Ποιος θυμάται το 1898; «H αποτυχία δεν ξεκίνησε το 2009. Το 1999 η Ελλάδα αποπλήρωσε την τελευταία δόση του συσσωρευμένου εξωτερικού χρέους που είχε οδηγήσει στον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο το 1898. Αυτό σημαίνει 100 χρόνια διεθνούς ελέγχου και εποπτείας, 100 χρόνια επανόρθωσης για τα λάθη των κυβερνήσεων του 19ου αιώνα».
Οι καθηγητές Τάσος Γιαννίτσης (Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην υπουργός) και Σταύρος Ζωγραφάκης (Γεωπονικό Πανεπιστήμιο) ξεκινούν με αυτό το απωθημένο από τη συλλογική μνήμη γεγονός τη μελέτη τους «Η διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα», που δημοσίευσε πρόσφατα το Ινστιτούτο των γερμανικών συνδικάτων Hans Böckler Stiftung.
Σε αυτήν ασχολούνται με τα δεδομένα της κρίσης, αξιοποιώντας κάθε δυνατή πηγή για να εντοπίσουν τις πολύπλευρες ανισότητες που συνθέτουν ένα πρόβλημα το οποίο, αν δεν αντιμετωπιστεί επιτυχώς, θα συνεχίσει να υπονομεύει τις προσπάθειες να βαδίσει η χώρα με σταθερότητα προς το μέλλον.
Υπάρχουν νικητές και ηττημένοι από την κρίση; Πώς ζουν οι άνθρωποι χωρίς εισοδήματα; Ποιες είναι οι όψεις της ανισότητας στη χώρα μας;
Αυτά είναι μερικά από τα θέματα που αναλύει η 250σέλιδη αγγλόφωνη μελέτη τους για την οποία συζητήσαμε μαζί τους, στη συνέντευξη που μας παραχώρησαν, επισημαίνοντας ότι «όταν τα εισοδήματα μειώνονται δραματικά, ακόμα και σταθερή ανισότητα σημαίνει επιδείνωση».
● Πώς διαμορφωνόταν η ανισότητα στην ελληνική κοινωνία μέχρι το 2008 και πώς διαμορφώθηκε στην περίοδο της κρίσης; Θα μπορούσε να συναχθεί ότι η ανισότητα γεννάει την κρίση και φέρει ως αποτέλεσμα την πτώχευση μιας κοινωνίας;
Η ανισότητα έχει πολλές μορφές και η Ελλάδα είχε και έχει ένα από τα μεγαλύτερα επίπεδα ανισότητας στον ΟΟΣΑ. Πριν από την κρίση η ανισότητα ήταν σταθερή, με τάση ελαφριάς μείωσης.
Στην κρίση φαίνεται να έμεινε σχετικά σταθερή. Ομως, όταν τα εισοδήματα μειώνονται τόσο δραματικά, ακόμα και σταθερή ανισότητα σημαίνει επιδείνωση.
Συνολικά, η ανισότητα στην Ελλάδα της κρίσης έχει τριπλή αρνητική επίδραση: ως σημαντικό γενεσιουργό στοιχείο της κρίσης, ως στοιχείο που κάνει την έξοδο από την κρίση πιο επώδυνη και χρονοβόρα και ως παράγοντας που θα ξαναδημιουργήσει τα προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση. Στη βάση της, αν ψάξει κανείς, θα βρει και το ασφαλιστικό.
● Τι εννοείτε;
Τα ελλείμματα του ασφαλιστικού που καλύφθηκαν από τον προϋπολογισμό συν τις συνταξιοδοτικές δαπάνες του Δημοσίου έφτασαν το 2001-2009 τα 134 δισ. ευρώ ή 84% της αύξησης του δημόσιου χρέους.
Για το 2010-2014 έφτασαν τα 97 δισ. ευρώ. Η χώρα και η κρίση θα ήταν σε διαφορετική κατάσταση αν το ασφαλιστικό είχε αντιμετωπιστεί έγκαιρα.
Οι εργαζόμενοι σήμερα δεν θα είχαν τσακιστεί από τις εισφορές και τους φόρους που καλύπτουν τα ασφαλιστικά ελλείμματα. Η ανταγωνιστικότητα, η ανεργία, τα δημοσιονομικά θα είχαν άλλη διάσταση.
Ολος αυτός ο λογαριασμός δημιουργήθηκε στο όνομα μιας φαντασιακής διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής.
● Στη μελέτη σας υπάρχουν διάφορες υποπεριπτώσεις ανισοτήτων που συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα: να αναφέρουμε μερικές από αυτές;
Σε φάσεις κρίσης, οι συνήθεις δείκτες ανισότητας, όπως και οι μέσοι όροι, δεν αντανακλούν επαρκώς την πραγματική εικόνα.
Υπολογίζοντας πολλούς ειδικούς δείκτες, διαπιστώσαμε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα: στα εισοδήματα από συντάξεις σημειώθηκε μείωση της ανισότητας, καθώς οι μεγαλύτερες μειώσεις έγιναν στις υψηλές συντάξεις.
Η διαγενεακή ανισότητα, με τα χαρακτηριστικά που είχε το ασφαλιστικό μας σύστημα, αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα της κατάρρευσης. Στα εισοδήματα από μισθούς, έχουμε αύξηση ανισότητας.
Οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων πριν από την κρίση ξεπερνούσαν αυτές των ιδιωτικών κατά 35%. Στην κρίση, οι μισθοί στο Δημόσιο κατά μέσο όρο μειώθηκαν 8%, ενώ στον ιδιωτικό τομέα 20%.
Το χάσμα διευρύνθηκε, χώρια η ανισότητα των δύο κατηγοριών στην ανεργία. Αυτές οι διαφορές έχουν εξαιρετικά σοβαρές επιδράσεις στη λειτουργία της οικονομίας.
Επηρεάζουν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη, τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, τη μαύρη εργασία, την κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος, τα φορολογικά έσοδα κ.ά.
● Ποιες είναι οι δύο νέες μορφές ανισότητας που αναδείχθηκαν με την κρίση σε ό,τι αφορά τη θέση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση;
Η πρώτη είναι η σύγκλιση της Ελλάδας. Πριν από την κρίση, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μας ήταν 85% του μέσου εισοδήματος της Ευρώπης των 15 χωρών.
Το 2016, με 63%, η Ελλάδα οπισθοδρόμησε στη θέση που είχε στην Ε.Ε. πριν από το 1970, δηλαδή πριν από 47 χρόνια. Καταστροφικό.
Μια δεύτερη, ακόμα πιο επικίνδυνη μορφή ανισότητας είναι ότι το εσωτερικό κοινωνικό μας χάσμα παγιδεύει όλο και περισσότερες κοινωνικές δυνάμεις στο να παρακολουθήσουν ή να κατανοήσουν πώς εξελίσσεται ο κόσμος, τι εθνικοί κίνδυνοι διαγράφονται, πώς θα αντιμετωπιστούν προβλήματα ή θα αξιοποιηθούν ευκαιρίες, στο εθνικό, στο περιφερειακό και στο διεθνές επίπεδο. Αυτά είναι ορατά.
● Εισάγετε τον όρο «δείκτης απελπισίας». Τι σημαίνει και ποια είναι τα κυριότερα συμπεράσματα που σχετίζονται με αυτόν;
Ο δείκτης απελπισίας αποτυπώνει την ένταση της απόγνωσης των νοικοκυριών των μισθωτών και των ανέργων, σε συνδυασμό με τις συνθήκες απασχόλησης και το εισόδημά τους.
Αποτυπώνει την τριπλή επίδραση της δημοσιονομικής προσαρμογής, της ύφεσης και των πολιτικών αποφάσεων για μισθούς και την αγορά εργασίας.
Επικεντρώνεται ιδιαίτερα στα νοικοκυριά με πολύ χαμηλά εισοδήματα (κυρίως χαμηλοί μισθοί και επιδόματα ανεργίας) και δείχνει ποιοι παράγοντες επηρεάζουν αυξητικά την απόγνωσή τους. Δείχνει, πράγματι, ότι τα νοικοκυριά με πολύ υψηλό δείκτη απόγνωσης στηρίζονται κυρίως σε βοήθεια είτε των γειτόνων τους, είτε συγγενών και φίλων, είτε θεσμών, όπως η Εκκλησία.
Ενα είναι εμφανές: Το κοινωνικό κράτος απουσιάζει.
● Ποιοι είναι οι κερδισμένοι και ποιοι οι χαμένοι της κρίσης;
Οσοι έχασαν την εργασία τους έχασαν πολλά. Η εξέλιξη των εισοδημάτων δείχνει ότι έχουν χάσει όλοι.
Ως άθροισμα, τα χαμηλά εισοδήματα έχασαν 18%, τα μεσαία το 16% και το «επάνω» 10% έχασε το 27%.
Τα νοικοκυριά που σήμερα είναι στα χαμηλά επίπεδα έχουν χάσει 34% του εισοδήματος που είχαν πριν από την κρίση. Τα νοικοκυριά αυτά ανήκαν πριν στα μεσαία και εν μέρει και στα υψηλότερα κλιμάκια.
Υπάρχουν και νοικοκυριά που βελτίωσαν τη θέση τους, αλλά είναι μειοψηφία. Αυτό δείχνει την ύπαρξη ενός πολύπλοκου διπλού προβλήματος: το κοινωνικό για τις αδύναμες ομάδες, που έπεσαν ακόμα χαμηλότερα, και το μακροοικονομικό-αναπτυξιακό από τα πλήγματα στα μεσαία και υψηλότερα εισοδήματα, τις επιπτώσεις στις επενδύσεις, στην παραγωγή, στην αποταμίευση, στην εμπιστοσύνη στην οικονομία, που είναι μεν μακροοικονομικές, όμως τελικά επιδρούν καθοριστικά και σε όλη την κοινωνική πραγματικότητα (φτώχεια, ανεργία, ανισότητα).
Η εικόνα είναι εξαιρετικά σύνθετη και αν δεν δει κανείς τις πολλές πτυχές της, θα οδηγηθεί σε πολύ λανθασμένα συμπεράσματα.
● Ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι τα κυριότερα ευρήματα της μελέτης σας;
Οτι για ένα πολύ σημαντικό τμήμα των νοικοκυριών «ήρθαν τα πάνω κάτω».
Οτι οι συνταξιούχοι μέσα στην κρίση αυξήθηκαν κατά 800 χιλ. άτομα περίπου και το άθροισμα των συντάξεων κατά 13%, παρά τις περικοπές σε ατομικό επίπεδο. Ολες οι άλλες κατηγορίες εισοδήματος (μισθωτή εργασία, ελεύθεροι επαγγελματίες, επαγγελματίες κ.λπ.) μειώθηκαν δραματικά.
Οτι ενώ η κρίση προέκυψε από μια τεράστια αύξηση των κρατικών δαπανών, η προσαρμογή μετά το 2009 στηρίχθηκε δυσανάλογα στην αύξηση των φόρων.
Οτι η φορολογική επιβάρυνση στα χαμηλότερα εισοδήματα αυξήθηκε σημαντικά περισσότερο απ’ ό,τι στα υψηλά και ότι η φορολογία ακίνητης περιουσίας έπληξε ασύμμετρα το χαμηλότερο 50% των νοικοκυριών, αντίθετα με το αναμενόμενο.
Διαπιστώνουμε ότι όλη η κοινωνία πέρασε σε συνθήκες φτωχοποίησης και η ένταση της φτώχειας για όσους είναι κάτω από το όριο φτώχειας αυξήθηκε σημαντικά. Και πολλά περισσότερα.
● Ποιες είναι οι ευρύτερα αποδεκτές απόψεις που ανατρέπει;
Πολλές. Οτι η γενική ανισότητα επιδεινώθηκε δραματικά, ενώ το πιο σημαντικό είναι η δραματική φτωχοποίηση. Απρόσμενες ανακατατάξεις στα εισοδήματα από εργασία, συντάξεις και κεφάλαιο.
Οτι οι μισθοί ως σύνολο σημείωσαν τη μεγαλύτερη επιδείνωση, ενώ άλλα εισοδήματα σημείωσαν σημαντικά μεγαλύτερη μείωση.
Οτι η κρίση προέκυψε από κάποιο εθνικό πεπρωμένο και όχι επειδή οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν το 2006-2009 σε θηριώδη βαθμό (κατά 23 δισ. ευρώ ή 9,5% του ΑΕΠ).
Ανατρέπεται η απλουστευμένη θέση ότι οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι, ότι ένα σύστημα μπορεί να αποφύγει την κρίση, υποθάλποντας τέτοια φοροδιαφυγή ή φορολογικά προνόμια.
Γενικά, προκύπτει ότι ως κοινωνία δεν καταλάβαμε καν τις στοιχειώδεις πραγματικότητες που ζούμε.
● Υπάρχει ένα συμπέρασμα;
Η κρίση γέννησε μια εξαιρετικά πολύπλοκη και επώδυνη κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα, με τεράστια δύναμη αποδιάρθρωσης σε κάθε πεδίο.
Εύκολα συμπεράσματα, με απλοϊκές ματιές, είναι λανθασμένα από χέρι. Οι γνωστοί κοινωνικοί και οικονομικοί δείκτες δεν αρκούν.
Πίσω από τα στατιστικά μεγέθη ή τους μέσους όρους κρύβονται απίστευτες ιστορίες και ανακατατάξεις.
Oι βασικές όψεις της ανισότητας
Χρόνιες δυσλειτουργίες που αντιμετωπίζονται ως κανονικότητες, άνισος διαμοιρασμός των βαρών με το άχθος εντονότερο για τους αδύναμους, δικαστική συνδρομή στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ προνομιούχων εισοδηματικών ομάδων και κοινωνίας είναι μερικές όψεις της ανισότητας που φωτίζει η μελέτη των καθηγητών.
■ Αποτυπώνει τις δραματικές αλλαγές τοποθετώντας τις εισοδηματικές κατηγορίες μεταφορικά σε μια πολυκατοικία, διαπιστώνοντας ότι οι κάτοικοι του ισογείου διαβιώνουν από την… καλοσύνη των ξένων, καθώς μεγάλος αριθμός τους στηρίζεται στην έξωθεν του νοικοκυριού τους συνδρομή. Το κράτος απουσιάζει: μόνο το 6% των ανέργων του ισογείου λαμβάνουν βοήθημα ανεργίας.
■ Στοιχειοθετεί πως μεγάλο ποσοστό από τη συνολική δαπάνη για ενισχύσεις ανεργίας καταλήγουν σε νοικοκυριά με εισόδημα πάνω από τον μέσο όρο της χώρας: από τα 988,6 εκατ. ευρώ για επιδόματα ανεργίας το 2013, μόλις τα 475,3 εκατομμύρια πήγαν σε ανέργους στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, ενώ 513,3 εκατομμύρια μοιράστηκαν άνεργοι στις ανώτερες εισοδηματικές κατηγορίες.
■ Αναδεικνύει τη μετατόπιση από το άνεργο άτομο στο νοικοκυριό με άνεργα μέλη, ένας αριθμός που σχεδόν εξαπλασιάστηκε στη διάρκεια της κρίσης και από 31.000 νοικοκυριά το 2008 έφτασε τις 179.000 χιλιάδες το 2014.
■ Διαγενεακή ανισότητα: διαφορετικές ηλικιακές ομάδες εργαζομένων ήρθαν αντιμέτωπες με δυσανάλογες μειώσεις μισθών μεταξύ 2009-2016: οι ηλικίες 15-24 ετών είχαν μειώσεις 42,5%, οι 25-34 ετών μειώσεις 34%, οι ηλικίες 35-54 -25% και οι άνω των 55 ετών 18,1%.
■ Η φορολόγηση, αντί να μειώσει ή έστω σταθεροποιήσει την ανισότητα, τη διεύρυνε, καθώς στο ασθενέστερο 50% των φορολογουμένων έπεσε μεγαλύτερο φορολογικό βάρος που αυξήθηκε 6,5 ποσοστιαίες μονάδες (από το 1,6% στο 8,1%). Οι αντίστοιχες ποσοστιαίες επιβαρύνσεις για τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα ήταν 4,5 και 5,9 αντίστοιχα. Σε απόλυτους αριθμούς οι ασθενέστεροι χρεώθηκαν με 1,090 δισ. ευρώ περισσότερους φόρους απ’ ό,τι το 2008 για ένα εισόδημα 17,5% χαμηλότερο.
■ Βίαιη φτωχοποίηση: Τα νοικοκυριά που το 2012 βρέθηκαν στη χαμηλότερη εισοδηματική κατηγορία έχασαν το 50% του συνολικού εισοδήματος που χάθηκε (12,1 δισ.) και προηγουμένως (2008) ανήκαν στη μεσαία ή υψηλή εισοδηματική ομάδα.
■ Η μελέτη ανατρέπει επίσης αντιλήψεις που βρίσκονται στον αντίποδα της «λαϊκής σοφίας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, αφού δείχνει ότι η κρίση έπληξε όλα τα εισοδηματικά στρώματα – χαμηλά, μεσαία και υψηλά: τα δύο τελευταία αντιπροσωπεύουν το 79% των συνολικά χαμένων εισοδημάτων.
