Γιώργος Παναγιωτίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία του

Πολυσχιδής άνθρωπος των γραμμάτων ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας: ποιητής, πεζογράφος (βραβευμένος το 2007 με το Βραβείο Μυθιστορήματος του «Διαβάζω»), μεταφραστής, δάσκαλος δημιουργικής γραφής (διδάκτορας στη Δημιουργική Γραφή στο Παν. Δυτικής Μακεδονίας). Στο τελευταίο του πεζογραφικό βιβλίο προωθεί μια πρόζα που έλκεται από ποικίλες θεματικές (μυθολογία, θεολογία, νευρολογία, βιοτεχνολογία) συνθέτοντας εν τέλει μια καλοκουρδισμένη δυστοπία του παρόντος με φοβίες, άγχη και ενοχές διαχρονικές, δηλαδή αρχέγονες και ταυτόχρονα μελλοντικές αγωνίες του μεταμοντέρνου ανθρώπου.

Εδώ, ο Γιώργος Παναγιωτίδης, ανακαλεί και ανασυγκροτεί βιβλία, αναγνωστικές ζώνες, μαθητείες και εμμονές που τον διαμόρφωσαν πρώτα ως αναγνώστη και κατόπιν ως συγγραφέα.

Επιμέλεια: Μισέλ Φαϊς

Το βιβλίο υπήρξε επαναστατική αλλαγή στη μαζική καλλιέργεια του ανθρώπου, κυρίως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν η χρήση του πολλαπλασιάστηκε χάρη στον ηλεκτρισμό – στο φως και στην απελευθέρωση κάποιου χρόνου από τις ατελείωτες ώρες εργασίας των προγόνων μας. Τότε πολλαπλασιάστηκαν οι συγγραφείς και οι αναγνώστες.

Τότε και η λογοτεχνία ξέφυγε από τα μεγαλοαστικά σαλόνια και εισέβαλε στην καθημερινότητα των μικροαστών και των εργατών.

Ομως, οι βιβλιοθήκες που συντηρούν ακόμη άνθρωποι της γενιάς μου, όπως κι εγώ, με εκατοντάδες ή και χιλιάδες βιβλία, θεωρώ πως είναι τα απομεινάρια αυτής της εποχής που τελειώνει. Νιώθω πως η βιβλιοθήκη μου, ύστερα από μερικές δεκάδες χρόνια, δεν θα είναι παρά ένα μουσειακό είδος, αν κάποιος βέβαια μπει στον κόπο να τη συντηρήσει τότε.

Στην εποχή μας διαφαίνεται ήδη πως η συμπύκνωση των πάλαι ποτέ βιβλιοθηκών στα λίγα τετραγωνικά εκατοστά ενός ευρύχωρου σκληρού δίσκου υπολογιστή και κυρίως στο διαδίκτυο, θα ωθήσει το βιβλίο στον μαρασμό ή και στον αφανισμό.

Ισως λοιπόν οι μελλοντικοί συγγραφείς δεν φωτογραφίζονται εμπρός από τη βιβλιοθήκη τους, προνόμιο που η γενιά μου μπορεί να έχει ως μία από τις τελευταίες. Ηδη έχω διαβάσει στην οθόνη μου ικανό αριθμό βιβλίων που βρήκα στο διαδίκτυο ή και επέστρεψα σε κάποια, ακόμη κι αν αυτά βρίσκονται στη βιβλιοθήκη μου. Πρόσφατα περιέτρεξα ηλεκτρονικά το «Περί ψυχής» του Αριστοτέλη, γιατί δεν είχα τον χρόνο να ψάξω το ράφι της βιβλιοθήκης μου όπου αναπαύεται.

Ξεκίνησα να διαβάζω πολύ μικρός. Αρχικά ψάχνοντας απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα. Είχα όλες τις ελπίδες μου ότι κάποιες απαντήσεις θα έβρισκα.

Από τα πρώτα βιβλία που αγάπησα και εμπέδωσα, όσο επέτρεπαν βεβαίως τα χρόνια μου, ήταν «η Εξέλιξη των ειδών» του Δαρβίνου, η «Εισαγωγή στην ψυχανάλυση» του Φρόιντ, το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε, η «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Την ποιότητα της μετάφρασης δεν ήμουν βέβαια σε θέση να την εννοήσω τότε.

Το πρώτο ποιητικό βιβλίο που βρέθηκε στα χέρια μου ήταν το «Πρωινό άστρο» του Γιάννη Ρίτσου, στην έκτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Το αγόρασα για την ανταλλαγή δώρων αλλά το κράτησα. Το πρώτο μυθιστόρημα ήταν ο «Καπετάν Μιχάλης» του Νίκου Καζαντζάκη, δώρο στα γενέθλιά μου έναν χρόνο αργότερα.

Με κάποιο τρόπο, γιαγιάδες, παππούδες, θείοι και θείες είχαν εννοήσει την αναγνωστική μου κλίση και τα βιβλία άρχισαν από νωρίς να συναθροίζονται στην εφηβική μου βιβλιοθήκη, είτε τα αγόραζα είτε μου τα δώριζαν. Ετσι στα αποκτήματά μου προστέθηκαν ο Παπαδιαμάντης, ο Ντοστογιέφσκι, ο Αλέξανδρος Δουμάς (πατέρας), ο Ιούλιος Βερν. Θυμάμαι ότι τότε ακόμη τα μετρούσα, εκατό, διακόσια, οι φίλοι που έμπαιναν στο δωμάτιό μου έκαναν πάντα την ίδια ερώτηση: «Τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;». Σκεφτόμουν ότι τους φαινόταν ως κάτι το αλλόκοτο, αλλά δεν με πείραζε καθόλου.

Αυτοί που επέδρασαν καταλυτικά στη λογοτεχνική μου ιδιοσυστασία είναι συγγραφείς, πεζογράφοι και ποιητές της γενιάς του ’70. Στην πρώτη μου ωριμότητα είχα την τύχη να διαβάσω τον «Πεισίστρατο» του Γιώργου Χειμωνά, τα ποιητικά βιβλία των Γιάννη Βαρβέρη, Γιάννη Κοντού, Γιάννη Πατίλη, Γιώργου Χρονά, Μιχάλη Γκανά.

Ολοι τους κουβάλησαν άξια στις πλάτες τους τη γλώσσα μας και με κοινό συστατικό την ήπια μελαγχολία και τη στοχαστική διάθεση, θεωρώ πως πέρα από το στίγμα τους στη νέα ελληνική λογοτεχνία, υπήρξαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο δάσκαλοί μου.

Τελευταία, μα όχι τελευταίους μνημονεύω τους αγαπημένους Φραντς Κάφκα με τη «Δίκη», τον «Πύργο», τη «Μεταμόρφωση», Φερνάντο Πεσόα με τον «Αναρχικό τραπεζίτη», «Το βιβλίο της ανησυχίας» και Χόρχε Λουίς Μπόρχες με «Το βιβλίο των φανταστικών όντων», «Το εγκώμιο της σκιάς».

Τώρα πια τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου είναι κάποιες χιλιάδες, όλα διαβασμένα, τα περισσότερα ξεχασμένα σε κάποιο ράφι, τραπέζι, ντουλάπι ή και πατάρι.

Μπορεί να λιγοστεύουν τα τετραγωνικά του σπιτιού μου, αλλά έχουν ανοίξει και μετατοπίσει τον ορίζοντά μου στα πέρατα της ανθρώπινης γνώσης. Κι όλα τούτα, ίσως και χάρη στο βιβλιοπωλείο της θείας μου, αδελφής της μητέρας μου, μέσα στο οποίο σχεδόν μεγάλωσα.

 Τελευταίο βιβλίο του Γ. Παναγιωτίδη είναι το μυθιστόρημα «Ισος Ιησούς» (Γαβριηλίδης, 2017).