– Ναι.
– Ελα.
– Ελα!
– Ελα, γι’ αυτόν που σου είπα…
-… για ξαναπιάσ’ το γιατί δεν το κατάλαβα…
-… ρε παιδί μου, γι’ αυτό που συζητάμε.
– Ναι.
– Αυτόν με τα μούσια και τα μαλλιά. Τον Ναζωραίο.
– Τον πήραν.
– Μμμμμ…
– Τον πάνε στο λόφο.
– Μμμμμ…
– Ξέρεις.
– Ναι.
– Στον σταυρό…
– Μμμμμ…
– Τελείωσε.
– Εγώ δεν ξέρω τίποτα, έτσι;
– Εντάξει.
– Εντάξει.
– Ωραία. Θα πάρω και τον άλλον…
– Ναι, τον Καϊάφα.
– Και στείλε και στον άλλον τα 30 αργύρια.
– Ναι, ξέρω…
– Και μη με ανακατέψεις εμένα, να μη φαίνομαι…
– Τίποτα, δεν υπάρχεις, Πόντιε, άσ’ το…
– Πες ότι σε πήρα μόνο να σου πω χρόνια πολλά.
– Ναι.
– Μμμμμ…
– Τίποτα, τίποτα, φίλοι δεν είμαστε;… Δε λέω τίποτα, δε σε ανακατεύω, αυτό λέω…
– Εντάξει, εντάξει, Αννα, γάμα τους το σπίτι και θα το πω εγώ στον αρχηγό να δει.
– Εγινε, πρόεδρε.
– Επιτέλους. Επρεπε να περάσουν καμιά 30αριά χρόνια να μπαλώσουμε τη μαλακία του άλλου.
– Ελα…
– Του Ηρώδη, ντε.
– Α… Θεός σχωρέσ’ τον
– Μμμμ…
