Το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών για τη διακυβέρνηση μιας χώρας απασχολούσε και απασχολεί τις πολιτικές δυνάμεις, όχι πάντα στην ίδια ένταση.
Στην Ευρώπη με τη μακρόχρονη κοινοβουλευτική εμπειρία και τη λειτουργία κομμάτων αρχών, το πρόβλημα απασχόλησε από παλιά έως και σήμερα.
Στη χώρα μας ο κοινοβουλευτισμός λειτουργεί απρόσκοπτα, ουσιαστικά από το 1974 και μετά. Προηγήθηκε η μετεμφυλιακή εποχή και μετέπειτα της δικτατορίας, κατά την οποία απαγορευόταν, διωκόταν ή παρεμποδιζόταν κάθε πολιτική έκφρασης της Αριστεράς (απαγόρευση ΚΚΕ, δολοφονίες Λαμπράκη, Τσαρουχά κ.λπ.).
Αυτή η πολιτική στρέβλωση επηρέασε και τη μετέπειτα λειτουργία του κοινοβουλευτισμού. Χαρακτηριστικό ότι ο εκάστοτε εκλογικός νόμος στόχο είχε τις «σταθερές» κυβερνήσεις και την αποφυγή συμμαχιών και κυρίως την οποιαδήποτε παρέμβαση της Αριστεράς. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει κυβέρνηση που να εξάντλησε την τετραετία. Δείγμα πως οι «ισχυρές» μέσω εκλογικού συστήματος κυβερνήσεις δεν αντέχουν εάν δεν έχουν την αποδοχή της πλειονότητας των πολιτών.
Ιστορικά καταγράφεται ότι η πολιτική παράταξη της Δεξιάς, με έντονο τον αρχηγικό χαρακτήρα λειτουργίας της, δεν ενστερνιζόταν ποτέ την πολιτική συμμαχιών. Επέμενε και επιμένει σε ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις, είτε αξιοποιώντας ιδιαίτερες καταστάσεις, όπως το 1974 με την απομάκρυνση της χούντας, είτε με την ενσωμάτωση συγγενών της πολιτικών χώρων (του ΚΟΔΗΣΟ τη δεκαετία του 1980, της ακροδεξιάς σήμερα).
Η Αριστερά πάντα είχε μια πολιτική συμμαχιών. Λαμπρό παράδειγμα η συγκρότηση του ΕΑΜ (1941) με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, αριστερών κομμάτων και προσωπικοτήτων. Στη συνέχεια η ΕΔΑ, ακόμη και με την αποχή υποψηφίων της (1964) από εκλογικές περιφέρειες, προκειμένου να ενισχυθεί η «Ενωσις Κέντρου» σε βάρος της δεξιάς ΕΡΕ. Μια ενέργεια «πολιτικής απελπισίας» στην ανεκπλήρωτη έκκλησή της για εκλογική συμμαχία με την «Ενωσι Κέντρου». Ωστόσο, με θετικό πολιτικό αποτέλεσμα για τον δημοκρατικό λαό, που έδειξε να ανακουφίζεται από την απομάκρυνση της σκληρής Δεξιάς, τουλάχιστον από την κυβερνητική εξουσία.
Στη μεταπολίτευση, με ομαλή πλέον την κοινοβουλευτική λειτουργία, η πόλωση ήταν κατά κανόνα η τακτική των εκλογικών αντιπαραθέσεων. Η τακτική αυτή έθεσε σε δεύτερη μοίρα πολιτικά προγράμματα και πιθανές συγκλίσεις για σοβαρά διακυβεύματα. Επιδιώχθηκαν με κάθε τρόπο οι μονοκομματικές κυβερνήσεις. Αποφεύχθηκε η απλή αναλογική, αν και αποτελούσε πρόταση των περισσοτέρων κομμάτων, πλην της Δεξιάς.
Ετσι καλλιεργήθηκε μια πολιτική κουλτούρα που δυσκόλευε και δυσκολεύει συγκλίσεις ακόμα και σε ζητήματα όπου υπάρχουν πολιτικά παρεμφερείς απόψεις ή κοινοί στόχοι. Υπήρξαν και εξαιρέσεις. Η σύντομη περίοδος του 1989-91 (συγκυβερνήσεις Ν.Δ.-ΣΥΝ και Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝ) με πολιτικό στόχο την κάθαρση από τα σκάνδαλα. Πρόσφατα (εποχή γενικευμένης κρίσης) το φαινόμενο επαναλήφθηκε με τις συγκυβερνήσεις Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ και σήμερα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.
Η παραπάνω συνοπτική πολιτική περιοδολόγηση αναδεικνύει πως στη χώρα μας:
Ελάχιστα είναι τα κόμματα αρχών (κοινής ιδεολογικής βάσης, πολιτικών αρχών και συγκροτημένου προγράμματος).
Δεν υπάρχει πολιτική κουλτούρα συνεργασιών, ούτε στα κόμματα, θα έλεγα, ούτε και στον λαό. Αξιοσημείωτη ένδειξη η αδυναμία συνεργασιών σε συνδικάτα και αυτοδιοίκηση.
Οποτε και όποιες συνεργασίες έγιναν, τις επέβαλαν οι εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες: Κατοχή (μέτωπο του ΕΑΜ), μετεμφυλιακή περίοδος (συγκλίσεις Κέντρου, Αριστεράς), σύγχρονη κρίση (συγκυβερνήσεις Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.).
Δεν αποφεύγουμε την κλασική άποψη πως, αφού τα κόμματα εκφράζουν συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, δεν νοούνται συγκλίσεις κομμάτων αντικρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων. Θα επισημαίναμε, όμως, πως εκτός των βασικών συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων, σε μικρές χώρες με συνεχείς εθνικές περιπέτειες, βασικό ρόλο έχουν και τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας που συνήθως δεν είναι διασφαλισμένα.
Βάσιμα θα καταλήγαμε πως κοινωνικές ανάγκες, αλλά και γενικότερες της χώρας, οδηγούν σε συγκλίσεις πολιτικών σχηματισμών και κομμάτων. Οι συγκλίσεις αυτές μπορεί να έχουν ιδεολογική βάση, μπορεί να είναι και συγκεκριμένου πολιτικού στόχου.
Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι αυτό που θα έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και για την πλειονότητα των πολιτών. Υποβολιμαίες οι όποιες προσπάθειες συσκότισης είτε του στόχου είτε του αποτελέσματος.
Αυτό γίνεται σήμερα από τη δεξιά αντιπολίτευση. Αρνείται αποτελέσματα και συσκοτίζει στόχους. Επιδιώκει και επιμένει σε αυτά που από την εποχή της ΕΡΕ γνωρίζει καλά: την κληρονομικότητα και ιδιοκτησία της πολιτικής εξουσίας στη χώρα. Πολιτικά επίδικα που έχουν απορριφθεί από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης.
* βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Φθιώτιδας
