Αραγε, σε έναν κόσμο που κάθε εαρινή ισημερία «εορτάζει» την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (και Μετανάστευσης!) εν μέσω διαρκών σφαγών και πολέμων, η φράση «Οχι ποίηση μετά το Αουσβιτς» ξαναγίνεται επίκαιρη ή δεν έπαψε να είναι επίκαιρη ποτέ;
Το Αφρίν, λοιπόν… Κάρφος στο μάτι του πολιτισμού μας… Κάρφος στο μάτι της κυνικότητας όχι μόνο των ισχυρών (Διεθνής Κοινότητα Δολοφόνων ή Παρατρεχάμενων από κέρδος ή αδυναμία σε Δολοφόνους), μα και της δικής μας υποκρισίας… Κάποιοι να σπαράζουμε «για τα εγκλήματα των Τούρκων» την ίδια ώρα που δεν κατανοούμε «χριστιανικά» γιατί τα θύματα των βομβαρδισμών έρχονται ικέτες ίσαμε την πόρτα μας…
Κι άλλοι να καταγγέλλουμε «τα θύματα του Διεθνούς Ιμπεριαλισμού» την ίδια ώρα που δεν… βγαίνει διαδήλωση γιατί δεν τους βομβάρδισαν στην περίπτωση αυτή Αμερικανοί ή το Ισραήλ, οπότε πώς να τοκίσουμε ιδεολογικά το αίμα; (Αλίμονο όμως στον πλανήτη που θα σιωπήσει, κι αλίμονο αν κάποιοι διαδηλώσουν έχοντας μέσα τους τον ιό: εμείς πολιτισμένοι, κι όλοι οι Τούρκοι βάρβαροι…)
Το Αφρίν λοιπόν… Σε μια απάνθρωπη ανθρωπότητα, που οι ανώτεροι σκοποί κρύβουν συνήθως ποταπές στοχεύσεις. Σκαλίζει ο κόσμος το πρόσωπο του «εχθρού του» αναπαράγοντάς το τελικά, νομιμοποιώντας διαρκώς αυτό που καταγγέλλει, σ’ έναν αιμάτινο κύκλο, τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα, ανίκανο ν’ αλλάξει το πρόσωπο, αφού κυνηγά το προσωπείο.
Ανίκανος να εξελιχθεί. Ανίκανος να ακινητοποιηθεί. Κι εκείνα τα λόγια από το «Εάν αυτό είναι ο Ανθρωπος» του Πρίμο Λέβι να φέρνουν τη (μανιασμένη) «θάλασσα στη σκάλα»… «Σεις που ήσυχοι ζείτε στο ζεστό σας σπίτι/ και το βράδυ γυρνώντας θε να βρείτε φαΐ και πρόσωπα φίλων/ Σκεφτείτε εάν αυτό είναι ο άνδρας/ αυτός που δουλεύει στη λάσπη/ που δεν ησυχάζει ποτέ/ που παλεύει για λίγο ψωμί/ που πεθαίνει για ένα “ναι” ή ένα “όχι”/ Σκεφτείτε εάν αυτό είναι η γυναίκα/ αυτή που έχασε τ’ όνομά της/ τα μαλλιά της/ τη δύναμη να θυμάται/ κρύο το στήθος/ άδεια τα μάτια/ σα βάτραχος το χειμώνα/ Σκεφτείτε ό,τι έχει συμβεί/ τις λέξεις αυτές σας ορίζω/ /πριν κοιμηθείτε/ όταν ξυπνάτε/ επαναλάβετέ τες στα παιδιά σας»… Να ‘ξερε πως το «λίγο ψωμί» θα (ξανα)’βγαινε σύντομα κι εκτός στρατοπέδων;
Χρόνια μετά, επιζήσας του Αουσβιτς, πετυχημένος συγγραφέας, με όλον τον κόσμο στα πόδια του, θα πέσει στα νερά του Πάδου και θα πνιγεί. Κανείς ποτέ δεν επιβιώνει του Αουσβιτς. Και το Αουσβιτς (παρ’ όλη την καταφανή ιδιαιτερότητα του Ολοκαυτώματος σε σχέση με τη βιομηχανοποίηση του Θανάτου και την ταύτιση των αντιπάλων με ποντίκια) δεν έπαψε ποτέ κρυμμένο κάτω από μυριάδες ονόματα να επαναλαμβάνεται.
