Μεγάλη εντύπωση έχει προκαλέσει η αποκάλυψη του έγκυρου αμερικανικού περιοδικού τεχνολογίας Wired, ότι ειδικοί επιστήμονες του MIT Media Lab και του Χάρβαρντ είχαν προβλέψει από το 2007 ότι τα στοιχεία του Facebook ήταν δυνατόν να διαρρεύσουν, όπως και έγινε 11 χρόνια αργότερα.
Ας ξετυλίξουμε όμως το κουβάρι του χρόνου, προκειμένου να δούμε πώς δεν αποφεύχθηκε αυτή η μαζική παραβίαση, η οποία έχει ήδη στοιχίσει στον κολοσσό της κοινωνικής δικτύωσης περισσότερα από 60 δισεκατομμύρια δολάρια λόγω της ελεύθερης πτώσης της μετοχής του στη Wall Street.
Ηταν αρχές του 2000 όταν ο προγραμματιστής του MIT Media Lab, Αλεξάντερ Πέτλαντ, διαπίστωσε ότι η μεσαία τάξη στις ΗΠΑ άρχισε να χρησιμοποιεί μαζικά την ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης.
Ετσι μαζί με αρκετούς συναδέλφους του ξεκίνησαν να μελετούν το δίκτυο, αλλά και τα δεδομένα των κινητών τηλεφώνων για να προσδιορίσουν τον βαθμό διασποράς του Facebook, πώς οι φίλοι συνδέονται μεταξύ τους, αλλά και πως δημιουργούνται οι πολιτικές συμμαχίες.
Οπως εξηγεί ο, συνάδελφος του Πέτλαντ, Ντέιβιντ Λέιζερ του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, αντιλήφθηκε ότι όλα αλλάζουν ως προς την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς λόγω των ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης και το 2007 σε συνεργασία με τον Πέτλαντ πραγματοποίησαν μια επιστημονική διάσκεψη με τίτλο: «Υπολογιστική Κοινωνική Επιστήμη».
Τα συμπεράσματα που εξήχθησαν από την εν λόγω διάσκεψη δημοσιεύτηκαν δύο χρόνια αργότερα στην κορυφαία επιστημονική επιθεώρηση Science και ήταν υπό μία έννοια προβλεπτικά για τον ρόλο που διαδραμάτισαν το Facebook και η Cambridge Analytica, καθώς, όπως έγραφαν, είχαν στη διάθεσή τους τα προσωπικά δεδομένα εκατομμυρίων χρηστών αλλά και το προφίλ τους, με αποτέλεσμα να μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν προκειμένου να επηρεάσουν εκλογικές αναμετρήσεις
Ζητούσαν κανόνες
«Ο τεράστιος αυτός όγκων δεδομένων για τη διάδραση μεταξύ των χρηστών έδωσε νέες διαστάσεις και προοπτικές στη συλλογική ανθρώπινη συμπεριφορά» τόνιζαν στην έρευνά τους οι επιστήμονες, επισημαίνοντας ωστόσο παράλληλα ότι ελλόχευαν και κίνδυνοι, οι οποίοι άπτονταν κυρίως στην πλευρά των πληροφοριών και στην πρόσβαση όσο και στον σεβασμό σ’ αυτές.
Το κυριότερο ωστόσο συμπέρασμα ήταν ότι «καθώς και ένα μόνο φαινόμενο παραβίασης των προσωπικών δεδομένων θα μπορούσε να αλλάξει τους κανόνες και το status των χρηστών, έπρεπε να καταρτιστεί μια αυτορρυθμιζόμενη διαδικασία για τις τεχνολογίες και τους κανόνες που διέπουν τη χρήση του Facebook».
Οπως γράφει το περιοδικό Wired, ακόμη πιο ενοχλητικός από την ιδέα ότι η Cambridge Analytica προσπάθησε να επηρεάσει τις αμερικανικές εκλογές του 2016, είναι ο ρόλος των επιστημόνων οι οποίοι, όπως υποστηρίζει, διευκόλυναν την ηθική κατάρρευσή του Facebook.
Κι αυτό επειδή, όπως υπογραμμίζει, οι επιστήμονες θα έπρεπε να έχουν πετύχει μέσω σκληρής δουλειάς τη γνώση τού πώς να χειρίζονται ανθρώπινα ζητήματα κατά τη διάρκεια των ερευνών τους, επισημαίνοντας ότι αν κάτι πάει στραβά σε αυτή τη διαδικασία, η κατάσταση θα γίνει πολύ σοβαρή.
Το επιστημονικό έντυπο γράφει ότι οι επιστήμονες όντως απηύθυναν προειδοποίηση για τον τεράστιο όγκο των πληροφοριών που έχει το Facebook και την παρακολούθησή τους από τις συνεργαζόμενες με αυτό εταιρείες.
To άρθρο υπογραμμίζει ωστόσο ότι αυτό το οποίο υποσχέθηκε η βρετανική εταιρεία προς το Facebook ήταν να χρησιμοποιήσει την «Υπολογιστική Κοινωνική Επιστήμη» για να επηρεάσει τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Ωστόσο η Cabridge Analytica κατάφερε να κλέψει τις πληροφορίες και η καταστροφή για την οποία είχαν προειδοποιήσει από το 2007 οι επιστήμονες έγινε πραγματικότητα με ανυπολόγιστες, προς το παρόν τουλάχιστον, συνέπειες για τον κολοσσό της κοινωνικής δικτύωσης.
Ειδικότερα το επίμαχο έγγραφο ζητούσε από τους ερευνητές να είναι καλύτερα εκπαιδευμένοι ως προς τη διαχείριση τόσο μεγάλων πληροφοριακών όγκων, όσο και ηθικά άψογοι στον χειρισμό τέτοιων πληροφοριών και κυρίως ότι πρέπει να υπάρχει αυστηρότατος έλεγχος ως προς τη διαχείριση του ευαίσθητου αυτού ζητήματος.
Συμπερασματικά καθίσταται σαφές ότι όταν μια ομάδα προτείνει μια αυτορρύθμιση και νέους κανόνες, γίνεται επειδή ανησυχεί ότι κάποιος άλλος θα το πράξει γι’ αυτήν, συνήθως η κυβέρνηση.
Στην περίπτωση αυτή ωστόσο ήταν οι επιστήμονες που ανησύχησαν και έγραψαν τα συμπεράσματά τους για την Google, τη Yahoo, το Facebook και την NSA, τόνιζαν ότι μόνο οι αυστηρότατοι κανόνες μεταξύ της βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας και πανεπιστημιακών θα μπορούσαν να προστατεύσουν καταναλωτές και χρήστες του Διαδικτύου, κάτι που προφανώς δεν έγινε, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει το μείζον σκάνδαλο με τις παραβιάσεις των προσωπικών δεδομένων 50 εκατομμυρίων χρηστών.
