ΒΕΡΟΛΙΝΟ Berlinale 2018
Το φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου, μετά το άνοιγμά του με το «Isle of dogs» του Γουές Αντερσον, αποδεικνύεται φτωχό σε glam. Λίγο πρόλαβαν να χαρούν οι φωτογράφοι με τον Ρόμπερτ Πάτινσον στην πρεμιέρα του «Damsel», ενός φεμινιστικού νεο-γουέστερν που καταλήγει σε κωμική σαχλαμάρα. Λίγο με την Ιζαμπέλ Ιπέρ, στην επίσημη προβολή του «Eva» του Μπενουά Ζακό, ενός νεο-νουάρ που, δυστυχώς, αφήνει τη συναρπαστική πρωταγωνίστριά του ανεκμετάλλευτη.
Λίγο με τη Χάνα Σιγκούλα (σε δεύτερο ρόλο στην «Προσευχή» του Σεντρίκ Καν), επειδή δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι δεν συντάσσεται με το κίνημα #metoo εναντίον της σεξουαλικής παρενόχλησης κι ότι την πρώτη μέρα γυρίσματος της καριέρας της, ο Φασμπίντερ τής είχε δώσει μια σφαλιάρα και της είχε πει ότι θα χρειαστεί ν’ αντέξει.
«Ξέρω ότι αυτά τα περιστατικά είναι ταμπού σήμερα,» είπε η Σιγκούλα, «αλλά το πραγματικό πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι ότι δεν αγγιζόμαστε αρκετά», προσθέτοντας μια άχρηστη φιτιλιά στο ζήτημα κι αποδεικνύοντας ότι δεν χρειάζεται όλοι να μιλάνε για όλα.

Αντίθετα, στις ταινίες του επίσημου προγράμματος συναντά κανείς ιδιαίτερη ωριμότητα στον τρόπο που οι δημιουργοί προσεγγίζουν τα γνώριμα ζητήματα της δικής μας εποχής, από τη διαφορετικότητα και τη μοναξιά μέχρι το προσφυγικό ή την οικονομική κρίση στην Ευρώπη. Σαν, με την παρατεταμένη ζωή αυτών των προβλημάτων, οι σκηνοθέτες να ηρέμησαν, να ωρίμασαν και να βρήκαν πιο ενδιαφέροντες τρόπους να τα εκφράσουν.
■ Από την Παραγουάη ήρθε το ντεμπούτο του Μαρτσέλο Μαρτινέσι «Οι κληρονόμοι», μια ιδιαίτερα ευαίσθητη, διαπεραστική ματιά στη γυναίκα του ’60, μέσα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει βίαια τα δεδομένα του. Οι ηρωίδες του, η Τσέλα και η Τσικίτα, ζευγάρι από δεκαετίες, απόγονοι της άρχουσας τάξης της Παραγουάης, χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Τα χρέη τους στο κράτος αντιμετωπίζονται ως κακούργημα και η Τσικίτα πηγαίνει φυλακή για δύο μήνες. Την ίδια ώρα, η Τσέλα, ώς τώρα προστατευμένη και ασφαλής στο υπέροχο, τεράστιο σπίτι της με το απαλό φως της νοσταλγίας, ξεκινά να ξεπουλά σερβίτσια και κρυστάλλινα ποτήρια, να δουλεύει ως σοφέρ, παρότι το δίπλωμά της δεν έχει ανανεωθεί, να πειραματίζεται με μια «απόδραση» από τη δική της φυλακή, ένα πάλαι ποτέ χρυσό κλουβί που σήμερα έχει γίνει σκόνη. Συνδέοντας την παράδοση της ζεστασιάς και του ανθρωποκεντρισμού του σινεμά της Λατινικής Αμερικής με μια σκληρή ματιά στο σήμερα, ο Μαρτινέσι κάνει μια κομψή και ώριμη ταινία που θα χαρούμε αν βρεθεί στα βραβεία.

■ Ο Κρίστιαν Πέτσολντ, ο Γερμανός σκηνοθέτης ταινιών όπως οι «Barbara» και «Το τραγούδι του φοίνικα», βετεράνος της Berlinale, παρουσίασε φέτος ίσως την πιο ιδιαίτερη, εγκεφαλικά τολμηρή ταινία της καριέρας του. Με τον τίτλο «Transit», ο Πέτσολντ διασκευάζει το μυθιστόρημα της Ανα Σέγκερς του 1942, που αναφερόταν σε μετανάστες στην εμπόλεμη Γαλλία που αγωνιούν να βγάλουν βίζες για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Ο Πέτσολντ, ωστόσο, μεταφέρει την ταινία του σ’ ένα φανταστικό (αλλά όχι και τόσο) παρόν, όπου οι Γερμανοί έχουν κατακτήσει τη Γαλλία και οι αντιφρονούντες προσπαθούν να επιβιώσουν στη Μασσαλία, να γλιτώσουν από τις τακτικές εφόδους της αστυνομίας και να πάρουν μια άδεια ταξιδιού για το Μεξικό.
Η ταύτιση, στις ίδιες σεκάνς, του μύθου μιας «Καζαμπλάνκα», με τη γνώση της ναζιστικής κατοχής στην Ευρώπη του ’40 και το βίωμα του προσφυγικού στο σήμερα, συνθέτει μια ιδιοσυγκρασιακή, γοητευτική, έντονα πολιτική ταινία που κατά στιγμές κόβει την ανάσα με την τραγικότητά της. «Ολο αυτό είναι ένα σχόλιο στο εδώ και το τώρα του παρελθόντος» δήλωσε ο Πέτσολντ. «Αποφασίσαμε η ταινία να κλείνει με το “Road to nowhere”, το τραγούδι των Talking Heads του 1985.
»Το άκουσα όσο γυρίζαμε την ταινία στη Μασσαλία και σκέφτηκα, αυτό είναι, ακούγεται σαν γκόσπελ, σαν προσευχή. Γιατί πιστεύω ότι και στην ταινία κρύβεται μεγάλη παρηγοριά. Βάλαμε το τραγούδι δυνατά, ν’ ακούγεται σ’ ολόκληρο το λιμάνι και αποφασίσαμε ότι αυτό είναι το τραγούδι μας, ένας δρόμος για το πουθενά».

■ Με το προσφυγικό καταπιάνεται και ο Βραζιλιάνος Καρίμ Αϊνούζ στο «Central Airport THF», ένα αλλιώτικο ντοκιμαντέρ. Ο Αϊνούζ παρατηρεί, στη διάρκεια λίγων μηνών, ενός «κύκλου», το παλιό, κλειστό πια αεροδρόμιο του Βερολίνου που είχε κατασκευάσει ο Αλμπερτ Σπέερ, ο αρχιτέκτονας του Χίτλερ, και σήμερα, αντί για ταξιδιώτες σε λαμπερά διεθνή ταξίδια, φιλοξενεί διερχόμενους πρόσφυγες που περιμένουν να κάνουν αίτηση ασύλου, σ’ ένα μετέωρο σημείο μεταξύ πολέμου, θανάτου, κοινοβίου, γραφειοκρατίας και μιας αφηρημένης Γης της Επαγγελίας που περιμένει στην άλλη άκρη της διαδρομής.
Ο Αϊνούζ κάνει μια ταινία ρεαλιστική και χαμηλών τόνων, αλλά γι’ αυτό και πιο φιλοσοφική. Η μαγεία της περικλείεται στις παράλληλες ανάπαυλες των προσφύγων που κάνουν ένα τσιγάρο στους σε αχρηστία αεροδιάδρομους και των οικογενειών Γερμανών που λίγα μέτρα πιο κει περνούν το Σαββατοκύριακό τους με ποδήλατα ή περιπάτους στον ανοιχτό χώρο του αεροδρομίου που πια έχει γίνει πάρκο.
Ο Αϊνούζ δεν αποτυπώνει τη θάλασσα, τις παραλίες των ελληνικών νησιών, τα σωσίβια. Αποτυπώνει την αναμονή, στο μεταίχμιο της λύσης και της τραγωδίας.

■ Πολύ μακριά από την τραυματισμένη Ευρώπη, στο Ρίο ντε Ζανέιρο, περιπλανήθηκε η Ευαγγελία Κρανιώτη του «Erotica, Exotica, Etc.», για τη νέα της ταινία που προβλήθηκε στο Πανόραμα της Berlinale, ένα φιλμ που εξερευνά μια άλλου είδους μεταμόρφωση της ταυτότητας του δικού μας κόσμου.
Το ντοκιμαντέρ επικεντρώνεται στη Λουάνα Μουνίζ, τη διάσημη τρανσέξουαλ που πέθανε λίγο πριν τελειώσει η ταινία. «Το Ρίο ντε Ζανέιρο είναι μια φάμπρικα που κατασκευάζει όνειρα ή εφιάλτες και σε αυτά τα όνειρα κάποιοι χάνονται και άλλοι βρίσκουν τον εαυτό τους», ακούμε τη Μουνίζ να λέει στην ταινία, μιλώντας για το ίδιο μεταίχμιο, μιας διαφορετικής ζωής.
Μπορεί αφηγηματικά η ταινία της Κρανιώτη να μην ενδιαφέρεται να φτάσει στο βάθος των ηρώων της, αλλά το εικαστικό της επίτευγμα, ακόμα πιο πλούσιο, δημιουργικό, φαντασμαγορικό από εκείνο της πρώτης ταινίας της, επιβεβαιώνει τις δυνατότητες μιας σκηνοθέτριας που μπορεί, στα πλάνα της, να παγιδεύει τη φαντασία και να την κάνει ιστορία.
