Βλέποντας τους ανθρώπους αυτές τις μέρες των γιορτών του Πάσχα να ανταλλάσσουν ευχές και νέα σκεφτόμουν πως η πιο συνηθισμένη απάντηση που έδιναν στο «τι κάνεις;», στο «πώς είσαι;» ήταν το «όλα καλά!».
Ποια είναι αυτή η ανάγκη που μας κάνει να διαβεβαιώσουμε με τόσο εμφατικό τρόπο αυτούς που μας ρωτούν -και γιατί μας ρωτούν αφού κι αυτοί δεν περιμένουν άλλη απάντηση- ότι όλα είναι καλά;
Διάβασα πρόσφατα εκείνο το ιστορικό έργο του Βολτέρου «Ποίημα για την Καταστροφή της Λισαβόνας» (Πόλις) σε μετάφραση του Μίλτου Φραγκόπουλου. Μας πληροφορεί λοιπόν πως ο μεγάλος φιλόσοφος Πόουπ έλεγε ότι αυτό το «όλα είναι καλά» περιελάμβανε στην εποχή του μια ανατροπή του θεμελίου των παραδεδομένων ιδεών:
«Αν “όλα είναι καλά”, έλεγαν, τότε είναι λάθος ότι η ανθρώπινη φύση έχει εκπέσει. Αν ο γενικός κανόνας ορίζει ότι όλα πρέπει να είναι όπως είναι, τότε η ανθρώπινη φύση δεν διεφθάρη και συνεπώς δεν χρειάζεται σωτήρα…». Το «όλα είναι καλά» λοιπόν, σύμφωνα με τον Πόουπ, ήταν τότε μια «επαναστατική» απάντηση ενάντια στο θεοκρατικό καθεστώς ακόμα κι αν οι άνθρωποι δεν το καταλάβαιναν!
Ο Βολτέρος, από την άλλη, στο ποίημα αυτό ενίσταται κατά της κατάχρησης αυτού του αρχαίου αξιώματος «όλα είναι καλά» ή «όλα βαίνουν καλώς» ή πιο απλά «όλα ok!». «Υιοθετεί εκείνη την πιο παλιά αλήθεια, που αναγνωρίζεται από όλους τους ανθρώπους, ότι το κακό υπάρχει στη γη». Η φράση αυτή αποτελεί ύβριν απέναντι στα δεινά που υπομένουμε στη ζωή.
Αυτό που έκαναν οι φιλόσοφοι τον Νοέμβρη του 1755 όταν η Λισαβόνα και τόσες άλλες πόλεις καταβαραθρώνονταν ήταν να φωνάζουν στους κατοίκους: «Ολα είναι καλά, οι κληρονόμοι των νεκρών θα αυξήσουν τις περιουσίες τους, οι κτίστες θα βγάλουν λεφτά ξαναχτίζοντας σπίτια… Το συγκεκριμένο κακό που ατομικά υφίστασθε δεν είναι τίποτα, γιατί θα συμβάλετε στο γενικό καλό όλων!».
Αυτά σκέφτομαι μέρες του Πάσχα βλέποντας φίλους και γνωστούς να μετρούν τα ψιλά τους για να δουν πώς θα τη βγάλουν! «Ολα είναι καλά» θέλω να φωνάξω κι εγώ, «η λιτότητα είναι αναγκαία για το γενικό καλό!». Μα δεν λέω λέξη. Βλέποντας τα βραδινά δελτία ειδήσεων, διαβάζοντας τον Τύπο, μου έρχονται οι στίχοι του Βολτέρου:
«Αστοχοι σοφοί που λέτε ότι “όλα είναι καλά”:/Τρέξτε και δείτε αυτά τ’ απαίσια συντρίμμια,/κουρέλια, χαλάσματα και αποκαΐδια/γυναίκες, παιδιά, κορμιά, διαμελισμένα… Τι μπορεί λοιπόν το άλμα του πνεύματος το πιο υψηλό;/ Τίποτε, το βιβλίο της μοίρας για μας μένει σφαλιστό. Ο άνθρωπος ξένος στον εαυτό του, τον άνθρωπο αγνοεί:/ Ποιος είμαι, πού είμαι, πού πάω κι από ποια καταγωγή;».
Φυσικά δεν φώναξα ούτε αυτό, αντιθέτως χθες αργά το βράδυ μέτρησα πόσα «όλα καλά» είπα. Αρκετά. Και πριν κοιμηθώ παραδέχτηκα πως και αύριο μάλλον θα πω άλλα τόσα.
