Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σεπτέμβριος του 1988. Μόλις είχα αρχίσει να συνεργάζομαι με την «Ελευθεροτυπία». Ενιωθα υπερηφάνεια, αλλά κάθε φορά που έμπαινα στην εφημερίδα ένιωθα επίσης παρείσακτος. Αναζητούσα εναγωνίως κάτι γνώριμο για να πιαστώ.

Σε μια από τις πρώτες επισκέψεις μου, πέφτω πάνω στον Καλαϊτζή. Ημασταν γείτονες τον καιρό της μεταπολίτευσης, πενήντα μέτρα απόσταση τα σπίτια μας. Και φυσικά τον θαύμαζα για τις υπέροχες γελοιογραφίες του με τις αδρές γραμμές. Επιτέλους, κάποιος που τον γνώριζα και με γνώριζε.

Τον χαιρετάω με ενθουσιασμό. Αλλά αμέσως μετά τα τυπικά, το αμέσως επόμενο πράγμα που μου λέει, βλοσυρά, είναι ότι δεν χαίρεται καθόλου που με βλέπει στην εφημερίδα γιατί γράφω στη στήλη του Γιώργη Μασσαβέτα, σπουδαίου δημοσιογράφου και φίλου – είναι ύβρις ένας αλεξιπτωτιστής να θέλει να αντικαταστήσει τον Μασσαβέτα.

Πράγματι, εκείνες τις μέρες έγραφα περιστασιακά στη στήλη «Καλημέρα κύριε πρόεδρε» που είχε μόλις ορφανέψει, έπειτα από σύγκρουση του Μασσαβέτα με τον Κίτσο Τεγόπουλο.

Πάγωσα, αλλά δεν αντέδρασα. Διαισθάνθηκα ότι με τον άκομψο τρόπο του ο Καλαϊτζής ήθελε να μου δώσει ένα μάθημα.

Τι μάθημα δεν ήξερα επακριβώς, πιο πολύ μου έμοιαζε με καψώνι παλιού προς νέο φαντάρο. Αργότερα κατάλαβα ότι είχε να κάνει με τον επαγγελματισμό, με τη συναδελφικότητα, αλλά και τη φιλία. Δεν του κράτησα κακία για το άβολο καλωσόρισμα, αλλά ούτε κι εκείνος επανήλθε έκτοτε στο θέμα.

Ο Γιάννης ήταν ασφαλώς μεγάλος καλλιτέχνης (και βαθύς στοχαστής), αλλά πιστεύω πως πάνω απ’ όλα ένιωθε δημοσιογράφος. Η πολιτική σάτιρα ήταν η ίδια του η φύση και τα δημοσιογραφικά γραφεία το δεύτερο σπίτι του.

Στην πορεία αποκτήσαμε ωραία συνεργασία στο πλαίσιο του περιοδικού «Εψιλον». Μια μακρά σειρά από γελοιογραφικά πορτρέτα ανθρώπων που αγαπούσε και θαύμαζε, τους οποίους επέλεγε ο ίδιος. Και μια αφίσα που σκάρωσε για τη μεγάλη συναυλία του περιοδικού με θέμα «Οι ρεμπέτες τραγουδούν τα μπλουζ». Στο μεταξύ, είχε εικονογραφήσει και το βιβλίο μου «Επικίνδυνη ευρεσιτεχνία».

Αλλά εκεί όπου οι δρόμοι μας συνέκλιναν καθοριστικά ήταν το 2005, όταν με αναζήτησε και μου πρότεινε επιτακτικά να αναλάβω το δημοσιογραφικό κομμάτι του περιοδικού «Γαλέρα», που είχε ήδη στα σκαριά.

Ηταν μια εθελοντική δουλειά που επηρέασε ωστόσο καταλυτικά την επαγγελματική μου διαδρομή. Με ώθησε να επινοήσω έναν νέο τρόπο γραφής, με τον οποίο πορεύομαι έκτοτε.

Η «Γαλέρα» υπήρξε ένα τολμηρό μέσο δημοσιογραφικής έκφρασης, χώρος όπου μπορούσες να γράψεις -και να σχεδιάσεις- ελεύθερα όσα δεν ήταν δυνατόν να αντέξει το μέσο στο οποίο εργαζόσουν.

Σε μια εποχή ευμάρειας και αμεριμνησίας, ενέπνευσε δημοσιογραφικές έρευνες που έθιγαν τη διαπλοκή στις πιο σκληρές της εκφάνσεις, με κορωνίδα την εμβληματική έρευνα για το Mall (FucktheMall). Κι ακόμα, νομίζω ότι ανίχνευσε πρόωρα -ίσως υπερβολικά πρόωρα, αν το δει κανείς με γνώμονα τη δική της επιβίωση- τις παθογένειες που οδήγησαν αργότερα στην κρίση.

Εψαξα όλη την αλληλογραφία μας τις μέρες που συζητούσαμε το στήσιμο της «Γαλέρας». Αρκετά ελλειπτική, καθώς διαθέτω μόνο τις απαντήσεις (του), χωρίς -παραδόξως- να έχουν διασωθεί οι ερωτήσεις (μου).

Θα καταγράψω εδώ μόνο μία. Του είχα ζητήσει να σκεφτεί μια φράση συνοδευτική του τίτλου. Ιδού η απάντηση: «ΓΑΛΕΡΑ. Για τις ακυβέρνητες πολιτείες. Δεν θέλω να σου αρέσει ο υπότιτλος. Θέλω να σε ενθουσιάζει. Εννοώ αυτός ο υπότιτλος και όχι άλλος».

Χριστόφορος Κάσδαγλης