Το νέο μνημόνιο: απόρροια του κράτους δικαίου ή προϊόν πολιτικής αυθαιρεσίας;

mnimonia.jpg

  Το νέο μνημόνιο: απόρροια του κράτους δικαίου ή προϊόν πολιτικής αυθαιρεσίας; Τα θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία παραβιάστηκαν με τα δύο προηγούμενα μνημόνια, κινδυνεύουν να υποστούν το ίδιο πλήγμα και με το υπό διαπραγμάτευση τρίτο μνημόνιο | EUROKINISSI/ΙΑΣΩΝΑΣ ΠΙΕΡΡΑΚΟΣ

Η διακυβέρνηση της κρίσης της ευρωζώνης μέχρι σήμερα οδήγησε σε μαζικές παραβιάσεις των θεμελιωδών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως αυτά καταγράφονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΧΘΔ) της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίες όμως ούτε έχουν αναγνωριστεί ούτε έχουν καταλογιστεί.

Αυτό οφείλεται στην αντίληψη που πρυτάνευσε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς (Επιτροπή και ΕΚΤ) και στα κράτη δανειστές ότι, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, όπως είναι αυτές της οξείας κρίσης χρέους, αναστέλλεται η δικαιική κανονικότητα και το τοπίο το διαμορφώνουν μόνο οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις. Αυτή η αντίληψη εντάσσεται στη νομική παράδοση (κύριος εκφραστής της είναι ο ναζί νομικός Καρλ Σμιτ), σύμφωνα με την οποία, σε έκτακτες συνθήκες, οι προνομίες των πολιτικών και οικονομικών ελίτ δεν δεσμεύονται από τον νόμο.

Τα θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία παραβιάστηκαν με τα δύο προηγούμενα μνημόνια, κινδυνεύουν να υποστούν το ίδιο πλήγμα και με το υπό διαπραγμάτευση τρίτο μνημόνιο. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι τα τωρινά ζητήματα των διαπραγματεύσεων είναι τα ίδια τα οποία απασχόλησαν και τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις. Πρόκειται, κυρίως, για τη δημοσιονομική προσαρμογή, το συνταξιοδοτικό, τα εργασιακά θέματα, τα οικονομικά της υγείας και τις αλλαγές στο Δημόσιο.

Ωστόσο, σε σχέση με το παρελθόν, υπάρχουν νέα δεδομένα που διαμορφώνουν ένα διαφορετικό τοπίο. Πρόκειται κυρίως για δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ), οι οποίες επαναφέρουν στο προσκήνιο τη χαμένη δικαιική κανονικότητα, την ισχύ δηλαδή του κράτους δικαίου.

Στην υπόθεση Pringle (2012) το ΔΕΕ, προσδίδοντας στο άρθρο 125 της Συνθήκης μια θετική κανονιστικότητα, έκρινε ότι επιτρέπεται (υπό προϋποθέσεις) η διάσωση ενός κράτους-μέλους με την παροχή οικονομικής βοήθειας (δανείων) από άλλα κράτη-μέλη ή θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αντίθετα, η Γερμανία υπερασπιζόταν (και υπερασπίζεται) την εντελώς αντίστροφη ερμηνεία, διαστρέφοντας στην ουσία και ακυρώνοντας εν τέλει την ισχύ της συγκεκριμένης ρύθμισης.

Επίσης, στην εντελώς πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση OMT (Ιούνιος 2015), το Δικαστήριο έκρινε ότι η ΕΚΤ νομίμως μπορεί να αγοράζει κρατικά ομόλογα στις δευτερογενείς αγορές (αποτυπώθηκε στη δήλωση Ντράγκι ότι θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να βοηθήσει μια χώρα που δέχεται κερδοσκοπικές πιέσεις). Και εδώ η Γερμανία είχε αντίθετη άποψη, όπως αυτή εκφράστηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας. Φαίνεται λοιπόν ότι το ΔΕΕ εντάσσεται περισσότερο στη νομική παράδοση (της οποίας εκφραστής είναι ο Νίκλας Λούχμαν), σύμφωνα με την οποία το κράτος δικαίου δεν μπορεί να τεθεί στο περιθώριο των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων, είτε των κρατών είτε των ευρωπαϊκών θεσμών, πολλώ δε μάλλον σε περιόδους κρίσεων.

Υπό αυτά τα δεδομένα, πρέπει να δούμε το ζήτημα των διαπραγματεύσεων και των όρων του νέου μνημονίου. Κατ’ αρχάς τίθεται το θέμα κατά πόσο τα προτεινόμενα από τους θεσμούς μέτρα (που θα αποτελέσουν τους όρους του μνημονίου) είναι δυνατόν να συνιστούν καταπάτηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Ειδικότερα πρέπει να εξεταστεί το σημείο πέραν του οποίου οι προτεινόμενοι όροι παραβιάζουν τις διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

Υπό το πρίσμα αυτό, λοιπόν, η τυχόν απαίτηση των θεσμών για χρονικούς και προσωπικούς περιορισμούς αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις για σύναψη συλλογικών συμβάσεων συνιστά παραβίαση του άρθρου 28 που προστατεύει το δικαίωμα διαπραγμάτευσης.

Ομοίως, η τυχόν απαίτηση των θεσμών για μείωση των μισθών, που υπερβαίνει το μίνιμουμ επίπεδο ασφάλειας της εργασίας, συνιστά παραβίαση του άρθρου 31 το οποίο επιβάλλει να υπάρχουν δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας. Επίσης, η τυχόν απαίτηση των θεσμών για άρση της προστασίας της κατοικίας και για μείωση των συντάξεων αποτελούν παραβίαση των δικαιωμάτων της κοινωνικής ασφάλισης και στεγαστικής βοήθειας που αναγνωρίζονται στο άρθρο 34.

Επιπλέον, τυχόν απαίτηση των θεσμών για μείωση των δαπανών για την υγεία, που σημαίνει ότι περιορίζεται η πρόσβαση στις ιατρικές υπηρεσίες, αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος για την προστασία της υγείας που προβλέπεται στο άρθρο 35.

Επίσης τυχόν απαιτήσεις των θεσμών για επιμήκυνση της ηλικίας συνταξιοδότησης ή για μείωση των συντάξεων και των μισθών συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία που προβλέπεται στο άρθρο 17. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων από τους θεσμούς συντελείται στον βαθμό που τέτοιες απαιτήσεις εμποδίζουν το κράτος-μέλος, στο οποίο τις επιβάλλουν, να εγγυηθεί την προστασία των δικαιωμάτων που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις.

Το δεύτερο ζήτημα που γεννάται είναι κατά πόσον οι ευρωπαϊκοί θεσμοί (Επιτροπή, ΕΚΤ), που δρουν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), υπάγονται στις δεσμεύσεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

Παρά το γεγονός ότι ο ΕΜΣ δεν διέπεται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθόσον το καταστατικό του διέπεται από το διεθνές δίκαιο, ωστόσο η Επιτροπή και η ΕΚΤ υπάγονται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης διότι διαπραγματεύονται τους όρους του μνημονίου (άρθρο 13 ΕΜΣ). Μάλιστα δε η Επιτροπή το υπογράφει εκ μέρους του ΕΜΣ. Αυτό συμπεραίνεται, εκτός των άλλων, από την ερμηνεία του άρθρου 51 ΧΘΔ που δόθηκε από τη γενική εισαγγελέα του ΔΕΕ στην υπόθεση Pringle.

Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η διαπραγμάτευση πρέπει να διεξάγεται υπό το φως του νέου νομικο-πολιτικού τοπίου όπως αυτό προσδιορίζεται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τη Συνθήκη Ευρωπαϊκής Ενωσης και αποσαφηνίστηκε από το ΔΕΕ.

Με άλλες λέξεις, η διαπραγμάτευση πρέπει να οδηγεί σε όρους που θα είναι σύμφωνοι με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το οποίο αρχίζει να καταλαμβάνει βαθμηδόν τη θέση που του ανήκει, αλλά που την είχε χάσει. Σε κάθε περίπτωση δίνεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε Ελληνα πολίτη να προσφύγει εναντίον μιας προφανώς ετεροβαρούς συμφωνίας έτσι ώστε, μέσα από τις θεσπισμένες διαδικασίες, να αποφανθεί επ’ αυτού το ΔΕΕ. Με την ευκαιρία να θυμίσουμε τη γαλλική παροιμία που λέει: il n’y a jamais deux sans trois.

 

* Ο Γιώργος Μπάλιας διδάσκει στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο