Ο πρώην πρωθυπουργός της χώρας κύριος Αντώνης Σαμαράς καταθέτει μηνυτήρια αναφορά εναντίον του πρωθυπουργού της Ελλάδας κυρίου Αλέξη Τσίπρα. Αυτή η πράξη έλαβε χώρα την Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018, ενώ έχουν δρομολογηθεί οι σχετικές θεσμικές διαδικασίες για τη διερεύνηση του πολιτικού σκανδάλου που έχει την επωνυμία «Novartis».
Και οι πολιτικοί και οι πολίτες, δηλαδή ολόκληρη η πολιτική κοινωνία, θέτουν το ερώτημα: Ποιοι είναι οι λόγοι που οδηγούν τον κύριο Σαμαρά σ’ αυτή την πράξη του;
Αρχικώς είχε διατυπωθεί η άποψη από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι το πολιτικό «σκάνδαλο Novartis» είναι «σκευωρία» η οποία έχει επινοηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ για να εξοντώσει τον πολιτικό εχθρό του.
Εάν δεχθούμε ότι πολιτική είναι η διαμάχη ανάμεσα σε «φίλους» και «εχθρούς», όπως υποστηρίζει ο Καρλ Σμιτ (Γερμανός πολιτειολόγος του ναζισμού), δεν μπορεί ο πρώην πρωθυπουργός της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας, ο κύριος Σαμαράς, να έχει αποδεχθεί αυτή την άποψη χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Στους αναγνώστες μας θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι κατά το διάστημα της συγκυβέρνησης των Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη, σε μια δύσκολη εποχή για την οικονομία και τον κοινωνικό βιόκοσμο της ελληνικής κοινωνίας, η Αριστερά σήκωσε το φορτίο σε όλα τα επίπεδα της συγκρότησης της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.
Δύο μεγάλες προσωπικότητες της Αριστεράς, ο Φώτης Κουβέλης και ο Αντώνης Ρουπακιώτης, συμμετείχαν σ’ εκείνην την κυβερνητική συλλογικότητα με αποκλειστικό στόχο το «δημόσιο συμφέρον», όπως οι ίδιοι ομολογούν, αλλά και όπως αποδείχθηκε από τα ίδια τα πολιτικά πράγματα.
Ο κύριος Σαμαράς καταθέτει μηνυτήρια αναφορά εναντίον του πρωθυπουργού κυρίου Τσίπρα και χρησιμοποιεί τον όρο «συμμορίτης».
Αντί να περιμένει να διευκρινιστούν θεσμικά τα πολιτικά πράγματα της «υπόθεσης Novartis», στην οποία εμπλέκεται με νομικό τρόπο, επέλεξε μια «ιδιωτική οδό» διαφυγής: την αστική μήνυση.
Ο πρώην πρωθυπουργός κύριος Σαμαράς κάνει όμως και μια ακροβατική πολιτική πράξη με την ιδιωτική «μήνυσή» του. Οδηγεί την ίδια την ελληνική πολιτική κοινωνία στα όρια της εμφύλιας σύγκρουσης.
Ως πολιτικός φιλόσοφος περίμενα χρόνια τώρα η κοινωνία μας επιτέλους να συγκροτηθεί σε θεσμικό επίπεδο ως πολιτική κοινωνία και να μην εξαρτάται και η δομή της και η λειτουργία της από τη βούληση του εκάστοτε εφήμερου «ηγεμόνα».
Από την περιώνυμη «υπόθεση Κοσκωτά» με την οποία οδηγήθηκε στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου ο Ανδρέας Παπανδρέου, έχουν παρέλθει σχεδόν τριάντα χρόνια.
Και ας τονίσουμε επιπλέον ότι ο κύριος Σαμαράς, ως πολιτικός ηγέτης, δεν ανήκει (κατά τον Μαξ Βέμπερ) σε κάποια κατηγορία δημιουργού και ικανού πολιτικού ανδρός.
Δεν περίμενα ποτέ από έναν πολιτικό άνδρα όπως είναι ο κύριος Αντώνης Σαμαράς να κατηγορεί τον πρωθυπουργό της Ελλάδας για «σύσταση συμμορίας».
Βρισκόμαστε τελικά μπροστά σ’ ένα πολιτικό κενό; Βρισκόμαστε μπροστά στο απόλυτο μηδέν της υπόστασής μας ως πολιτικής κοινωνίας;
Επαναδιατυπώνω το μείζον πολιτικό πρόβλημα το οποίο, όπως διαφαίνεται, θα καταλήξει και σε θεσμικό ζήτημα ταυτότητας της ελληνικής κοινωνίας: ο πρώην πρωθυπουργός στρέφεται «ιδιωτικώς» εναντίον του πρωθυπουργού της Ελλάδας και τον χαρακτηρίζει «συμμορίτη», επειδή ο ίδιος δεν μπορεί θεσμικά να αντιμετωπίσει τις νομικές κατηγορίες εναντίον του;
Κοντολογίς και στην περίπτωση της «υπόθεσης Novartis», με τον Σαμαρά συμβαίνει κάτι το οποίο αργήσαμε όλοι να κατανοήσουμε: δεν μπορεί ο κύριος Σαμαράς ως πολιτικός να βρει (να επινοήσει ορθότερα) τις θετικές διαμεσολαβήσεις, δηλαδή τελικά να λάβει τις ορθές και τις λογικές αποφάσεις στα πολιτικά ζητήματα του τόπου μας.
Αυτό συνέβη στο μακεδονικό ζήτημα, αυτό συνέβη και στο ζήτημα των μνημονίων. Αυτό φαίνεται ότι γίνεται τώρα και στην προσωπική του υπόθεση.
Ενώ το κόμμα του, δηλαδή η Νέα Δημοκρατία, την έχει χαρακτηρίσει «πολιτική σκευωρία», ο ίδιος την ονομάζει «έργο συμμοριτών», επειδή τοποθετεί τον εαυτό του στην αρχαϊκή εποχή των εμφύλιων πολέμων.
Δεν έχει αντιληφθεί ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις νομικές κατηγορίες εναντίον του εντός του πλαισίου του κοινοβουλευτισμού, πράγμα που σημαίνει, στο επίπεδο των διαδικασιών, εντός του κράτους δικαίου.
Επιτέλους, όλοι οι πολιτικοί στην Ελλάδα επιβάλλεται να κατανοήσουν ότι ο πολιτικός, ο δικαστικός, ο διαβουλευτικός και τελικά ο κοινωνικός έλεγχος αποτελούν την «πεμπτουσία» ενός δημοκρατικού κράτους.
*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
