Δύο εβδομάδες πριν να στηθούν οι κάλπες, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια τι ακριβώς θα συμβεί στις ιταλικές βουλευτικές εκλογές.
Η δεξιά συμμαχία (με μεγάλη δόση ξενοφοβίας και έντονο φλερτ με την άκρα Δεξιά) συνεχίζει να διατηρεί προβάδισμα, αλλά δεν εξασφαλίζει έως τώρα την απόλυτη πλειοψηφία.
Στα περισσότερα γκάλοπ (τα οποία, πλέον, δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν), η διαφορά των δύο παρατάξεων είναι περίπου δέκα μονάδες: 37% υπέρ του Μπερλουσκόνι, της Λέγκα και των Αδελφών της Ιταλίας, και 27% για τους Δημοκρατικούς, τους κεντρώους συμμάχους τους και τους ριζοσπάστες.
Τα Πέντε Αστέρια, εκτός κάθε συμμαχίας, συγκεντρώνουν το 27,5%. Είναι πρώτη δύναμη και ελπίζουν ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα, θα τους αναθέσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Εκ των πραγμάτων, όμως, θα είναι δύσκολο να καταφέρουν να εξασφαλίσουν το μίνιμουμ των τριακοσίων δεκαέξι ψήφων στη Βουλή και εκατόν πενήντα οκτώ στη Γερουσία, ώστε να λάβουν το «ελεύθερο» και να κυβερνήσουν τη χώρα.
Για να είμαστε σαφείς και ειλικρινείς, είναι πασιφανές ότι, τις τελευταίες ημέρες, όλοι όσοι θεωρούν το κίνημα του Γκρίλο «αντισυστημικό» (και άρα επικίνδυνο), κάνουν ό,τι μπορούν για να το παρεμποδίσουν.
Πρώτα είχαμε τις αποκαλύψεις του τηλεοπτικού ομίλου Μπερλουσκόνι σχετικά με περίπου δέκα βουλευτές και γερουσιαστές των «πεντάστερων», οι οποίοι δεν έδωσαν όλο το ποσό που είχαν δεσμευθεί να καταβάλουν (από τον μισθό τους) υπέρ των νέων επιχειρήσεων.
Αμέσως μετά, τηλεοπτική εκπομπή -πάντα του ομίλου Μπερλουσκόνι- πρόσθεσε ότι τρεις υποψήφιοι του κινήματος ήταν γραμμένοι στη μασονία και άρα, σύμφωνα με το καταστατικό των Πέντε Αστέρων, δεν μπορούν να διεκδικήσουν έδρα στο Κοινοβούλιο.
Και ως τελευταία «αποκάλυψη» (τουλάχιστον προς το παρόν) ήλθε άρθρο της «Corriere della Sera», η οποία μας πληροφόρησε ότι ένας άλλος υποψήφιος του ίδιου κινήματος (ο πλοίαρχος Γκρεγκόριο Ντε Φάλκο, ήρωας του ναυαγίου του πλοίου Costa Concordia), φέρεται πρόσφατα να χειροδίκησε κατά της κόρης και της γυναίκας του.
Πέρα από το βάρος του κάθε γεγονότος, πρέπει να σημειωθεί ότι ανάλογος «δημοσιογραφικός ζήλος» δεν επιδεικνύεται ούτε σε ό,τι αφορά τα προβλήματα της Δεξιάς, αλλά ούτε και της Κεντροαριστεράς.
Και αυτή η δύναμη πυρός δεν είναι καν βέβαιο πού ακριβώς θα οδηγήσει. Διότι, προς το παρόν, τα Πέντε Αστέρια δεν υπέστησαν απώλειες στις δημοσκοπήσεις.
Σε ό,τι αφορά τις «παραδοσιακές» πολιτικές δυνάμεις, τόσο το Δημοκρατικό Κόμμα όσο και η Φόρτσα Ιτάλια προσπαθούν να καθησυχάσουν τους Ιταλούς και ιδίως τη μέση αστική τάξη.
Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι επαναλαμβάνει ότι, αν κυβερνήσει το κόμμα του, θα υιοθετήσει μία και μόνο φορολογική κλίμακα, στο 23%, και ότι αυτό «θα ευνοήσει σημαντικά τους πολίτες με χαμηλό εισόδημα».
Ξεχνά να μας πει, βέβαια, ότι θα ευνοήσει ακόμη περισσότερο τους ζάπλουτους επιχειρηματίες σαν και αυτόν. Παράλληλα, ο «πρώην καβαλιέρε» συνεχίζει να παρουσιάζεται ως ο μόνος εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στην Ιταλία και υπόσχεται ότι θα κρατήσει «υπό έλεγχο» την ξενοφοβική Λέγκα και τα ακροδεξιά Αδέλφια της Ιταλίας.
Οσο για την Κεντροαριστερά, ο πρωθυπουργός Πάολο Τζεντιλόνι έκανε γνωστό, χθες βράδυ, ότι οι ηλικιωμένοι πολίτες άνω των εβδομήντα πέντε ετών, με ετήσιο εισόδημα που δεν ξεπερνά τις οκτώ χιλιάδες ευρώ, δεν θα πληρώνουν πλέον το τέλος υπέρ της δημόσιας τηλεόρασης Rai. Ενα μέτρο «κοινωνικής ευαισθησίας», το οποίο εξήρε και η ίδια η διοίκηση της Rai, αλλά που συγχρόνως «μυρίζει» προεκλογική καμπάνια.
Περιμένουμε να δούμε, βέβαια, αν κεντροδεξιά και κεντροαριστερά θα επισημοποιήσουν μετεκλογικά μια ακόμη κυβερνητική συμβίωση, προς αποφυγή (όπως αναμένεται να δηλώσουν) του «πεντάστερου, απρόβλεπτου κινδύνου».
