Το 1947 ο Τενεσί Ουίλιαμς γράφει το Λεωφορείο ο Πόθος, όπου η Μπλανς αναγκάζεται να πουλήσει το κτήμα στο Belle Rêve (Ωραίο Όνειρο) και να αποδεχτεί μέχρι τρέλας μια σκληρή πραγματικότητα. Από τότε για τους θεατρόφιλους όλου του κόσμου το Belle Rêve μετατρέπεται σε μυθικό τόπο από τον οποίο όταν φύγεις δεν μπορείς να επιστρέψεις, γιατί παύει να υπάρχει. Γίνεται ουτοπία, που δεν μπορεί κανείς να κατοικήσει. Ο Τενεσί Ουίλιαμς είχε μια σαφή άποψη για το κλίμα που θα πρέπει να έχουν εισπράξει οι θεατές όταν θα έχει τελειώσει η παράσταση. Γράφει στον Ελία Καζάν: «Είναι επόμενο ένα έργο σαν αυτό να έχει ως βασικό θέµα εκείνο της κατανόησης, της ανθρώπινης επικοινωνίας. Πρόκειται για μια τραγωδία µε τον κλασικό στόχο να φέρει μια κάθαρση, προκαλώντας το έλεος και τον φόβο του θεατή. (…) Στο τέλος ο θεατής πρέπει να πει: ‘‘Αν γνώριζαν ο ένας για τον άλλον…”».
Belle Rêve ήταν ο τίτλος της τελευταίας παράστασης της Νατάσας Μποφίλιου, που επιμελήθηκαν ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος και ο Θέμης Καραμουρατίδης. Και οι τρεις προέρχονται από μια γενιά που μεγάλωσε με μύθους και μυθολογίες ενδεδυμένες, όχι τόσο με κοινωνικές διεκδικήσεις ή εθνικές ήττες, αλλά με το βελούδινο ύφασμα των προσωπικών εξομολογήσεων. Η επιλογή αυτού του ουτότοπου ως τίτλος στην παράσταση δένει απόλυτα με τις διαθέσεις των συντελεστών της σε όλες τις δουλειές τους. Η νοσταλγία κυριαρχεί σε πολλές στιγμές των δίσκων τους, κερδίζοντας μια γενιά – τη γενιά τους –, που στην πραγματικότητα δεν πρόλαβε να αποκτήσει κάτι με τα χέρια της, ώστε να το νοσταλγήσει, παρά μόνο κάποιο προσωπικό belle rêve.
Κατά την ελληνική κρίση αρκετοί αναζητούσαν τους καλλιτέχνες που θα μιλήσουν ή θα εκφράσουν την αγανάκτηση μέσα από την τέχνη τους. Στην πραγματικότητα αυτό συνέβη επιτυχημένα ελάχιστες φορές, και σε καμία περίπτωση εκτεταμένα.
Σε μια άλλη δύσκολη συγκυρία για τον τόπο είχε ειπωθεί πως ο Μεγάλος Ερωτικός ίσως να ήταν η μεγαλύτερη πράξη αντίστασης στην ελληνική Τέχνη κατά την Δικτατορία. Όσοι ενστερνίζονται την άποψη αυτή, αποδέχονται πως η ομορφιά από μόνη της είναι μια πράξη αντίστασης, ή, αλλιώς, η αισθητική θα σώσει τον κόσμο.
Τηρουμένων όλων των αναλογιών, η Μποφίλιου, ο Ευαγγελάτος και ο Καραμουρατίδης, άρχισαν να γίνονται γνωστοί ακριβώς πάνω στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, και καθ’ όλη τη διάρκειά της φάνηκε να κοπιάζουν για το αισθητικό αποτέλεσμα της εργασίας τους σαν να ήταν η μεγαλύτερη διακύβευση που δεν έπρεπε να χαθεί μέσα στον πολιτικό και κοινωνικό ορυμαγδό των εξελίξεων. Οι δουλειές τους ήταν πάντοτε προσεγμένες και πάντοτε, πάνω και πέρα από την συγκυρία, επέμεναν να συνομιλούν ανοιχτά με τους μύθους τους, και ως συνήθως οι μύθοι έρχονται από πολύ μακριά, όχι με τη μορφή της εμπειρίας, αλλά με τη μορφή της Μούσας.
Η εξιστόρηση ιδιωτικών στιγμών με μεγάλες δόσεις μελαγχολίας και νοσταλγίας μέσα από τα τραγούδια, με υψηλό αίσθημα ευθύνης ως προς την αισθητική, φαίνεται ότι επί χρόνια, κάπου στα κρυφά, μακριά από τα πρώτα θέματα των media, συντρόφευσε, παρηγόρησε και εξέφρασε μια γενιά που έβλεπε τη ζωή της να περνά και να μην «γνωρίζει ο ένας για τον άλλον». Μια γενιά που είχε ανάγκη την κατανόηση, την ανθρώπινη επικοινωνία μπλεγμένη στα καλώδια του διαδικτύου και τις αιφνιδιαστικές κοινωνικές αναταράξεις, για τις οποίες τίποτα δεν την είχε προετοιμάσει. Μια γενιά που είδε την ασχήμια του φασισμού να κερδίζει έδαφος και τον φόβο του ξένου να απειλεί να γίνει καθεστώς. Κι αυτό συμβαίνει, ακόμα χειρότερα, για τη γενιά που έρχεται πίσω και που δεν μπορεί να συγκρίνει εμπειρικά, που δεν έχει δικές της μνήμες σταθερότητας ή ευμάρειας, που κυοφορήθηκε σε σεισμικές δονήσεις.
Από μια άποψη υπάρχει το παράδοξο πως οι σεισμικές αυτές δονήσεις δεν καταγράφονται στην νέα πολιτιστική πρόταση που κομίζουν οι συντελεστές της παράστασης Belle Rêve, όταν κάθε άλλο παρά αδιάφορους θα μπορούσε κανείς να τους χαρακτηρίσει παρακολουθώντας τις συνεντεύξεις τους (ο Καραμουρατίδης έχει πει ότι θα ήθελε να είχε γράψει το Μάνα Μου Ελλάς του Ξαρχάκου, κατά μίαν έννοια ένα ελληνικό Belle Rêve). Ωστόσο, δύσκολα θα βρει κανείς κάποιον άλλον στην Αθήνα που να μη δημιουργεί ένα σαχλό θέαμα, αλλά ένα θέαμα απαιτήσεων, και που την ίδια στιγμή ο μέσος όρος ηλικίας να είναι ενθαρρυντικά τόσο χαμηλός. Και όλοι όσοι πάνε εκεί από τους σαράντα και κάτω, ξέρουν τα λόγια των τραγουδιών και στο τέλος χειροκροτούν όρθιοι από ενθουσιασμό. Εκτυλίσσονται σκηνές που έχουμε να δούμε από τότε που εμφανίστηκαν οι βετεράνοι πια, Μάλαμας, Ιωαννίδης, Θ. Παπακωνσταντίνου – μόνο που εκείνοι είχαν μια «βρωμιά» στις εμφανίσεις και στους δίσκους τους.
Κι αυτή η «βρωμιά» είναι μια διαιρετική τομή. Οι τρεις προαναφερθέντες, πενηντάρηδες σήμερα, είχαν την άμεση επιρροή της μνήμης της προηγούμενης γενιάς, γιατί ήταν πνευματικοί απόγονοι των παιδιών της ξενιτιάς, του Πολυτεχνείου, της Μεταπολίτευσης, της επιστράτευσης του ’74. Έζησαν τον Καζαντζίδη, τον Γαβαλά, τον Μίκη ως ζώσα καλλιτεχνική ιστορία. Αναφέρονταν σε αυτούς. Είχαν την ανάγκη ή την υποχρέωση να αναφέρονται. Η ζωή όμως προχωρά και η μνήμη, η άμεση εξιστόρηση, γίνεται δευτερεύουσα γνώση, που είναι άλλο πράγμα. Το παρόν, δε, καθυστερεί να αφομοιωθεί από την Τέχνη, γιατί η Τέχνη δεν έχει λόγους να βιάζεται.
Στα όσα κάνει η Μποφίλιου με τον Ευαγγελάτο και τον Καραμουρατίδη, πάντοτε υπάρχει μια «πολιτική ορθότητα» (ίσως, καλύτερα, μια «καθαρότητα») που θα έλεγε κανείς ότι είναι κόντρα στην εποχή, στη μετά Χατζιδάκι εποχή. Σαν να νοσταλγεί την ευμάρεια, όχι να θρηνεί την καταστροφή. Τραγουδά για την απώλεια του Belle Rêve. Οι τρεις τους ίσως έτσι και να επιβλήθηκαν: ως να αναπολούν μια ιλουστρασιόν εποχή στον απόηχο όλων των γόνιμων και στείρων στοιχείων της. «Μεγάλωνα στην τσέπη του πατέρα μου / δεμένη μ’ αλυσίδα στα κλειδιά του / με τ’ όνομα, τ’ αμάξι και τα σπίτια του / και μ’ όλα τα μεγάλα όνειρα του», γράφει εξαίσια ο Ευαγγελάτος σε έναν τραγούδι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως η προγραμματική συμφωνία με το κοινό που τους ανακαλύπτει σιγά σιγά.
Στις παραστάσεις του Belle Rêve η ιδιωτικότητα βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Η πρωταγωνίστρια είναι μια ανώνυμη γυναικεία μορφή μέσα στην πόλη. Όσο ανώνυμη, βέβαια, επιτρέπει να είναι η γνώριμη εκρηκτική παρουσία της Μποφίλιου στη σκηνή. Διότι με αυτό το πλάσμα επί σκηνής φαίνεται να είναι μια δύσκολη υπόθεση οι αποστάσεις. Πετάει το δίχτυ με τις λαμπερές νότες της φωνής της, που τους μαζεύει όλους κοντά της.
Έτσι γίνεται η έκφραση των νέων που πάνε να την ακούσουν, οι οποίοι ξεκίνησαν να τρέξουν κατοστάρι σε έναν δρόμο με αγκάθια και που όμως δεν έτρεξαν όπως θα ήθελαν, αφού έτσι ήρθαν τα πράγματα. Και τραγουδούν κι αυτοί το Belle Rêve. Η ώσμωση των ιδιωτικών αφηγήσεων και των αισθητικών αναζητήσεων από τους συντελεστές, έτσι κι αλλιώς δημιουργεί μια συλλογικότητα (εξού και τα sold out). Έχει βρεθεί επαφή με ένα πλατύ κοινό νέων ανθρώπων που δεν το έχουν πιάσει τα ραντάρ πολλών καταξιωμένων. Κι αυτό αποτυπώθηκε καθαρά στην μουσική παράσταση και αναγνωρίστηκε δεόντως, τουλάχιστον απ’ τους «δικούς» τους.
Υ.Γ. Όταν ολοκληρώθηκε η παράσταση υπήρξε μια αίσθηση χαράς ότι κάπου το Belle Rêve μπορεί να κατοικηθεί και πάλι. Φάνηκε η δυνατότητα να έρθει και μια άλλη εποχή, που θα «γνωρίζουν ο ένας για τον άλλον».
