Συνήθεις είναι στη Βουλή οι αναφορές της δεξιάς αντιπολίτευσης για τις «ιδεολογικές εμμονές» της Αριστεράς. Πρόσφατες οι αναφορές σε ζητήματα εκπαίδευσης, με αφορμή τον νόμο ίδρυσης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.
Ας σταθούμε λοιπόν σε μερικές καίριες τέτοιες «εμμονές». Στις αρχές του 20ού αιώνα οι διανοούμενοι της Αριστεράς πρόβαλαν ως αίτημα την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, δηλαδή αυτής που μιλούσε ο ελληνικός λαός, ως γλώσσας του σχολείου.
Τότε γλώσσα του σχολείου, ακόμη και του Δημοτικού, ήταν η αρχαΐζουσα καθαρεύουσα. Καθόλου κατανοητή στους μαθητές, εμμέσως τους ωθούσε εκτός σχολείου.
Ηταν η μεταρρύθμιση του 1929 που αντιμετώπισε, εν μέρει, το ζήτημα θεσμοθετώντας ως διδασκόμενη γλώσσα στο Δημοτικό Σχολείο τη δημοτική.
Ισχυρές ήταν οι αντιδράσεις των συντηρητικών. Δεκαετίες αργότερα η δημοτική γλώσσα καθιερώνεται ως γλώσσα του σχολείου (μεταρρύθμιση 1964) αλλά και ως επίσημη του ελληνικού κράτους (μεταρρύθμιση 1976). Μια «εμμονή» της Αριστεράς έγινε πραγματικότητα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η πρόσβαση των κοριτσιών ήταν εύκολη μόνο στο Δημοτικό Σχολείο. Η μετέπειτα εξέλιξή τους ήταν οι σχολές οικιακής οικονομίας.
Εξαίρεση αποτελούσαν τα κορίτσια της κοινωνικής ελίτ που πήγαιναν στο Αρσάκειο, κυρίως για να αποκτήσουν αυξημένα τεκμήρια προίκας (μόρφωση, πιάνο και Γαλλικά), όπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς.
Με τη μεταρρύθμιση του 1929 ιδρύθηκαν Γυμνάσια Θηλέων για τη διευκόλυνση της φοίτησής τους. Την εποχή αυτή μετά το Δημοτικό συνέχιζε το 10-12% των μαθητριών.
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα η φοίτηση των κοριτσιών στη Μέση Εκπαίδευση προσέγγισε σε ποσοστά αυτά των αγοριών (αποτελέσματα και της μεταρρύθμισης 1964). Τα ποσοστά εξισώθηκαν μετά τη Μεταπολίτευση. Αλλη μια «εμμονή» της Αριστεράς έγινε πραγματικότητα.
Εως το 1929, η Στοιχειώδης και η Μέση Εκπαίδευση διαρθρωνόταν σε τρεις βαθμίδες: 4ετές Δημοτικό Σχολείο, 3ετές Σχολαρχείο και 4ετές Γυμνάσιο.
Εξετάσεις για τη μετάβαση από τη μια βαθμίδα στην επόμενη. Συνέπεια, μεγάλη διαρροή και υψηλός αναλφαβητισμός.
Πολλά ήταν τα εμπόδια (πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων) εφαρμογής της μεταρρύθμισης του ’29 που καθιέρωσε 6ετές το Δημοτικό Σχολείο και 6ετές το Γυμνάσιο. Δηλαδή αύξησε τα χρόνια φοίτησης στο Δημοτικό από 4 σε 6, αλλά και συνολικά από 11 σε 12. Ακολούθησε η μεταρρύθμιση του ’64 που, με τον διαχωρισμό σε Γυμνάσιο και Λύκειο, διευκόλυνε την περαιτέρω φοίτηση για άλλα τρία χρόνια.
Με τη Μεταπολίτευση (μεταρρυθμίσεις του ’76 και ’85) ολοκληρώθηκε σειρά προοδευτικών μέτρων και καθιερώθηκε ως υποχρεωτική η 9χρονη Εκπαίδευση. Ραγδαία υπήρξε η ελάττωση του ποσοστού των αναλφάβητων. Ανέκυψε βέβαια το πρόβλημα του «λειτουργικού αναλφαβητισμού».
Αλλη μια «εμμονή» περί πολλών ετών φοίτησης και υποχρεωτικότητας της εκπαίδευσης γίνεται πραγματικότητα, ιδιαίτερα και με την πρόσφατη θεσμοθέτηση.
Σε όλη αυτή τη διαδρομή της εκπαίδευσης και τις παράλληλες μεταβολές οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων της χώρας, ενδιαφέρον ήταν το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού αναλυτικού προγράμματος. Αυτό στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους βασικό στόχο είχε την εγχάραξη της εθνικής ταυτότητας σε όλους τους πολίτες της χώρας, αγνοώντας άλλες ανάγκες τους.
Ετσι φτάσαμε στις αρχές του 20ού αιώνα όταν η εισαγωγή μαθημάτων θετικής κατεύθυνσης, με στόχο την προώθηση της τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης, αντιμετωπιζόταν με δισταγμό ή εχθρότητα. Εως τότε ο επαγγελματισμός ήταν η μαθητεία εκτός εκπαίδευσης.
Με μακροχρόνια επιμονή η επαγγελματική εκπαίδευση σταδιακά εντασσόταν στη γενική ως μια κατεύθυνσή της. Οι συντηρητικές δυνάμεις επέμεναν η επαγγελματική κατεύθυνση να διαχωρίζεται από πολύ νωρίς ώστε «έγκαιρα τα παιδιά να μαθαίνουν τέχνη» και να μην ξοδεύονται χρήματα για σπουδές άστοχα.
Κυριαρχούσε η άποψη ότι οι εργαζόμενοι σε τέχνες και χειρωνακτικές εργασίες ήταν περιττό να έχουν ευρύτερη εγκύκλια μόρφωση.
Στην άποψη αυτή αντιτάχθηκε και αντιτάσσεται η Αριστερά με την «εμμονή» της για ένα ενιαίο σχολείο μέσα στο οποίο μαζί με την εγκύκλια μόρφωση θα παρέχονται και τεχνικοεπαγγελματικά μαθήματα και δεξιότητες. Εγχείρημα ομολογουμένως ακριβό στην εφαρμογή και δύσκολο να ανατρέψει ριζωμένες αντιλήψεις.
Μαζί με τον «λειτουργικό αναλφαβητισμό» αποτελεί ένα από τα σύγχρονα εκπαιδευτικά προβλήματα.
Εν κατακλείδι θα σημειώναμε πως στην πολυτάραχη πορεία της ελληνικής εκπαίδευσης οι «εμμονές» της Αριστεράς, που περιέγραφαν και προωθούσαν κοινωνικά αιτήματα ευρέων κοινωνικών στρωμάτων, αργά ή γρήγορα γίνονται πραγματικότητες.
*βουλευτής Φθιώτιδας, αντιπρόεδρος Μόνιμης Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής
