Τα σπουδαία και άγνωστα «μυστικά» του πολυώροφου κτιρίου της Εθνικής Ασφαλιστικής ξεκινούν από τον πεζόδρομο.
Η μικρή, πάλαι ποτέ, οδός Κοραή ήταν ώς τα τέλη του 19ου αιώνα ένα ρέμα, ο «Βοϊδοπνίχτης», στο οποίο κατέληγαν τα νερά δύο χειμάρρων που διέσχιζαν τη νοτιοδυτική πλευρά του Λυκαβηττού.
«Ο εις κατείχεν την θέσιν της σημερινής οδού Δημοκρίτου και ο άλλος της οδού Λυκαβηττού» αναφέρει ο Κώστας Μπίρης στο βιβλίο του «Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων της πρωτεύουσας».
Ως το 1851 στη συμβολή της με την οδό Σταδίου υπήρχε ένα πέτρινο γεφύρι που συνέδεε την τότε αδόμητη περιοχή με το ιστορικό κέντρο της Αθήνας.
Πήρε το όνομα του Αδαμάντιου Κοραή, γιατί η οδός ξεκινούσε απέναντι από την κεντρική είσοδο του Πανεπιστημίου, όπου βρίσκεται και το άγαλμα του Δασκάλου του Γένους.
Θα συνέχιζε ώς τις παρυφές του Ιερού Βράχου, αν δεν σκόνταφτε στις έντονες αντιδράσεις των ιδιοκτητών των ακινήτων που θα έπρεπε να απαλλοτριωθούν.
Οι εργασίες

Το ακίνητο στην οδό Κοραή 4 ανήκε στον πρόξενο του Βελγίου, L. Rossels, ο οποίος το 1888 είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που θα συνέδεε τους Μύλους Αργολίδας με την Καλαμάτα.
Αγοράστηκε τον Αύγουστο του 1894 από την Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών «Η Εθνική», η διοίκηση της οποίας ανέθεσε τους πρώτους σχεδιασμούς στους αρχιτέκτονες Μ. Λυκούδη, Ι. Αξελό και Α. Κριεζή.
Οι εργασίες κατασκευής ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 1936 και τα τελικά σχέδια φέρουν τις υπογραφές δύο σπουδαίων μηχανικών της εποχής.
Ο αρχιτέκτονας Αναστάσιος Μεταξάς (1862-1937) κατάγεται από σπουδαία οικογένεια της Ζακύνθου και σπούδασε στη Δρέσδη της Γερμανίας, από όπου αποφοίτησε με άριστα. Ηταν ο αρχιτέκτονας της βασιλικής οικογένειας και ο αγαπημένος τής τότε άρχουσας τάξης, έχοντας υπογράψει τα σχέδια για πολυάριθμα αρχοντικά, μεταξύ των οποίων αυτά που στεγάζουν το Μουσείο Μπενάκη και την Προεδρία της Δημοκρατίας.
Υπήρξε ολυμπιονίκης και ήταν ο επικεφαλής της αναμόρφωσης του Παναθηναϊκού Σταδίου αλλά και εκλεγμένος γερουσιαστής.
Ο Εμμανουήλ Κριεζής (1880-1967) σπούδασε πρώτα στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου, στο οποίο αργότερα έγινε καθηγητής, έχοντας προηγουμένως αποφοιτήσει από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Μονάχου. Χάρη σε αυτή την επιστημονική διαδρομή του απέκτησε γνώσεις που τον κατατάσσουν στους πρωτοπόρους κατασκευαστές και σε αυτόν αποδίδονται οι τεχνικές καινοτομίες του μεγάρου στην οδό Κοραή.
Ο σχεδιασμός
Η εξωτερική εμφάνιση του μεγάρου ακολουθεί τις επιταγές του μοντέρνου κινήματος, με τετραγωνισμένα παράθυρα και λιτή διακόσμηση στη βάση τους. Από κατασκευαστικής πλευράς όμως ξεχωρίζει για νεωτερισμούς που ώς τότε ήταν άγνωστοι στη χώρα μας.
Η ιδιοκτήτρια εταιρεία θέλησε να αποκτήσει ένα κτίριο γοήτρου και γι’ αυτό, πέρα από τα υψηλής ποιότητας υλικά, συμφώνησε να είναι το πρώτο που απέκτησε κεντρική θέρμανση, σύγχρονες υδραυλικές υποδομές και ανελκυστήρες.
Είχε προγραμματίσει τα πανηγυρικά εγκαίνιά του για τις αρχές του 1941 συνδέοντάς τα με τη συμπλήρωση 50 χρόνων λειτουργίας της, αλλά τα σχέδια ακυρώθηκαν λόγω κήρυξης του πολέμου.
Τα μεγαλύτερα «μυστικά» του οικοδομήματος κρύβονται στο διώροφο υπόγειο που βρισκόταν σε βάθος έξι μέτρων από την επιφάνεια του δρόμου.
Στο δεύτερο επίπεδό του μάλιστα είχε διαμορφωθεί αντιαεροπορικό καταφύγιο που ήταν απαραίτητο στα νέα κτίρια της εποχής. Διέθετε πόρτες που έκλειναν αεροστεγώς και σκάλες που εξασφάλιζαν την εσωτερική επικοινωνία με τους υπόλοιπους ορόφους.
Στο πρώτο υπόγειο από το 1939 είχε δοθεί άδεια για να λειτουργήσει ο κινηματογράφος «Αστυ», παρά το γεγονός ότι οι μεγάλες κολόνες περιόριζαν τον ωφέλιμο χώρο στην αίθουσα προβολής.
Από τους ναζί στο ΕΑΜ

Στα τέλη του 1940, λίγο μετά την κήρυξη του πολέμου, το μέγαρο δεσμεύτηκε από το υπουργείο Εσωτερικών και στις 27 Απριλίου 1941, όταν στην Αθήνα κυμάτιζαν οι πρώτες σβάστικες, επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και έγινε η έδρα της περιβόητης Κομαντατούρ.
Τα υπόγεια πολύ γρήγορα μετατράπηκαν σε φυλακές, στις οποίες κρατήθηκαν σε απάνθρωπες συνθήκες εκατοντάδες αντιφασίστες, ακόμη και παιδιά 14 χρόνων.
Πολλοί άφησαν τα αποτυπώματά τους χαράσσοντας σε τοίχους ονόματα, φράσεις και παραστάσεις.
Λίγο μετά την Απελευθέρωση στο κτίριο εγκαταστάθηκε η ηγεσία του ΕΑΜ και παρέμεινε στα χέρια των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης ώς τον Ιανουάριο του 1945, οπότε καταλήφθηκε από τα αγγλικά στρατεύματα και μετά την αποχώρησή τους επιτάχθηκε και πάλι από την κυβέρνηση για τις ανάγκες της Ηλεκτρικής Εταιρείας Μεταφορών και Διανομής.
Το 1991 η τότε διοίκηση της Εθνικής Ασφαλιστικής θέλησε να γιορτάσει τα 100ά γενέθλια της εταιρείας εισηγούμενη την κήρυξη των υπογείων χώρων σε ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
«Αποτελεί σημαντικό στοιχείο της νεότερης ιστορίας της χώρας και μνημείο των αγώνων των Ελλήνων για την ελευθερία κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα (1941-1944)» επισημαίνεται στην ομόφωνη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Νεοτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού.
Κατά τις εργασίες αποκατάστασης ήρθαν στο φως τα χαραγμένα μηνύματα των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, ανάμεσά τους αντιφασίστες Ιταλοί και Γερμανοί που βασανίστηκαν από τους κατακτητές.
Αποκαλύφθηκαν όμως και μικροαντικείμενα κρατουμένων που είχαν μείνει κρυμμένα σε αθέατα σημεία των υπόγειων κολαστηρίων.
1. Το «Αστυ»
Από το 1952 ώς και το 1975 ο κινηματογράφος «Αστυ» φιλοξενούσε τις κυριακάτικες προβολές και τα θεματικά αφιερώματα της Κινηματογραφικής Λέσχης. Εχουν γίνει πολλές ανακαινίσεις, αλλά έχουν διατηρηθεί η καμπίνα προβολής, οι μαρμάρινες σκάλες με τις προστατευτικές σιδεριές, τα τραπεζάκια του φουαγέ, οι καθρέφτες, τα μωσαϊκά και το εκδοτήριο εισιτηρίων.
2. Σώθηκε
Το κτίριο, παρά τις αντίθετες πληροφορίες, δεν περιλαμβάνεται στην «προίκα» τής προς ιδιωτικοποίηση Εθνικής Ασφαλιστικής, η οποία οδηγήθηκε πρόσφατα σε ναυάγιο. Στην εξαίρεσή του συνέβαλαν και οι αντιδράσεις των φορέων των εργαζομένων, που είχαν επισημάνει ότι η ιστορική μνήμη δεν επιτρέπεται να ενταχθεί στο «εύλογο τίμημα» των ακινήτων της εταιρείας.
3. Τα έργα
Στους ορόφους του κτιρίου στεγάζονται υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης. Με πρόταση του αναπληρωτή υπουργού Αλέξη Χαρίτση, οι χώροι δίπλα στο κλιμακοστάσιο και οι διάδρομοι φιλοξενούν πίνακες και γλυπτά τελειοφοίτων της Σχολής Καλών Τεχνών. Είναι μέρος των περίπου 700 έργων που έμεναν αναξιοποίητα σε αποθήκες και με τη συνεργασία της Συγκλήτου θα αρχίσουν να ομορφαίνουν δημόσιους χώρους. Στόχος της πρωτοβουλίας είναι να δημιουργηθούν νέες γέφυρες επικοινωνίας και αγάπης ανάμεσα στους πολίτες και τις ζώνες κοινής χρήσης.
