Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

μαζί εσύ κι εσύ

Δ. Δημητριάδης, Κηδεύω

Η σοδομιτική πράξη με τα μάτια, η «βλεμμάτωση», πιο επικίνδυνη για τους κανόνες του είδους από τη σωματική διείσδυση, είναι το «σημείο-κλειδί» και του πέμπτου τόμου της «Ανθρωπωδίας» (εκδ. Σμίλη, 2016) του Δημήτρη Δημητριάδη, όπως προφητικά ανακοινώνεται «στον πρώτο αιώνα της χιλιετίας της, όταν ο ουρανός θα είναι στην Πτώση».

Για να την προσεγγίσει ο αναγνώστης και να συνεχίσει συν-γράφοντας το σπουδαίο αυτό κείμενο, πρέπει να συμπληρώσει ένα «Δελτίο συμμετοχής» ώστε -«ας μη γελιόμαστε και ας μη φοβόμαστε την κυριολεξία»- να εξέλθει από «το πνευματικό σκοτάδι», διότι αυτό είναι το νόημα της συμμετοχής: η Εξοδος!

Εξοδος και συγχρόνως Συν-γραφή ενός «παγκόσμιου έργου, κοινής ωφελείας, γιατί όχι κοινής σωτηρίας, όπου ο καθένας θα έχει τη δική του θέση εξασφαλισμένη» (Στην Κόλαση!). Προηγουμένως όμως απαιτείται βλεμμάτωση, όταν όλος ο αναγνώστης έχει περάσει στον συγγραφέα από την ωραία πύλη των ματιών και όχι από την ακάθαρτη έδρα (των ευπώλητων βιβλίων).

Ο αναγνώστης όμως με τον τρόπο αυτό περνάει και στον εαυτό του αναγνωρίζοντας στο Σώμα εκείνη την πλατωνική αναφορά του Σεφέρη στο «Μυθιστόρημα» -που αφορά όμως την ψυχή. Οπότε: «Και σώμα, εί μέλλει γνώσεσθαι αυτό / εις σώμα αυτώ βλεπτέον» .

Ο αναγνώστης επιπλέον θέτει στον εαυτό του το ερώτημα του Χάρολντ Μπλουμ στον «Δυτικό Κανόνα» του: «Τι θα πρέπει να διαβάσει ο άνθρωπος που ακόμη επιθυμεί να διαβάσει, τόσο αργά μέσα στον ιστορικό χρόνο;»

Δεν πρόκειται όμως να εξηγήσω περισσότερο περί τίνος πρόκειται . Ούτε ότι οι «προσομοιώσεις» του Δημητριάδη δεν διαφέρουν από την αιώνια επιστροφή του ίδιου σ’ εκείνον τον αποφασισμένο αντιπλατωνισμό του Ντελέζ.

Ελπίζω μόνο -«επειδή δεν ήθελα να μην ελπίζω, διότι δεν έχω την ωριμότητα να μην ελπίζω»- ελπίζω, λοιπόν, να μου δοθεί η χάρη να παρεισφρήσω στο αδιανόητο αυτό έργο σαν ένα «ζωντανό νόμισμα» που με δικαιολογεί όσο και με ανατρέπει.

Να βοηθήσω δηλαδή στη «συν-αλλαγή» συγγραφέα-αναγνώστη. Γιατί πώς μπορεί ο αναγνώστης να εκπληρώσει τη λειτουργία του νομίσματος παρά δημιουργώντας για τον εαυτό του μιαν αξία εξαρχής ίση προς το προϊόν της εργασίας του συγγραφέα;

Απαντώ -με τη συντομία που μου επιβάλλουν οι τετρακόσιες λέξεις στην εφημερίδα- όταν για μένα γίνει ο άλλος «ζωντανό νόμισμα» για την επιθυμία και την αξία. Ο άλλος σε μια γενική οικονομία που στηρίζεται στη δαπάνη και την καταστροφή.

Ας μου επιτραπεί να την αποκαλέσω φιλία προς εκείνον που δεν με συντρόφευσε, διότι η ανθρωπωδία του το θεωρεί περιττό αλλά και γιατί, εξαιτίας της, μας ενώνει ό,τι μας χωρίζει, ό,τι αυθεντικά συσχετίζει τη γραφή με την άβυσσο στην οποία στηρίζεται η ανθρώπινη-πολύ ανθρώπινη σχέση μας.