Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι περίοικοι της μικρής οδού Φειδίου, που βρίσκεται ανάμεσα στις οδούς Πανεπιστημίου, Χαριλάου Τρικούπη, Ακαδημίας και Εμμανουήλ Μπενάκη, έχουν εξοικειωθεί με την εικόνα της εγκατάλειψης που χαρακτηρίζει το παλιό οίκημα.

Η κεραμοσκεπή του χάσκει σε πολλά σημεία και λείπουν τα περισσότερα κουφώματα της πρόσοψης, ενώ είναι «φασκιωμένο» από σκαλωσιές για λόγους προστασίας των περαστικών.

Τίποτα δεν προδίδει τα περασμένα μεγαλεία που έζησε το κτίριο αλλά και τη μεγάλη του αξία.

Κατασκευάστηκε την περίοδο 1835-1837 και είναι από τα ελάχιστα δείγματα της αρχιτεκτονικής ταυτότητας της Αθήνας με τις απέριττες γραμμές που κυριαρχούσε στα κτίρια ώς τα μέσα του 19ου αιώνα, πριν από τη δυναμική επέλαση του περίτεχνου νεοκλασικού ύφους, το οποίο είχαν επιβάλει στα αρχοντικά της εποχής σπουδαίοι αρχιτέκτονες από τη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, με βασικούς εκφραστές τους αδελφούς Χάνσεν και κυρίως τον Τσίλερ.

Είναι το παλιότερο κτίριο τής τότε «εκτός των τειχών» πρωτεύουσας, στην ανατολική άκρη της συνοικίας Τζιρίτι.

Πρόκειται για το μεσαιωνικό τοπωνύμιο της περιοχής που ορίζεται από τις οδούς Αθηνάς, Γεωργίου Σταύρου, Αρσάκη και Ζωοδόχου Πηγής, η οποία τότε ήταν ακόμη χωράφια και χωματόδρομοι.

Στα όριά της, σύμφωνα με μελετητές της ιστορίας της Αθήνας, βρισκόταν η ιδιοκτησία και η εκκλησία της μεγάλης οικογένειας Τζιρίτη.

Ο Κώστας Μπίρης, ωστόσο, στο βιβλίο του «Τοπωνύμια των Αθηνών», αναφέρει ότι «τζιρίτι» ήταν ένα αθηναϊκό ιδίωμα που προέρχεται από τη λέξη γυρίτη και σήμαινε ιππικό αγώνα. Σημειώνει μάλιστα ότι δεν αποκλείεται να ίσχυαν και οι δύο εκδοχές της ονομασίας.

Ο φον Οστεν

Ενα μνημείο χωρίς αξιοποίηση

Η αγορά του ακινήτου έγινε το καλοκαίρι του 1835 και η αρχική του επιφάνεια κάλυπτε 10 στρέμματα, καθώς έφτανε ώς τις μετέπειτα οδούς Πανεπιστημίου και Χ. Τρικούπη, αλλά και τον χώρο που χτίστηκε η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στην οδό Ακαδημίας. Αγοραστής ήταν ο Αυστριακός Αντον Πρόκες (1795-1876), που λόγω των πολεμικών ανδραγαθημάτων του στην Ανατολή απέκτησε από αυτοκράτορα τον τιμητικό τίτλο «φον Οστεν».

Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1834 και, καθώς ήταν φίλος του τότε πανίσχυρου Μέτερνιχ, έγινε ο πρώτος πρεσβευτής της χώρας του στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και παρέμεινε σε αυτή τη θέση ώς το 1849.

Για ένα διάστημα μάλιστα ήταν ο διπλωματικός εκπρόσωπος όλων των «Μεγάλων Δυνάμεων». Είχε μεγάλη αγάπη για την Ιστορία και είχε αναπτύξει προσωπικές σχέσεις με τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, από τους οποίους άντλησε στοιχεία για να συγγράψει αργότερα την εξάτομη πραγματεία του για την Ελλάδα των αρχών του 19ου αιώνα.

Το μέγαρο στην οδό Φειδίου κατασκευάστηκε από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Γκουστάβο Αδόλφο Λούντερς σε σχέδια του Βιεννέζου Κάρολου Ρέσνερ.

Ο ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πολυτεχνείου, Σόλων Κυδωνιάτης, υποστηρίζει πάντως ότι το κτίριο φέρει τις υπογραφές του τότε πανίσχυρου δίδυμου των Κλεάνθη-Σάουμπερτ, που δεν αποκλείεται να συμμετείχαν στις προσθήκες του αρχικού οικοδομήματος.

Ανεξάρτητα από την πατρότητα των αρχιτεκτονικών σχεδίων, ήταν το μεγαλύτερο της Αθήνας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Οθωνα, με τον οποίο ο Αντον Πρόκες είχε στενές σχέσεις.

Τα σαλόνια του, με τα θαυμάσια ζωγραφισμένα ταβάνια, ήταν από τα σπουδαιότερα της αθηναϊκής αφρόκρεμας και οι κοσμικές στήλες των εφημερίδων της εποχής αναφέρονται στις βεγγέρες που οργάνωνε κάθε Τρίτη η σύζυγος του Αυστριακού διπλωμάτη.

Η Ιρενε ήταν κόρη Αυστριακού ιστορικού της μουσικής και έπαιζε υπέροχο πιάνο.

Με δάνεια

Για την αγορά του ακινήτου ο Αντον Πρόκες είχε πάρει δάνεια από την τράπεζα του εγκατεστημένου στη Βιέννη, Σίμωνα Σίνα, και άλλο ένα τραπεζικό ίδρυμα με έδρα στην Τεργέστη, επίσης σπουδαίο κέντρο του απόδημου ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής.

Προφανώς λόγω των υποχρεώσεών του προς τις τράπεζες, το 1844 προσπάθησε να το πουλήσει ή να το ενοικιάσει στην πρεσβεία της Αυστρίας.

Από επιστολή του προς την αυστριακή κυβέρνηση μαθαίνουμε στοιχεία της κατοικίας που πιστοποιούν τη μεγάλη της έκταση.

Διέθετε τρεις ορόφους, με συνολική επιφάνεια 540 τετραγωνικά, 27 δωμάτια, δύο κουζίνες, άλλες τόσες αποθήκες και υπόγεια.

Τα κτίσματα που υπήρχαν στην τότε μεγάλη αυλή κάλυπταν άλλα 344 τετραγωνικά, ενώ υπήρχε θερμοκήπιο και μεγάλη στέρνα.

Η πρώτη προσπάθεια πώλησης απέτυχε, αλλά δέκα χρόνια αργότερα (1854) το ακίνητο πέρασε στην ιδιοκτησία της Ελένης, χήρας του ευεργέτη Μιχαήλ Τοσίτσα.

Το 1887 αγοράστηκε από την κόρη του αρχαιολόγου Σλίμαν, Ανδρομάχη, που είχε παντρευτεί τον Λέοντα Μελά.

Για ένα διάστημα στέγασε το υποθηκοφυλακείο και από το 1899 λειτούργησε ως ωδείο, υπό τη διεύθυνση της Βαυαρής καθηγήτριας Λίνα φον Λότνερ.

Ενα μνημείο χωρίς αξιοποίηση

Το 1919 ανοίγει ένα νέο, επίσης μουσικό κεφάλαιο για το κτίριο. Ο Μανώλης Καλομοίρης αποχώρησε από το Ωδείο Αθηνών και έστησε το δικό του σχολείο στην οδό Φειδίου.

Ως το 1926 ήταν ο διευθυντής του «Ελληνικού Ωδείου», από το οποίο αποφοίτησαν σπουδαίοι μουσικοί και καλλιτέχνες, όπως ο Δημήτρης Μητρόπουλος, η Ελένη Παπαδάκη, ο Μάριος Βόρβολης και η Θεώνη Δρακοπούλου.

Στις αίθουσές του λειτούργησε και η πρώτη συμφωνική ορχήστρα, που μετεξελίχθηκε στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.

Το 1934 το ιστορικό κτίριο αγοράστηκε από το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας. Χωρίς κάποια συντήρηση, στέγασε το Ωδείο ώς το 1971.

Απομεινάρι αυτής της εποχής είναι και η ξεθωριασμένη μεταλλική ταμπέλα της πρόσοψης με την επιγραφή «Ελληνικό Ωδείο».

Με απόφαση του 1977 κρίθηκε διατηρητέο μνημείο και, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα ιστορικά κτίρια, αφέθηκε στην τύχη του….

1. Δωρεά

Ο Αντον φον Πρόκες είχε έρθει πρώτη φορά στην Αθήνα το 1827 και με άγνωστες διαδικασίες είχε αγοράσει από Τούρκο τσιφλικά έκταση περίπου 10 στρεμμάτων στην Πνύκα, την οποία το 1857 δώρισε στο Ελληνικό Δημόσιο.

2. Οπως η Βιέννη…

Για τα περίφημα σαλόνια της οικίας Πρόκες ο διάσημος Χανς Κρίστιαν Αντερσεν, που είχε επισκεφτεί την Αθήνα το 1841, είχε γράψει χαρακτηριστικά στο «Οδοιπορικό» του: «Εδώ μέσα η Αθήνα είναι στο ίδιο επίπεδο με τη Νεάπολη, τη Βιέννη και την Κοπεγχάγη».

3. Θα αξιοποιηθεί

Το μισοερειπωμένο αρχοντικό περιλαμβάνεται στη «νεκρωμένη» περιουσία των ασφαλιστικών ταμείων. Είναι ένα από τα 250 κτίρια του ιστορικού κέντρου της Αθήνας που καταγράφηκαν από την επιστημονική ομάδα του Πολυτεχνείου και θα αξιοποιηθούν με βάση το πρόγραμμα το οποίο υλοποιεί το υπουργείο Εργασίας.