Ο σκύλος μπήκε στο δωμάτιο. Δόθηκε «ανεπίσημη» άδεια. Στην αρχή κουνούσε την ουρά του σαν τρελός αναγνωρίζοντας τη γνώριμη μυρωδιά της. Επειτα έφερε ένα γύρο το δωμάτιο και στη συνέχεια πλησίασε έρποντας το προσκεφάλι του κρεβατιού. Δεν ήταν μια επίσκεψη για εκείνην που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου.
Ακίνητη και με κλειστά μάτια, κανείς δεν ήξερε τι καταλάβαινε, τι αισθανόταν. Ηταν μια επίσκεψη αποχαιρετισμού για τον πιστό εδώ και δέκα χρόνια σύντροφό της. Οι νοσοκόμες υποσχέθηκαν να κάνουν τα στραβά μάτια κι έτσι ο Ζάχος έφτασε μέχρι εκεί κρυμμένος σε μια τεράστια καλοκαιρινή τσάντα μπάνιου και καλυμμένος με την πασμίνα της αφεντικίνας του.
Το «αφεντικίνα» βέβαια ποτέ δεν ήταν αντιπροσωπευτικό για τη σχέση τους αφού ο τετράποδος Ζάχος απολάμβανε τη λατρεία της και πολλές φορές καθόριζε την καθημερινότητα και την κοινωνικότητά της. Δεν πήγαινε εκδρομές με φίλους παρά μόνο αν γινόταν δεκτός κι ο Ζάχος στην παρέα, ο οποίος αρνιόταν πεισματικά να μείνει μόνος του στο σπίτι και με τους πιο ευφάνταστους τρόπους μπλόκαρε την εξώπορτα. Κι ύστερα, όποτε τον άφηνε, τον σκεφτόταν να περιμένει λυπημένος πίσω από την πόρτα και δεν ευχαριστιόταν καμία έξοδο. Είχε δε αρπάξει αρκετά κρυολογήματα τους χειμώνες που πέρασαν γιατί σε κάθε καφέ ή μαγαζί που πήγαινε καθόταν έξω με τον Ζάχο κουλουριασμένο στα πόδια της.
Βρέξει-χιονίσει. Καθόριζε επίσης και το μενού του σπιτιού. Τρελαινόταν -σκύλος πράμα- για ψαροκροκέτες. «Αν είναι δυνατόν! Βρε, Ζάχο, πάλι ψαροκροκέτες θα φάμε; Αντε, χαλάλι σου!», του έλεγε και αγόραζε συχνά και για τους δυο. Επίσης ο Ζάχος είχε άποψη και προτιμήσεις για τους επισκέπτες, καθώς δεν άφηνε σε χλωρό κλαρί όποιον δεν του άρεσε, με αποτέλεσμα να καταλήγει κλειδωμένος στο μπάνιο ως ύστατη τιμωρία. Ο Ζάχος, όχι ο επισκέπτης. Εκείνη τον δικαιολογούσε στους καλεσμένους της για την ανάρμοστη συμπεριφορά του αλλά κατά βάθος κρυφογελούσε και ήταν περήφανη για το μυστηριώδες ένστικτο του σκύλου της. Βλέπετε, συχνά-πυκνά οι απόψεις τους για τους ανθρώπους συνέπιπταν.
Και τώρα τι θα γίνει ο Ζάχος; Κάποιος θα τον πάρει. Το σκεφτόμασταν όλοι. Και ας είναι τύπος παράξενος και ιδιόρρυθμος. Ενα πράγμα δεν ήθελε κανένας μας, να ‘ναι εκείνος ο σκύλος στο ποίημα το σκληρό, που τη μοναξιά μας περιγράφει:
Το ‘να σκυλί το σκοτώσαν τ’ άλλο το πήραν οι γειτόνοι./ Βγαίνει τις νύχτες/ και κοιτάει το φεγγάρι,/ μυρίζει τις μολόχες/ που του ‘ριχνες ψωμί./ Υστερα βρίσκει τον τορό/ κ’ έρχεται με μουσούδα/ όλο δροσιές στο μνήμα σου./ Κάθεται στα πισινά κι ακούει/ τ’ άλλο σκυλί που αλυχτάει κάποιο διαβάτη
Μ. Γκανάς, «Το σκυλί»
Καρδιά σκύλου. Μεγάλη καρδιά.
