Η άδεια του Δημήτρη Κουφοντίνα στο εδώλιο

filaki.jpg

EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.», στις 11/3, ο υπουργός Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής, αναφερόμενος στις άδειες των κρατουμένων, διατύπωσε την άποψη ότι «ο νόμος έχει προϋποθέσεις και δεν λέει ότι αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις είναι υποχρεωτικό να δοθεί η άδεια».

Θα πρέπει να συνάγει κανείς ότι κατά την άποψη του υπουργού δεν αποτελεί δικαίωμα του κρατούμενου η άδεια και εναπόκειται στην απόλυτη βούληση του συμβουλίου της φυλακής ή των δικαστών αν θα κάνουν ή όχι δεκτό το αίτημα, αφού μπορούν να το απορρίψουν, ακόμη και όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Είναι μια άποψη πρωτάκουστη, ειδικά όταν ακούγεται από τον υπουργό Δικαιοσύνης μιας αριστερής κυβέρνησης.

Μία ημέρα νωρίτερα, ο γ.γ. σωφρονιστικής πολιτικής, Ευτύχης Φυτράκης, είχε εκδώσει εγκύκλιο για τις άδειες επισημαίνοντας ότι «δεν είναι δυνατό να στερούνται το νόμιμο δικαίωμά τους στην άδεια» οι κρατούμενοι που κρατούνται σε διαφορετική φυλακή από αυτήν όπου είναι «χρεωμένοι».

Η άδεια επομένως για τον κ. Φυτράκη είναι δικαίωμα. Το ίδιο προκύπτει και από τον νόμο, που απαιτεί ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου για την απόρριψη της άδειας, ενώ δεν απαιτεί αιτιολογία για την αποδοχή της (άρθρο 54 παρ. 5 του Ν. 2776/1999).

Δικαίωμα είναι η άδεια. Μια διαφορετική ερμηνεία θα καθιστούσε τη χορήγησή της πεδίο άσκησης εξουσίας και επίδειξης αυθαιρεσίας των θεσμικών αλλά και εξωθεσμικών παραγόντων που εμπλέκονται στις διαδικασίες.

Κομβική είναι η περίπτωση του Δημήτρη Κουφοντίνα.

Επί έξι χρόνια η φυλακή αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει το δικαίωμά του στην άδεια, παρότι όλοι αναγνωρίζουν ότι πληροί τις προϋποθέσεις.

Οι απορριπτικές αποφάσεις έχουν διάφορα σκεπτικά, που επινοεί η εκάστοτε εισαγγελέας, με τον ίδιο πάντα παρονομαστή: τις ιδεολογικές θέσεις του κρατούμενου, τις οποίες καλείται σταθερά να αποκηρύξει.

Ούτε όμως το φρόνημα ούτε η μεταμέλεια αποτελούν κριτήρια για τη χορήγηση της άδειας. Αυτό επισημαίνεται και στη σχετική ειδική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη το 2008, με συντάκτη τον σημερινό γ.γ. του υπουργείου: «Η μετάνοια δεν μπορεί να είναι στοιχείο της άδειας», υποστήριζε τότε ο Ευτύχης Φυτράκης.

Ο νομοθέτης όρισε στα κριτήρια για τη χορήγηση της άδειας προϋποθέσεις αντικειμενικές (ελάχιστο χρόνο έκτισης ποινής και μη εκκρεμείς διαδικασίες) και υποκειμενικές: «Να εκτιμάται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος τελέσεως, κατά τη διάρκεια της άδειας, νέων εγκλημάτων» και να υπάρχει «προσδοκία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής και κακής χρήσης της άδειας».

Είναι αλήθεια ότι η διάταξη θυμίζει χρησμό και κάνει τα κριτήρια επικίνδυνα ελαστικά και αόριστα. Η έκθεση του ΣτΠ, επισημαίνοντας τα μεγάλα περιθώρια αυθαιρεσίας, πρότεινε τότε για την κατοχύρωση της διαδικασίας «τη συγκεκριμενοποίηση των ουσιαστικών κριτηρίων, διασαφήνιση δεδομένων που δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, όπως το υπόλοιπο της ποινής και η μετάνοια, δειγματοληπτικό έλεγχο των αποφάσεων κ.λπ.», όπως και έκδοση σχετικών οδηγιών προς τα συμβούλια (ΣτΠ, ειδική έκθεση 2008).

Πρόσφατα, το συμβούλιο της φυλακής αποφάνθηκε κατά πλειοψηφία ότι ο Δ. Κουφοντίνας πρέπει να πάρει άδεια. Μειοψήφησε όμως η εισαγγελέας, η οποία και άσκησε προσφυγή (βέτο) κατά της απόφασης, κάνοντας χρήση της δυνατότητας που της έδωσε με τροποποίηση στον κώδικα το 2009 ο Νίκος Δένδιας.

Ο νομικός κόσμος τότε είχε αντιδράσει και η Αριστερά είχε καταψηφίσει τη διάταξη που έδινε δικαίωμα βέτο στο μέλος του συμβουλίου που έχει τη μικρότερη σχέση με τη φυλακή και τους κρατούμενους. Γιατί την προσωπικότητα του κρατούμενου τη γνωρίζει καλύτερα η φυλακή και όχι ο εισαγγελέας, καθήκον του οποίου, στο συμβούλιο της φυλακής, θα έπρεπε να είναι η κατοχύρωση της νομιμότητας.

Οφείλει να προστατέψει το δικαίωμα και όχι να το καταπνίξει. Στην πράξη συμβαίνει το εντελώς αντίθετο και η κρίση του εισαγγελέα καταλήγει σε μια ασφυκτική περιστολή του δικαιώματος, ενώ η εξουσία του βέτο οδηγεί στον στραγγαλισμό του, παραδίδοντάς το στον εγγενή αυταρχισμό και την αλαζονεία.

Και καθώς βυσσοδομούν από το σκοτάδι τους οι ξεπεσμένες ελίτ που έμαθαν να έχουν λόγο ενάντια σε ανθρώπους και δικαιώματα, αυτονόητο είναι το ερώτημα:

Θα τολμήσει αυτή η κυβέρνηση να ασκήσει μια άλλη πολιτική για τις φυλακές;

Θα προχωρήσει ο υπουργός στην κατάργηση της διάταξης Δένδια που έθεσε το σκληρό αποτύπωμα της ακραίας Δεξιάς στη σωφρονιστική πολιτική;

Θα προχωρήσει ο κ. Ευτ. Φυτράκης, ως υπεύθυνος γ.γ. του υπουργείου, στην υλοποίηση των προτάσεων που έκανε ως επιτελής του Συνηγόρου του Πολίτη;

Ή μήπως τελικά θα ακολουθήσει και αυτή η κυβέρνηση τον δρόμο των προκατόχων της, παραδίδοντας τις φυλακές και τους κρατούμενους στην αυθαιρεσία του εισαγγελέα, τη μικροψυχία, την ολιγωρία και την εμπάθεια των απέξω και σε όλες εκείνες τις άλλες εξουσίες που κατοχύρωσαν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν χωρίς δικαίωμα στη φυλακή, να απαιτούν και να διατάζουν;

* δικηγόρος

Μέλος της
ΕΝΕΔ