Αλέξης Ηρακλείδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σήμερα, με τρία από τα ελληνικά «εθνικά θέματα» ανοικτά, ας επιχειρήσουμε μια κριτική ματιά μήπως και η Ελλάδα βγει από τον βάλτο στο οποίο έχει βρεθεί, εν μέρει και από δικές της ενέργειες και δηλώσεις.

Σε σχέση με το Κυπριακό η επί δεκαετίες ελληνική στάση ξεκινάει με το οιονεί αξίωμα ότι πρόκειται κατά βάση για ζήτημα «εισβολής και κατοχής» και υπάρχει άγνοια και λήθη για το τι υπέστησαν από τα «Ματωμένα Χριστούγεννα» του 1963 μέχρι τον Ιούνιο του 1974 οι Τουρκοκύπριοι από τους Ελληνοκύπριους. Κατά την κυρίαρχη άποψη, το Κυπριακό θα λυθεί σχεδόν περίπου αυτόματα, μόλις φύγουν όλα τα τουρκικά κατοχικά στρατεύματα.

Το μη ρεαλιστικό όνειρο μίας ενιαίας ελληνοκρατούμενης Κύπρου (με τους Τουρκοκύπριους απλή μειονότητα και όχι ισότιμη κοινότητα) σε συνδυασμό με την πεποίθηση περί τουρκικής επιθετικότητας καταλήγει στο εξής αποτέλεσμα στην όλη εξίσωση: η Τουρκία ποτέ δεν θα επιτρέψει την αποχώρηση του στρατού της από την Κύπρο και θα επιμένει στη διχοτόμηση του νησιού και στην περαιτέρω παγίωσή της. Και τι κάνουν λοιπόν γι’ αυτό η Αθήνα και η Λευκωσία, ακόμη και όταν η Αγκυρα είναι εποικοδομητική και ελαστική στο Κυπριακό (όπως επί Ντεμιρέλ το 1968-71, επί Οζάλ και επί αρχικού Ερντογάν μέχρι το 2009);

Τους πρόσφερε με τη δική της στάση τη διχοτόμηση σε ασημένιο δίσκο, όπως επί κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου, Κώστα Καραμανλή και ειδικά προσφάτως επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. («μηδέν εγγυήσεις-μηδέν στρατός»). Κοντολογίς στο Κυπριακό κινδυνεύουμε –είμαστε κυριολεκτικά στο παρά πέντε- να έχουμε μία κλασική περίπτωση δυσάρεστης αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Σε σχέση με το Αιγαίο, η εσφαλμένη ελληνική τοποθέτηση (που και αδιέξοδη είναι και κινδυνεύει να φτάσει τα πράγματα στα άκρα) συνίσταται στη θέση à la carte:

  • (α) ότι στο Αιγαίο υπάρχει μόνο μία διαφορά προς επίλυση, αυτή της υφαλοκρηπίδας, όλες οι άλλες «διαφορές» στο Αιγαίο είναι απαράδεκτες τουρκικές διεκδικήσεις και προκλήσεις, και ότι
  • (β) ο μόνος τρόπος επίλυσης στο μοναδικό αυτό θέμα είναι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Η θέση αυτή, σημειωτέον, κάνει έξαλλους τους Τούρκους. Αυτή η ελληνική τοποθέτηση λησμονεί -ή δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί- τέσσερα πράγματα που γνωρίζουν όλοι οι νηφάλιοι μελετητές της διένεξης του Αιγαίου:

  • (α) το Αιγαίο δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει «ελληνική λίμνη» σαν η Ελλάδα να κατείχε τα παράλια της Μικράς Ασίας,
  • (β) διεκδικητική στο Αιγαίο είναι και η Ελλάδα με τη συνεχή απειλή της, από το 1981 (κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου) περί επέκτασης των χωρικών υδάτων της στα 12 ν. μίλια,
  • (γ) δεν μπορεί ο ελληνικός εθνικός εναέριος χώρος να παραμείνει ως έχει εσαεί, στα 10 μίλια αντί στα 6 ν. μίλια, κάτι που είναι προδήλως αντίθετο με το διεθνές δίκαιο,
  • (δ) το τουρκικό νομικό οπλοστάσιο στα θέματα του Αιγαίου, το οποίο η Αθήνα παραδοσιακά υποτιμάει, είναι καλά θεμελιωμένο σε όλα ανεξαιρέτως τα θέματα του Αιγαίου (ακόμη και στο πιο αδύνατο σημείο της, τα Ιμια) και δεν υστερεί διόλου από την ελληνική νομική επιχειρηματολογία.

Και έρχομαι στο Μακεδονικό, μια και κινδυνεύουμε να χάσουμε μια μοναδική ευκαιρία επίλυσης με ελληνική ευθύνη.

Πρώτον, έχει επικρατήσει η χείριστη μικροπολιτική από πλευράς αξιωματικής αντιπολίτευσης (δεν παίρνω θέση για να μη διχάσω τους Ελληνες ή το ψεύδος ότι στο Βουκουρέστι η σύνθετη ονομασία δεν σήμαινε συμπερίληψη του όρου Μακεδονία!), ενώ όλες οι ηγεσίες της Ν.Δ., από τον Κώστα Καραμανλή και μετά είχαν δηλώσει (και δημοσίως, από το βήμα της Βουλής) ότι θα δέχονταν μία σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις.

Δεύτερον, η κυβέρνηση από την πλευρά της δεν χειρίστηκε το θέμα στο εσωτερικό μέτωπο όπως θα έπρεπε. Δεν μπήκε καν στο κόπο να ενημερώσει την αντιπολίτευση και να της ζητήσει τη συνδρομή της στην επίλυση αυτού του ευαίσθητου εθνικού θέματος.

Τρίτον, η όποια σύνθετη ονομασία θα πρέπει να είναι της επιλογής των Σκοπίων, όχι της Αθήνας, μια και θα κληθούν να κάνουν την τεράστια θυσία να αλλάξουν την εθνική τους ταυτότητα μετά από 75 χρόνια. Τέταρτον, αν η Αθήνα ολιγωρήσει στην επίλυση ή τον προσεχή Ιούνιο, προ του φόβου του πολιτικού κόστους, θέσει βέτο στην είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, η Ελλάδα θα εκτεθεί ανεπανόρθωτα.

* καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας του βιβλίου «Εθνικά θέματα και εθνοκεντρισμός: μία κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική», το οποίο κυκλοφορεί προσεχώς.