Ο Φερνάντο Σάντος χαίρει μεγάλης εκτίμησης και αγάπης στην Ελλάδα. Φαίνεται και τώρα, στο Euro. Τα περισσότερα σχόλια εδώ για τον Σάντος, είναι αποθεωτικά. Αν και για άλλους θα έπεφτε μάλλον «κράξιμο» για τον τρόπο με τον οποίο προχωρά στη διοργάνωση, ο Σάντος κερδίζει τα εύσημα για το «ρεαλιστικό» του ποδόσφαιρο και για το ό,τι κατάφερε να βγάλει έξω μια από τις πιο πολλά υποσχόμενες ομάδες της διοργάνωσης, βάσει της εικόνας στην φάση τον ομίλων, την Κροατία.
Η αλήθεια είναι πως ο Φερνάντο Σάντος είναι ένας πάρα πολύ καλός προπονητής. Όταν αποφασίσεις να του αναθέσεις τις τύχες της ομάδας σου, ξέρεις πως κάποια συγκεκριμένα πράγματα πρέπει να τα θεωρείς δεδομένα.
Βασικά ένα σκληροτράχηλο σύνολο που θα ξέρει να υπηρετήσει το δεδομένα πολύ δουλεμένο πλάνο της τακτικής και θα είναι σε θέση να καλύψει στον μέγιστο βαθμό τα όποια μειονεκτήματα έχει απέναντι σε πιο ποιοτικούς αντιπάλους. Ειδικά σε επίπεδο ελληνικού ποδοσφαίρου και ειδικά με την ΑΕΚ της πρώτης διετίας του Ντέμη Νικολαΐδη, ο Σάντος το …τερμάτισε από αυτή την άποψη.
Για την Εθνική Ελλάδας, έτσι όπως δουλεύτηκε από τον Ρεχάγκελ, με τη φιλοσοφία παιχνιδιού που της πέρασε ο Γερμανός, ακόμη και με τη σχέση της ομάδας με το περιβάλλον που την περιτριγυρίζει όπως τη διαμόρφωσε ο προκάτοχός του, ο Σάντος ήταν η πλέον κατάλληλη επιλογή για να τον διαδεχθεί. Και δικαίωσε στο απόλυτο τις προσδοκίες.
Ασύγκριτο το κατόρθωμα του 2004, αλλά αν δεις τα πράγματα ρεαλιστικά, η πρόκριση στους «8» στο Euro του 2012 και πολύ περισσότερο στους «16» του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 2014, είναι επιτυχίες σχεδόν ανάλογα υπερβατικού χαρακτήρα για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Κυρίως γιατί επιτεύχθηκαν με νωπή τη βαριά κληρονομιά μιας εκπληκτικής επιτυχίας, την οποία το ποδόσφαιρο αυτής της χώρας αντικειμενικά ποτέ δεν άξιζε.
Σε ένα πράγμα είναι «μανούλα» ο Σάντος. Στο να δουλέψει ομάδες «αουτσάιντερ» και να εξαντλήσει τις δυνατότητές τους. Να τις πάει εκεί που δύσκολα θα τις πήγαινε οποιοσδήποτε άλλος. Να αγγίξει ακόμη και το «θαύμα». Να το αγγίξει όμως… Ποτέ να το ολοκληρώσει. Το «μέχρι πού», ήταν πάντα το ζήτημα για τον Σάντος.
Ακόμη περισσότερο, είναι πολύ δύσκολο για τον Σάντος -έχει αποδειχθεί ιστορικά- να πετύχει δεδομένους στόχους για μια ομάδα που παραδοσιακά τους έχει. Αυτό το έχουμε δει περισσότερο στην Πορτογαλία. Πήρε ένα πρωτάθλημα με την Πόρτο στην πρώτη του χρονιά το 1999, απέτυχε τις επόμενες δύο χρονιές. Τρίτος, έστω και… από κοντά, έμεινε και με την Μπενφίκα το 2007, ενώ απολύθηκε σχεδόν με το «καλημέρα» την επόμενη σεζόν. Τρίτος προηγουμένως και με τη Σπόρτινγκ, τη σεζόν 2003-2004. Ούτε πάνω, ούτε κάτω από τα συνηθισμένα της δηλαδή.
Στην πραγματικότητα, για να βρεις τον τελευταίο τίτλο που κατέκτησε σύλλογος με τον Φερνάντο Σάντος στον πάγκο, πρέπει να πας 14 ολόκληρα χρονάκια πίσω, στο κύπελλο του 2002 με την ΑΕΚ. Τότε που την έφερε μεν να τελειώσει το πρωτάθλημα ισόβαθμη με τον Ολυμπιακό, αλλά στον «τελικό» του πρωταθλήματος έχασε με 4-3, ένα ματς στο οποίο έπαιζε για δύο αποτελέσματα και προηγήθηκε και 0-1.
Και μια ΑΕΚ τότε που με έναν κορμό με Γκαμάρα, Ζήκο, Ζαγοράκη, Κασάπη, Τσιάρτα, Νικολαΐδη, το να διεκδικήσει στα ίσια το πρωτάθλημα δεν το έλεγες και θαύμα. Ειδικά αν ο Σάντος είχε καταφέρει να διακρίνει τις δυνατότητες του Μιχάλη Καψή και να τον εμπιστευθεί για περισσότερο χρόνο δίπλα στον Γκαμάρα, αντί για τον απίθανο Φερούζεμ. Μια ΑΕΚ που στα μέσα της σεζόν βρέθηκε να παίρνει προβάδισμα πέντε βαθμών.
Με τον Σάντος ακριβώς τότε να εμπλέκεται σε μια ιστορία διαμάχης με τον μακαρίτη Ψωμιάδη της οποίας, τις αιτίες μάλλον κανείς ποτέ δεν κατάλαβε και να χάνει τρία ματς στη σειρά, μεταξύ των οποίων και το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό στη Φιλαδέλφεια με 2-3. Στο οποίο προηγήθηκε δύο φορές και νικούσε μέχρι και 10-15 λεπτά πριν το τέλος.
Το προπονητικό του «αριστούργημα» είναι σίγουρα η ΑΕΚ των «Μπουρμπό – Κρασσάδων» του 2004-2005. Του ανεπανάληπτου ξεσηκωμού βέβαια γύρω από το εγχείρημα του Ντέμη, αλλά και των αμέτρητων αντικειμενικών αγωνιστικών μειονεκτημάτων απέναντι στον Ολυμπιακό του Ριβάλντο και του πρωταθλητή της προηγούμενης σεζόν, Παναθηναϊκού. Εκείνη η χρονιά, ήταν πραγματικά χρονιά των θαυμάτων που δύσκολα θα μπορούσε να τη ζήσει η ΑΕΚ χωρίς τον Σάντος.
Σαν όμως η μοίρα να μην ήθελε να αφήσει να ξεχαστεί το «μέχρι πού» που είπαμε πιο πριν, έμελλε οι πολλές ελπίδες της ΑΕΚ για τον τίτλο, να χαθούν σε ένα ματς με τον Ιωνικό στο ΟΑΚΑ, τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος. Τον μάλιστα αδιάφορο βαθμολογικά Ιωνικό, μπροστά σε 50 χιλ. κόσμο. Όπως μόνο ο Σάντος μπορούσε να οδηγήσει εκείνη την ΑΕΚ στο να διεκδικεί στα ίσια το πρωτάθλημα τρεις αγώνες πριν το τέλος, δυστυχώς η ιστορία έχει δείξει πως μόνο με τον Σάντος μπορούσε να το χάσει με αυτόν τον τρόπο.
Τα ίδια πάνω – κάτω και με τον ΠΑΟΚ. Συμμάζεμα με μια δυνατή διοικητική στήριξη από τον Ζαγοράκη. Kαλές πορείες για τα δύο τελευταία από τα τρία του χρόνια εκεί. Mε την ευνοϊκή συνθήκη της ύπαρξης μιας ΑΕΚ… αλλού γι’ αλλού και ενός Ολυμπιακού το 2009-2010 στο φινάλε του Κόκκαλη στο ποδόσφαιρο να παίρνει μετά βίας την τελευταία θέση για το Europa League. Αλλά μέχρι εκεί. Η θέση για τα προκριματικά του Champions League το 2010, ήταν το «μέχρι εκεί» και στην τέταρτη ελληνική προσπάθεια του Σάντος.
Αρκετοί τον χαρακτηρίζουν «ηττοπαθή» και υποστηρίζουν πως χάνει την ψυχραιμία του στις κρίσιμες στιγμές. Ακούγεται δογματικό και είναι. Υπάρχουν παραδείγματα για να το στηρίξουν, αλλά υπάρχουν και παραδείγματα που το διαψεύδουν. Θα ήταν πιο λογικό να πει κανείς πως ο Σάντος έχει ένα πρόβλημα με το «πρέπει». Και από αυτό προκύπτει και πρόβλημα ψυχολογικής διαχείρισης.
Είναι δίκαιος ο σεβασμός και η εκτίμηση που απολαμβάνει στην Ελλάδα αλλά και στην πατρίδα του σε σημαντικό βαθμό, αλλά είναι υπερβολική η αντιμετώπισή του σαν «αυθεντία». Δεν είναι. Είναι ένας προπονητής με δυνατά στοιχεία, πολύ δουλευταράς, πολύ ψαγμένος, αλλά και με αδυναμίες χαρακτηριστικές που «μιλάνε» σε καθοριστικές στιγμές.
Προσωπικά, για να πω την αλήθεια, θεωρώ πως η αποστολή του με την εθνική Πορτογαλίας στο Euro που είναι σε εξέλιξη, δεν ανήκει στην κατηγορία του «πρέπει». Και ίσως γι’ αυτό πρέπει και να τον… φοβούνται οι επόμενοι αντίπαλοι του. Η συμμετοχή στα προημιτελικά είναι ήδη μια μεγάλη επιτυχία και τυχόν πρόκριση στα ημιτελικά θα είναι θρίαμβος.
H Πορτογαλία είναι η ομάδα του Κριστιάνο Ρονάλντο, αλλά η αλήθεια είναι πως πίσω από αυτόν, ο Σάντος δεν έχει τα «εργαλεία» που θα του επέτρεπαν να βάζει πολύ υψηλούς στόχους. Δεν είναι η Πορτογαλία του 2004 για παράδειγμα, σε καμιά περίπτωση. Με τον νεαρό Ρονάλντο, αλλά και με τους Ντέκο, Φίγκο, Ρούι Κόστα κλπ. Καμιά σχέση. Από αυτή την άποψη ίσως… του πάει του Σάντος αυτή η ομάδα και μπορεί να τη βάλει στα καλούπια του. Οπότε μπορεί και να την πάει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Μένει να δούμε –κλασικά…- το μέχρι πού…
