Στους τοίχους, τα ίχνη των ελπίδων που έθρεψε η προοπτική μιας κυβέρνησης της Αριστεράς είναι ακόμη νωπά. Οχι μόνο τα κατάλοιπα του πρόσφατου δημοψηφίσματος (1-2) αλλά κι εκείνα των εκλογών που προηγήθηκαν (3-4).
Εξίσου ορατά είναι τα τεκμήρια του ενδοαριστερού εμφυλίου που διαδέχθηκε νομοτελειακά την απρόσμενη συνθηκολόγηση.
Αν στις αρχές του καλοκαιριού ήταν οι αφίσες τού «Οχι» εκείνες που σκίζονταν μαζικά από τα χέρια των πάση θυσία Ευρωπαίων (5-6), τις τελευταίες εβδομάδες το μέτωπο της συμβολικής βίας έχει πια μετατοπιστεί στο εσωτερικό και στην περίμετρο του πάλαι ποτέ ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ, με θύματα κυρίως όσα θυμίζουν στους πρώην συντρόφους τις υποσχέσεις που ποδοπατήθηκαν στο όνομα της πάση θυσία παραμονής στην εξουσία (7-9).
Λυπηρό μεν, λογικό κι αναμενόμενο δε: ακόμη κι ένα συναινετικό διαζύγιο είναι πολύ δύσκολο να ολοκληρωθεί ειρηνικά, όταν υπάρχει στη μέση διαφιλονικούμενη περιουσία.
Και, στην προκειμένη περίπτωση, ο σεισμός του 61,3% στοιχειώνει τόσο αυτούς που προσυπέγραψαν την προγραμματική στροφή του τρίτου μνημονίου όσο κι εκείνους που επιμένουν στο «Οχι μέχρι τέλους».
Σε ποιον ανήκει η πολιτική κληρονομιά της 5ης Ιουλίου; Γεγονός αναντίρρητο είναι ότι, όπως κάθε μεγάλη πολιτική αναμέτρηση, η νικηφόρα καμπάνια τού «Οχι» στηρίχθηκε από ποικίλες συλλογικότητες με αποκλίνουσες στρατηγικές (10).
Η ΛΑΕ και οι αποχωρήσαντες του ΣΥΡΙΖΑ που παραμένουν προς το παρόν ανένταχτοι, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΕΠΑΜ, το ΕΕΚ και οι αντιεξουσιαστικές ομάδες που προπαγάνδισαν το «Οχι» έχουν κάθε δικαίωμα να τονίζουν πως ο λαός απέρριψε με συντριπτική πλειοψηφία μέτρα πολύ λιγότερο επώδυνα από την τελική συμφωνία που υπερψηφίστηκε χάρη στη συνδρομή της «τρόικας εσωτερικού»˙ εξίσου σωστό είναι ότι, με δεδομένες τις επίσημες διακηρύξεις των δανειστών για το νόημα του δημοψηφίσματος, η υπερψήφιση του «όχι» ισοδυναμούσε με συνειδητή αποδοχή του ενδεχομένου αποβολής από την ευρωζώνη.
Από την άλλη, όσοι έζησαν τη συγκλονιστική συγκέντρωση της 3ης Ιουλίου γνωρίζουν πολύ καλά πως ο καταλύτης που μετέτρεψε τις αναιμικές αρχικές κινητοποιήσεις κατά του συμβιβασμού με τους δανειστές σε παλλαϊκό χείμαρρο ήταν η φυσιογνωμία του Αλέξη Τσίπρα – του πρώτου πρωθυπουργού που τόλμησε να ζητήσει τη γνώμη των πολιτών για το μέλλον που τους επιφυλάσσεται.
Η τραγελαφική διαχείριση αυτής της εντολής απαξίωσε κατόπιν σε μεγάλο βαθμό την όποια παρακαταθήκη, με τα 2/3 των ερωτηθέντων να απαντούν πλέον στα γκάλοπ ότι το δημοψήφισμα «έβλαψε τη χώρα», το τρίτο μνημόνιο να απαιτεί προέγκριση κάθε νομοσχεδίου από τους «θεσμούς» (11) και τον ΣΥΡΙΖΑ ως συλλογική οντότητα να ανήκει ουσιαστικά στο παρελθόν (12).
Η ύπαρξη μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς με μαζική αναφορά κι εμβέλεια, ικανής να καλύψει θεσμικά και να εκπροσωπήσει πολιτικά τις αναπόφευκτες λαϊκές αντιστάσεις στο νέο μνημόνιο, δεν προκύπτει συνεπώς αυτόματα από την ετυμηγορία του δημοψηφίσματος˙ η συγκρότησή της αποτελεί όμως ένα ανοιχτό -και κρίσιμο- διακύβευμα.
