Είμαστε αυτό που υποκρινόμαστε ότι είμαστε και, άρα, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε αυτό που υποκρινόμαστε ότι είμαστε, είχε πει ένας Αμερικανός συγγραφέας (ο Κερτ Βόνεγκατ). Εστιάζοντας μόνον στη συμπτωματολογία των πρόσφατων ημερών, είναι έκδηλα τα στοιχεία της παθογένειας: χαμηλή ουσία, αυτοεξευτελισμός των επωνύμων, ανυπαρξία ηρωικότητας, πολυπαραγοντισμός και πολυερμηνεία του λαϊκού γεγονότος.
Το συλλαλητήριο όπως φούσκωσε ως πατριωτικό καθήκον, ξεφούσκωσε στους καναπέδες της απογευματινής Κυριακής με ελάχιστα αποτελέσματα. Ακολούθησαν οι απαραίτητες αριθμητικές ερμηνείες που απίσχνασαν οποιοδήποτε πολιτικό συμπέρασμα και διαπραγματευτικό φορτίο. Οι υπερεθνικιστικές απόψεις των νομιμοποιητών του συλλαλητηρίου και η απελπισία του αντικυβερνητισμού των γνωστών μέσων ενημέρωσης συνεχίζεται ως πολιτική και ως οικεία εκδοχή του συντηρητικού-δεξιού λαϊκισμού. Τα απότοκα αυτής της πολιτικής επίσης γνωστά: απουσία εθνικής πολιτικής όχι μόνον στο θέμα των Σκοπίων, αλλά σε οποιοδήποτε μείζον θέμα.
Η έμμονη άγνοια των βασικών αρχών ενός στοιχειώδους συλλογικού ορθολογισμού (π.χ. της άμεσης επίλυσης του Σκοπιανού) ως κάτι περισσότερο από το άθροισμα των ατομικών ορθολογικών σχεδίων, διατηρείται επειδή οι πατριώτες, ως νεόκοποι «Καπετάν ένας» σιτίζονται από την κατάσταση δίχως να είναι διατεθειμένοι να επωμιστούν οποιοδήποτε κόστος θα συνεπαγόταν μια έξοδος από αυτήν. Προτιμούν «λύσεις» που, κατ’ ευφημισμόν, είναι γνωστές και ως «αδιέξοδα».
Αλλά το αδιέξοδο θα μπορούσε να περιγραφεί ως κατάσταση στην οποία όλοι έχουν σταθμεύσει τα αυτοκίνητά τους εμπρός από τις πιθανές εξόδους ή εισόδους μιας περιοχής και δεν τα μετακινούν γιατί φοβούνται ότι δεν θα βρουν νέα θέση στάθμευσης. Κανείς, άνθρωπος, ιδέα, πράγμα δεν μπορεί να μπει και κανείς άνθρωπος, ιδέα, πράγμα δεν μπορεί να βγει από την κατάσταση απελπισίας και καχυποψίας.
Είναι αυτό που ο Τομάζι ντι Λαμπεντούζα ονόμασε «υπερβολική στενότητα του πνεύματος», ο Χέγκελ το είπε «μιντιακή αχυρολογία» και ο Μπατάιγ «σκανδαλώδες προϊόν της ακρωτηριασμένης σκέψης». Αυτή τη σκέψη ο Χομπς την παρομοίασε με το πάθημα των πουλιών που, αφού μπουν από την καμινάδα και εγκλωβιστούν μέσα σε ένα δωμάτιο, φτεροκοπούν μπροστά στο φως ενός κλειστού παραθύρου γιατί δεν έχουν τη νοητική δυνατότητα να δουν από ποιο δρόμο μπήκαν μέσα.
Κάποτε η έννοια πατριώτης είχε θετικό πρόσημο. Μαζί με ένα στοιχείο αυταπάρνησης και ηρωισμού, σήμαινε τον ευαίσθητο και κυρίως τον δημοκρατικό πολίτη. Ο πατριώτης πλάι σε νεοναζί, σε θυμιατά, σε σαραντάρηδες «μακεδονομάχους» και συνταξιούχους ένστολους δεν είναι πατριώτης, αλλά καταναλωτής σε παραμάγαζο που παράγει και πουλάει εθνικισμό.
Γιατί νικάει ο λαϊκισμός; Γιατί αυτό που εμφανίζεται ως λαϊκό και αφτιασίδωτο είναι όχημα και εκ των προτέρων υπονομευμένο∙ ήδη πουλημένο σε αγορά που υπολογίζει με πατριωτόμετρο τον εθνικισμό που όταν είναι δικός μας είναι δίκαιος και καλός, αλλά όταν είναι των άλλων είναι κακός και αλυτρωτικός.
Νικάει, γιατί εμφανίζεται τάχα να γράφει ιστορία, ενώ είναι μια θλιβερή επανάληψη της ίδιας ιστορίας. Το ίδιο το πολιτικό σύστημα και κυρίως το προσωπικό των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα για δεκαετίες –με το που ήρθαν τα δύσκολα– αφενός έσπευσε να πουλήσει την ανικανότητά του στον πρώτο μειοδότη και αφετέρου να ενοχοποιήσει το ίδιο του το τερατογέννημα δείχνοντας ως υπεύθυνους τα θύματά του. Σήμερα, τα αφήνει στο έλεος του φασισμού ο οποίος ανακάμπτει, ισχυροποιείται και νομιμοποιείται με δαπάνες του κράτους.
Αυτή η δράκα του πολιτικού συστήματος δεν έθιξε τίποτα και καμία από τις δομές του γνώριμου ελληνικού κράτους που, από τον 19ο αιώνα, ισχυροποιήθηκαν άρρηκτα συνδεδεμένες με στρεβλώσεις, με σύνθετα φορολογικά συστήματα, αντιαναπτυξιακές αναδιανομές, ημετερικό φαγοπότι και, μάλλον, με μια διοικητική κουλτούρα που, στηρίζοντας και νομιμοποιώντας τους συμποσιαστές πάτρωνές της, αντιμετώπιζε τους συνομιλητές της περισσότερο ως υποτελείς παρά ως πολίτες.
Σίγουρα, σε τοπία πολιτικής σήψης με πρωταγωνιστές πατριώτες και εθνίκια βγαίνουμε πλουσιότεροι στο λεξιλόγιο: πλάι στους κουκουλοφόρους με τις παλαιστινιακές μαντίλες και τις μολότοφ στα σακίδια έχουμε τους κουκουλοφόρους με τις γραβάτες και με τις σαμσονάιτ βαλίτσες του χρήματος. Και σίγουρα βγαίνουμε φτωχότεροι ως προς τη διεκδίκηση μιας πατρίδας υπερασπίσιμης, μιας τίμιας και δίκαιης χώρας και ενός κράτους με έντιμο προσωπικό που θα καθοδηγείται από μια πολιτική τάξη ταγμένη στην τήρηση του δικαίου και των συμφερόντων των πολιτών του.
Τι θέλει ο πολίτης; Θέλει ένα κράτος –εδώ, πείτε το και πατρίδα– που δίχως πολλά πολλά και με χαμηλό δείκτη διαφθοράς και φορμαλισμού και κυρίως υψηλή λογοδοσία θα μπορεί να του εγγυηθεί τα οφέλη μιας δημοκρατίας υψηλότερης ποιότητας και όχι ένα δυσώδες πολιτικό τοπίο όπου «όλοι οι πολιτικοί τα παίρνουν».
Το έχουμε υποστηρίξει πολλές φορές από αυτή τη στήλη. Οι μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να γίνουν για την ελληνική κοινωνία δεν έχουν γίνει. Προφανώς, πρόκειται για εσωτερική υπόθεση και όχι για θέματα των πιστωτών. Τελικά, το φορμάτ για ολόκληρη την κοινωνία, οι αλλαγές και η προσαρμογή της Ελλάδας, καθώς φαίνεται, βρίσκονται μπροστά μας και όχι πίσω μας.
