήσεων, αλλά δεν με πείθουν. Επαναλαμβάνω, ο κίνδυνος σήμερα για τον ΣΥΡΙΖΑ προέρχεται από τη νεολαία μιας νομενκλατούρας που αυτή τη στιγμή άρχει…

Εθνικό Θέατρο/Κεντρική Σκηνή (Αγ. Κωνσταντίνου 22, τηλ.: 210-5288170-171). «Ψηλά από τη γέφυρα» του Αρθουρ Μίλερ. Μετάφραση: Νικαίτη Κοντούρη–Γιώργος Κιμούλης. Σκηνοθεσία–Διασκευή: Νικαίτη Κοντούρη. Σκηνικά–Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας. Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος. Μουσική: Σοφία Καμαγιάννη. Επιμέλεια Κίνησης: Αγνή Παπαδέλη–Ρωσσέτου. Βίντεο: Γιώργος Ζώης. Παίζουν: Ilya Algaer, Θάλεια Γρίβα, Πάρις Θωμόπουλος, Μαρία Κεχαγιόγλου, Γιώργος Κιμούλης, Κώστας Κοράκης, Αναστάσης-Συμεών Λαουλάκης, Γιώργος Ματζιάρης, Ηλιάννα Μαυρομάτη, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Στάθης Παναγιωτίδης, Τάσος Πυργιέρης, Κώστας Φαλελάκης, Νικόλας Χανακούλας, Νίκος Χατζόπουλος. Μουσικός επί σκηνής: Χρήστος Καλκάνης (κλαρινέτο).

   

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας