Δύο επικίνδυνες εξελίξεις διαφαίνονται τον τελευταίο καιρό στα ελληνοτουρκικά. Η πρώτη είναι η διττή αίσθηση απομόνωσης και «ιστορικής ευκαιρίας» που διακατέχει τα τελευταία χρόνια την πολιτική ηγεσία της γειτονικής χώρας.
Η νεανική εξέγερση του 2013, η αναζωπύρωση του κουρδικού αντάρτικου, το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα του 2016, η ένταση στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, η ρήξη με το Ισραήλ και η σταδιακή διαμόρφωση ενός εχθρικού άξονα στην περιοχή έχουν τροφοδοτήσει μια καλπάζουσα ανασφάλεια, τόσο του ίδιου του Ερντογάν όσο και της μερίδας εκείνης του βαθέος κράτους που ταυτίστηκε με τη διακυβέρνησή του.
Κι όλα αυτά, την ίδια ακριβώς στιγμή που η αποσύνθεση των γειτονικών χωρών, Ιράκ και Συρίας, γεννά στους κύκλους αυτούς τα πιο τρελά όνειρα για επαναχάραξη του χάρτη της Μέσης Ανατολής και ανάκτηση των «χαμένων πατρίδων», που η ιμπεριαλιστική Δύση άρπαξε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
«Συμφέροντα απτά της Ελλάδος, δηλαδή κάποιου εφοπλιστή»
Αγγελος Βλάχος (διπλωμάτης, πρώην γενικός γραμματέας του Υπ.Εξ.)
Οι παράπλευρες συνέπειες αυτού του συνδυασμού, συνδρόμου περικύκλωσης και «ιστορικής ευκαιρίας», είναι μάλλον αναμενόμενες −το πιστοποιεί, μεταξύ άλλων, και η πρόσφατη προκλητική φωτογράφηση του Ερντογάν μπροστά σε στρατιωτικό χάρτη με μοιρασμένη τη μισή θαλάσσια επιφάνεια του Αιγαίου.
Μια ηπιότερη εκδοχή τους ζήσαμε άλλωστε και στη χώρα μας τη δεκαετία του 1990, όταν η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η έρπουσα κρίση της Αλβανίας, το φόβητρο ενός «ισλαμικού τόξου» και το τραύμα της εγχώριας εθνικοφροσύνης από την απώλεια της αποκλειστικότητας της δυτικής πατρωνίας στα Βαλκάνια πυροδότησαν -κι εδώ- κάποιες βραχύβιες φαντασιώσεις εδαφικής επέκτασης, με διαμελισμό της Βόρειας Μακεδονίας κι «απελευθέρωση» της Βορείου Ηπείρου.
Φαντασιώσεις που ευτυχώς, χάρη στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και την ψυχραιμία της παλιάς γενιάς του πολιτικού κόσμου (που ήξερε από πρώτο χέρι τι σημαίνει πόλεμος), ουδέποτε επιχειρήθηκε τελικά να γίνουν πράξη. Οπως και τότε, έτσι και τώρα, το καλύτερο που μπορεί να κάνει το υποψήφιο θύμα παρόμοιων φαντασιώσεων είναι να διατηρήσει τη (συλλογική) ψυχραιμία του, να μην τσιμπήσει στις προκλήσεις και να μη συμβάλει επ’ ουδενί στην κλιμάκωση της έντασης.
Η δεύτερη επικίνδυνη εξέλιξη είναι ο ενθουσιασμός που έχει καταλάβει τον τελευταίο καιρό τούς υπερπατριώτες μας μπροστά στη διαφαινόμενη ανάδειξη της Ελλάδας σε προπύργιο των αμερικανοϊσραηλινών συμφερόντων έναντι της Τουρκίας. Ενθουσιασμός που θυμίζει κάτι από 1919, όταν η χώρα μας ανέλαβε να διεξαγάγει τον αγγλογαλλικό «πόλεμο δι’ αντιπροσώπου» (σύμφωνα με τη ρήση του Τσόρτσιλ) για την επαναφορά των κεμαλικών στην τάξη, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα.
Τον καιρό εκείνο, ο τυχοδιωκτισμός των κυβερνώντων είχε βέβαια το ελαφρυντικό της ύπαρξης ενός εκατομμυρίου Ρωμιών στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου, η τύχη των οποίων ήταν έτσι κι αλλιώς αμφιλεγόμενη. Δεν αφορούσε, όπως σήμερα, κάποια απροσδιόριστα αποθέματα υδρογονανθράκων σε υποθαλάσσια οικόπεδα της Ανατολικής Μεσογείου, τα περισσότερα από τα οποία διεκδικούνται από κράτος «φυλετικά» συγγενές μεν, απροκάλυπτα εχθρικό όμως απέναντι στα ελληνικά συμφέροντα κατά την τελευταία εθνική δοκιμασία, της «διαπραγμάτευσης» του 2015 με τους εταίρους και δανειστές μας.
Διαχρονική επιθετικότητα;

Για τη μεγάλη μάζα των συμπολιτών μας, που -σε αντίθεση με ουκ ολίγους «στρατηγικούς αναλυτές»- δεν κοιμάται και ξυπνά ονειρευόμενη να παίξει στρατιωτάκια με το αίμα των παιδιών της, το πρόβλημα βρίσκεται φυσικά αλλού: στην κυρίαρχη εδώ και δεκαετίες εικόνα μιας διαχρονικά επιθετικής Τουρκίας, που διαρκώς εποφθαλμιά την εδαφική μας ακεραιότητα. Εικόνα που, με τη σειρά της, νομιμοποιεί στη συνείδηση μιας μερίδας της κοινής γνώμης ακόμη και την ιδέα ενός «προληπτικού πολέμου», εφόσον εξασφαλιστεί ευνοϊκός διεθνής συσχετισμός.
Πόσο πραγματική είναι, ωστόσο, αυτή η εικόνα −και πόσο μονομερής υπήρξε διαχρονικά η πρόκληση της έντασης στο Αιγαίο; Στους αναγνώστες της στήλης μας είναι λ.χ. γνωστό πως η πιο πρόσφατη και επικίνδυνη ελληνοτουρκική κρίση, με επίκεντρο τα Ιμια, πυροδοτήθηκε το 1996 όχι μόνο από τον ανταγωνισμό των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και την ταυτόχρονη κυβερνητική αστάθεια στις δύο χώρες, αλλά και από την τότε ελληνική πρωτοβουλία εποικισμού των ακατοίκητων βραχονησίδων της περιοχής, μέσω του οποίου θα μεταβαλλόταν δραστικά η υφαλοκρηπίδα των δύο χωρών σε βάρος της Τουρκίας (βλ. «Το γκρίζο έπος των βραχονησίδων», «Εφ.Συν.» 30/1/2016).
Ακόμη λιγότερο προφανή είναι τα πράγματα με την πτυχή εκείνη των ελληνοτουρκικών τριβών που έχει καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση ως το κατεξοχήν τεκμήριο επιθετικότητας των γειτόνων μας: τις τακτικές «παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου» από τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη. Οπως θα δούμε σήμερα, πρόκειται όμως για μια αρκετά σκοτεινή -και, κυρίως, παρεξηγημένη- ιστορία.
Η όλη παρεξήγηση οφείλεται δε σ’ έναν πολύ απλό λόγο. Σε αντίθεση με τα ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, που αποτελούν αντικείμενο έντονης διαμάχης με αποτέλεσμα η αλήθεια να γίνεται αντιληπτή αργά ή γρήγορα, στην περίπτωση της εξωτερικής πολιτικής (και, ακόμη περισσότερο, σε ό,τι αφορά την εθνική άμυνα) δύο κρίσιμες παράμετροι επιβάλλουν κατά κανόνα μια απελπιστική ομοφωνία με την επίσημη επιχειρηματολογία:
● Η πρώτη είναι καθαρά τεχνική: η σχετική πληροφόρηση προέρχεται από κρατικούς μηχανισμούς εκ των πραγμάτων απόλυτα στεγανοποιημένους (το υπουργείο Αμυνας και τα υφιστάμενά του επιτελεία) και, ως εκ τούτου, δεν επιδέχεται την παραμικρή διασταύρωση.
● Η δεύτερη, και κρισιμότερη, είναι βαθιά ιδεολογική. Εκτός από τη συνήθη ταύτιση των διαπιστευμένων δημοσιογράφων με τις πηγές τους, τη συμμόρφωσή τους με την επίσημη αλήθεια επιβάλλει επίσης ο φόβος μήπως θεωρηθούν «μειοδότες» ως προς τα εθνικά συμφέροντα. Τι κι αν όλες ανεξαίρετα οι εθνικές συμφορές, από τον «ατυχή πόλεμο» του 1897 και την τραγωδία του 1922 μέχρι την κυπριακή διχοτόμηση του 1974, προήλθαν στην πραγματικότητα από την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση −την εθνικιστική δηλαδή «πλειοδοσία» ιδιοτελών ελλαδεμπόρων και αφελών πατριωτών, που είτε πυροδότησαν οι ίδιοι τις καταστροφικές κρίσεις είτε απέτρεψαν την ψύχραιμη διαχείρισή τους; Για τα ελληνικά πολιτικά ήθη, η ιδιότητα του «εθνικού πλειοδότη» μόνο μομφή δεν αποτελεί!
Γαϊτανάκι δέκα μιλίων
Πού βρίσκεται όμως το πρόβλημα με τις παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου; Μα ακριβώς στα υποτιθέμενα όρια αυτού του τελευταίου. Για να το πούμε όσο γίνεται πιο απλά: η Ελλάδα είναι το μοναδικό κράτος της υφηλίου που ισχυρίζεται πως ο εναέριος χώρος της εκτείνεται πέρα από την επικράτειά της· ισχυρισμός που δεν έχει προβληθεί (ούτε έχει γίνει αποδεκτός) από καμιά άλλη χώρα στον κόσμο και, φυσικά, δεν δεσμεύει κανέναν.
Το παραδέχονται διακριτικά, τηρώντας φυσικά τα προσχήματα, όχι μόνο οι περισσότεροι Ελληνες καθηγητές Διεθνούς Δικαίου, αλλά και οι επιτελείς της ελληνικής διπλωματίας −ενδοϋπηρεσιακά και μόνο, εννοείται. Αψευδής μάρτυρας, το σημείωμα του Διπλωματικού Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας που εντοπίστηκε στο Αρχείο Καραμανλή και δημοσιεύουμε αυτούσιο δίπλα. Συνταγμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το επίσημο αυτό έγγραφο σκιαγραφεί με αφοπλιστική σαφήνεια τόσο τις κατά καιρούς μεταβολές του ελληνικού εναερίου χώρου όσο και τα συνακόλουθα προβλήματα νομιμότητας της τότε εθνικής επιχειρηματολογίας.
Συνοψίζουμε: Εν έτει 1931, επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, η Ελλάδα επέκτεινε μονομερώς με προεδρικό διάταγμα τον εναέριο χώρο της στα 10 μίλια από τις ακτές της, δίχως ταυτόχρονη αλλαγή των χωρικών της υδάτων, που παρέμειναν -τότε- στα 3 μίλια. Η αλλαγή αυτή, αντίθετη έτσι κι αλλιώς με το ισχύον τότε (και σήμερα) Διεθνές Δίκαιο, που θεωρούσε (και θεωρεί) πως εναέριος χώρος και εθνική επικράτεια αντικειμενικά ταυτίζονται, προκάλεσε εξαρχής την αντίδραση της συμμάχου και θαλασσοκράτειρας Βρετανίας, που ξεκαθάρισε χωρίς περιστροφές στην Αθήνα ότι θεωρούσε την όλη ρύθμιση ανυπόστατη (βλ. δίπλα, το πλήρες κείμενο της σχετικής διακοίνωσης).
Οταν πάλι το 1936 ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς επέκτεινε την αιγιαλίτιδα ζώνη από τα 3 στα 6 μίλια, φρόντισε να μη θίξει το ειδικό καθεστώς των 10 μιλίων του εναερίου χώρου. Μέχρι εδώ, τα πράγματα είναι λίγο-πολύ γνωστά από τη διαθέσιμη ελληνική βιβλιογραφία.
Οπως όμως αποκαλύπτουμε σήμερα, ο ίδιος ο Μεταξάς έσπευσε λίγο αργότερα να περιορίσει τον ελληνικό εναέριο χώρο από τα δέκα στα έξι μίλια, με αναγκαστικό νόμο που εκδόθηκε στις παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου (Α.Ν. 2597 της 23ης Οκτωβρίου 1940) και κατά κανόνα αποσιωπάται στις σχετικές εγχώριες δημοσιεύσεις! Η μεταβολή αυτή οφειλόταν πιθανότατα σε νέα βρετανική παρέμβαση: όπως μας πληροφορεί αρκετά λακωνικά ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης, «στις αρχές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου» το Λονδίνο είχε προβεί ξανά σε σχετική «διαμαρτυρία» προς την Αθήνα («Το διεθνές νομικό καθεστώς του Αιγαίου», στο συλλογικό «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, 1923-1987», Αθήνα 1988, σ.254 & 465). Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινήθηκε και ο επόμενος δικτάτορας που έλαχε σε τούτο τον τόπο: ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, με το νομοθετικό διάταγμα 187 της 29/9/1973.
Ακόμη κατηγορηματικότερα είναι τα συμπεράσματα μιας άλλης έκθεσης του Διπλωματικού Γραφείου που περιέχεται στον ίδιο φάκελο, με ημερομηνία 5/12/1982 και θέμα την πρόσφατη τότε Διεθνή Σύμβαση του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας: «Η άποψις της Ελλάδος, κατά την οποίαν ο εναέριος χώρος δύναται να υπερβαίνει τον χώρον της αιγιαλίτιδος ζώνης, αν και δύναται να θεμελιωθή με διάφορα επιχειρήματα, είναι, εξ απόψεως διεθνούς δικαίου, ασθενής» −καθώς, όχι μόνο αντίκειται στο υφιστάμενο Διεθνές Δίκαιο (Σύμβαση του Σικάγου) αλλά και γιατί ο Ν. 5017 του 1931 «κατηργήθη διά του Νόμου 2597/1940» του Μεταξά, κατάργηση που επιβεβαίωσε το Ν.Δ. 187/1973 του Παπαδόπουλου (όπ.π., φ.984-985).
Οσον αφορά το εσωτερικό του σκέλος, το ανυπόστατο της εθνικής επιχειρηματολογίας διορθώθηκε πάντως λίγο αργότερα από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου: στις 11/11/1988, το άρθρο 191 του Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου (Ν.1815) επανέφερε «προσωρινά» σε ισχύ το προεδρικό διάταγμα του 1931.
Η διόρθωση αυτή ουδόλως έθιξε, φυσικά, το ουσιαστικό πρόβλημα νομιμότητας. Το παραδέχεται διακριτικά ακόμη και η εγχώρια επιστημονική βιβλιογραφία, όταν προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις με την επίκληση της δημιουργίας… «τοπικού εθίμου», ειδικά στο Αιγαίο, μεταξύ 1931 και 1975, όταν ξεκίνησε η έμπρακτη αμφισβήτηση των 10 μιλίων από την τουρκική αεροπορία. «Ξεχνώντας», φυσικά, την κατάργηση των 10 μιλίων από τον Μεταξά, εννιά μόλις χρόνια μετά τη θέσπισή τους…
Ετσι κι αλλιώς, πρόκειται για την αχίλλειο πτέρνα της εθνικής επιχειρηματολογίας. Ακόμη και ο Αγγελος Συρίγος, ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Παντείου (και σημερινός βουλευτής της Ν.Δ.) που μόνο για φιλοτουρκισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί, ξεκαθαρίζει πως «η έκταση του ελληνικού εναέριου χώρου είναι το πλέον αδύναμο σημείο της ελληνικής πλευράς υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου», καθώς «δεν υπάρχει διεθνώς άλλη περίπτωση όπου ο εναέριος χώρος πάνω από τα διεθνή ύδατα να θεωρείται εθνικός», ενώ «ακόμη και το ΝΑΤΟ από το 1960 δεν αναγνωρίζει ελληνικό εναέριο χώρο δέκα μιλίων για τους σκοπούς των νατοϊκών ασκήσεων» («Ελληνοτουρκικές σχέσεις», Αθήνα 2015, σ.281).

Τι σημαίνουν στην πράξη όλα αυτά; Πολύ απλά, πως η είσοδος τουρκικών αεροπλάνων στον υποτιθέμενο ελληνικό εναέριο χώρο μεταξύ 6 και 10 μιλίων συνιστά «παραβίαση» της ελληνικής κυριαρχίας μόνο στα μυαλά των ελληνικών υπουργείων και ΜΜΕ, αφού καμιά χώρα και κανένα όργανο της διεθνούς κοινότητας δεν προσυπογράφει αυτό που ο κ. Συρίγος αποκαλεί κατ’ ευφημισμόν «ελληνικό παράδοξο».
Από την ελληνική δε επιστημονική βιβλιογραφία πληροφορούμαστε πως οι καταγγελλόμενες παραβιάσεις αφορούν κυρίως την επίμαχη ακτίνα μεταξύ 6 και 10 μιλίων (Ροζάκης 1988, σ.355· Συρίγος 2015, σ.278 · Αλέξης Ηρακλείδης, «Η Ελλάδα και ο εξ Ανατολών κίνδυνος», Αθήνα 2001, σ. 216).
Για τον παραλογισμό του ασύμπτωτου μεταξύ χωρικών υδάτων κι εναερίου χώρου, αποκαλυπτικό είναι ένα επεισόδιο που διέσωσε το «Βήμα» (13/3/2005). Κατά τη διάρκεια ασκήσεων στο Βόρειο Αιγαίο, τουρκικό πλοίο έπλεε σε απόσταση μεταξύ 6 και 10 μιλίων από τις ελληνικές ακτές· στα διεθνή ύδατα, δηλαδή, εξ ου και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Κάποια στιγμή, όμως, από το κατάστρωμά του απογειώθηκε ένα ελικόπτερο − και, από τη στιγμή που βρέθηκε στον αέρα, είχε «παραβιάσει» τον εναέριο χώρο μας! Μέσα σε λίγα λεπτά απογειώθηκαν τα ημέτερα F-16 και το επανέφεραν στην τάξη, υποχρεώνοντάς το να κάτσει κάτω.
Φυσικά, η τουρκική αεροπορία δεν «παραβιάζει» μόνο τον υποτιθέμενο ελληνικό εναέριο χώρο μεταξύ 10 και 6 μιλίων. Κατά καιρούς, αεροσκάφη της εισέρχονται και στον διεθνώς αποδεκτό χώρο των 6 μιλίων, όπως προκύπτει από σποραδικά δημοσιεύματα αθηναϊκών εφημερίδων που κλείνουν με μισόλογα το μάτι σε όσους γνωρίζουν αυτή την κρίσιμη διαφορά (π.χ. «Αδέσμευτος Τύπος», 23/6/1995). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρόκειται, βέβαια, για καθαρά επιθετικές ενέργειες.
Πόσο συχνές είναι όμως αυτές, πότε ακριβώς εκδηλώνονται και σε ποια έκταση και συχνότητα; Το ελληνικό Πεντάγωνο και τα εγχώρια ΜΜΕ κάθε άλλο παρά μας διαφωτίζουν επ’ αυτού, για προφανείς λόγους: ένας τέτοιος διαχωρισμός θα ισοδυναμούσε με έμμεση παραδοχή πως ο εναέριος χώρος των 10 μιλίων δεν είναι και τόσο δεδομένος. Τελικό αποτέλεσμα της ηθελημένης αυτής σύγχυσης είναι ν’ αγνοούμε πότε η Αγκυρα προβαίνει σε πραγματικές προκλήσεις στο Αιγαίο και πότε απλώς χρησιμοποιεί (μια διαμφισβητούμενη, έστω, λωρίδα από) τον διεθνή εναέριο χώρο.
Το εθνικό συμφέρον των εφοπλιστών

Εκπλήξεις στον σημερινό αναγνώστη δεν επιφυλάσσει όμως μόνο η ιστορία του εθνικού εναερίου χώρου. Το ίδιο ισχύει και για τις παλιότερες εθνικές θέσεις όσον αφορά το μείζον ζήτημα της επιθυμητής αιγιαλίτιδας ζώνης των 12 μιλίων, που η Διεθνής Σύμβαση του 1982 για το Δίκαιο τη Θάλασσας αναγνωρίζει ως δικαίωμα σε κάθε χώρα, αλλά για την Αγκυρα αποτελεί casus belli.
Στην ελληνική βιβλιογραφία, συχνότατη είναι η αντίκρουση της τωρινής θέσης της Τουρκίας με επίκληση των επιχειρημάτων που η δική της αντιπροσωπεία είχε αναπτύξει στον ΟΗΕ εν έτει 1956 υπέρ των 12 μιλίων. Εξαιρετικά διακριτικές είναι, απεναντίας, οι αναφορές στην προϊστορία των ελληνικών θέσεων για το ίδιο ζήτημα. Καθόλου συμπτωματικό, αν λάβουμε υπόψη πως η Ελλάδα πρωτοστάτησε κάποτε στην προσπάθεια ν’ απαγορευτεί από τον ΟΗΕ η επέκταση οποιασδήποτε αιγιαλίτιδας ζώνης πέραν των έξι μιλίων!
Βρισκόμαστε στο 1960, κατά τη 2η Διάσκεψη της Γενεύης για το Δίκαιο της Θάλασσας, αντικείμενο της οποίας υπήρξε ακριβώς η επιβολή ανώτατου ορίου χωρικών υδάτων σε παγκόσμια κλίμακα.
Τι ακριβώς συνέβη μας το εξηγεί με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ο τότε μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ:
«Δύο ήταν οι αντικρουόμενες θέσεις. Η Δύση επεδίωκε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία των θαλασσών, δηλαδή των καθορισμό των χωρικών υδάτων στα 6 μίλια και της ζώνης αποκλειστικής αλιείας στα 12 μίλια. Οι ανατολικοί -η ΕΣΣΔ δεν είχε ακόμη αξιόλογο στόλο- ήθελαν ακριβώς τα διπλά. Δηλαδή 12 μίλια χωρικά ύδατα και άλλα 12 ζώνης αποκλειστικής αλιείας του παράκτιου κράτους. […] Ο Τρίτος Κόσμος ήταν ενθουσιασμένος με τη σοβιετική αυτή θέση παρ’ όλον ότι τους εξηγούσαμε ότι με την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια θα έκλειναν θαλάσσιες διαβάσεις, έως τότε ελεύθερες. Παράδειγμα το Αιγαίο. Η αγγλική αντιπροσωπεία -η πάντα καλύτερα οργανωμένη- είχε φέρει μαζί της χάρτες του Αγγλικού Ναυαρχείου που έδειχναν, με κόκκινους κύκλους, όλες τις θαλάσσιες διαβάσεις όπου είναι πυκνές οι διελεύσεις, που θα έκλειναν με την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. Ενας από τους πιο χτυπητούς χάρτες ήταν του Αιγαίου. Μου έδωσαν ένα αντίτυπο και περιφερόμουν, αφελέστατα υπερήφανος, επιδεικνύοντας τον χάρτη στις διάφορες αντιπροσωπείες και εξαίροντας την μεγαλοψυχία μας, αφού μπορούσαμε με τα 12 μίλια να κλείσομε το Αιγαίο και όμως χάριν της αρχής της ελευθερίας των θαλασσών δεν δεχόμεθα τα 12 μίλια και περιοριζόμασταν στα 6» (Αγγελος Βλάχος, «Μια φορά κι ένα καιρό ένας διπλωμάτης…». τ.Ε΄, Αθήνα 1987, σ.71-2).
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η ομιλία του από το βήμα της Διάσκεψης, που ο ίδιος χαρακτηρίζει εκ των υστέρων «αριστούργημα σοφιστικής και υποκρισίας» (σ.74-80).
Την πλήρη συμπαράταξη της Ελλάδας με τους δυτικούς συμμάχους επιβεβαιώνει και η άκρως ψυχροπολεμική περιγραφή της Διάσκεψης από τον επικεφαλής τής εκεί αμερικανικής αντιπροσωπείας (Arthur H. Dean, «The Second Geneva Conference of the Law of the Sea: the Fight for Freedom of the Seas», περ. The American Journal of International Law, 54/4, Οκτ. 1960, σ.752).
Για τον καθοδηγητικό δε ρόλο αυτού του τελευταίου, εξαιρετικά γλαφυρός είναι κι εδώ ο Βλάχος: «Στις πρωινές συγκεντρώσεις της δυτικής ομάδας, σε χωριστή μικρή αίθουσα, ο Αμερικανός Αντιπρόσωπος Dean μας ενημέρωνε για τις υποσχέσεις ή τις αρνήσεις που είχε καταγράψει, για τους αμφιταλαντευόμενους που πότε έλεγαν 12, πότε έλεγαν 6 μίλια και μας παρακαλούσε να επηρεάσομε τους αντιφρονούντες ή να παρασύρομε τους αμφιταλαντευόμενους. Εγώ είχα τον τομέα μου, μερικά αραβικά κράτη που προσπαθούσα να επηρεάσω» (όπ.π., σ.83-4).
Παρόλες τις προσπάθειες, στην τελική ψηφοφορία η πρόταση των ΗΠΑ για υποχρεωτικό ανώτατο όριο 6 μιλίων δεν κατάφερε ωστόσο να συγκεντρώσει -για μόλις μία ψήφο- τα απαιτούμενα 2/3 του σώματος. Μικρή αλλά κρίσιμη λεπτομέρεια: την ίδια ακριβώς στάση με την Ελλάδα κράτησε σε όλη τη διαδικασία και η Τουρκία.
Πέρα από την υποταγή στο αφεντικό του Ελεύθερου Κόσμου, την ελληνική αντίθεση στα 12 μίλια φαίνεται ωστόσο πως υπαγόρευε και μια συμπληρωματική εκδοχή του εθνικού συμφέροντος. Το προδίδει η λανθάνουσα γλώσσα του Βλάχου, όταν περιγράφει τη θητεία του στη Διεθνή Ευρωπαϊκή Μεταναστευτική Επιτροπή: «Ενώ όταν πρόκειται για δικά μου ατομικά συμφέροντα μουδιάζω», γράφει, «εκεί που έπρεπε να αγωνισθώ για συμφέροντα απτά της Ελλάδος, δηλαδή κάποιου εφοπλιστή, γινόμουν πείσμων, εριστικός, εφευρετικός, ετοιμολόγος» (όπ.π., σ.46). Τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων;
Οσο για το εθνικό φιλότιμο, αυτό σύμφωνα με τον Βλάχο κινδύνευσε μόνο μια φορά σε όλη τη διαδικασία: «Εκείνος που υπερέβη κάθε φαντασία», διαβάζουμε, «ήταν ο Πέρσης αντιπρόσωπος. Κηρύχθηκε υπέρ των 12 μιλίων λέγοντας ότι, δυστυχώς, το Ιράν δεν ήταν πια, όπως στην αρχαιότητα, θαλασσοκράτειρα δύναμις. Επέμεινε μάλιστα υπογραμμίζοντας: “Αν ήμασταν στους καιρούς του Δαρείου και του Ξέρξη, τότε βεβαίως θα προτείναμε στενά χωρικά ύδατα”. Ο Γάλλος συνάδελφός μου μου έριχνε πονηρές ματιές και του τις ανταπέδιδα. […] Νάχεις στην ιστορία σου ήττες σαν της Σαλαμίνας, της Μυκάλης, του Ευρυμέδοντα και να μιλάς για θαλασσοκρατορία!».
Συντριμμένος πιθανότατα από τη συνειδητοποίηση του λάθους του, ο αμετροεπής Ιρανός απείχε πάντως -όπως διαβάζουμε στα επίσημα πρακτικά του ΟΗΕ- από την τελική ψηφοφορία.
